Η συζήτηση που έχει δημιουργηθεί σχετικά με την πρόσφατη ρύθμιση για τις οφειλές από ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις αναμφίβολα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θέματα που μας απασχόλησαν τον τελευταίο καιρό. Η νομοθετική ρύθμιση, που έχει ήδη πάρει τον δρόμο της κοινοβουλευτικής επεξεργασίας, δημιουργεί τις απαραίτητες συνθήκες διακανονισμού για ένα χρόνιο πρόβλημα του εγχωρίου τραπεζικού συστήματος.


Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της νομοθετικής διάταξης, που πρόσφατα παρουσιάσθηκε στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και αποτέλεσε το προϊόν επίπονης διαπραγμάτευσης μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών και της πολιτείας, το σύνολο της ληξιπρόθεσμης οφειλής ουσιαστικά συνδέεται με τον χρόνο καταγγελίας της σύμβασης από τις τράπεζες. Το γεγονός αυτό και μόνο αποδεικνύει ότι η ρύθμιση είναι προς όφελος των επιχειρήσεων και των καταναλωτών που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές και ουσιαστικά εις βάρος των τραπεζών.


Ας δούμε αναλυτικά για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό. Το πρώτο και κυριότερο ζήτημα είναι αυτό του προσδιορισμού της ληξιπρόθεσμης οφειλής και των παραγόντων που οδηγούν στον υπολογισμό της. Ειδικότερα, το ύψος της οφειλής δεν είναι δυνατόν να προσδιορίζεται από το πότε έγινε η καταγγελία και η αναγνώριση ότι η οφειλή έχει γίνει ληξιπρόθεσμη απαίτηση, γιατί με τον τρόπο αυτόν αγνοείται η σημαντικότερη παράμετρος του όλου ζητήματος: το κόστος της δέσμευσης των κεφαλαίων της τράπεζας σε μια τοποθέτηση που δεν παράγει εισόδημα για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα από τη μια πλευρά, ενώ από την άλλη η τράπεζα συνεχίζει να πληρώνει προς τους καταθέτες της για την ίδια περίοδο το κόστος καταθέσεων.


Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα μιας τράπεζας που δέχθηκε κατάθεση ύψους 10 εκατ. δρχ. στις αρχές του 1980. Αν από τις αρχές του 1980 ως και τις ημέρες μας δεν γινόταν καμία ανάληψη από την κατάθεση αυτή, το ποσό που θα όφειλε η τράπεζα στον καταθέτη θα υπερέβαινε τα 250 εκατ. δρχ. στις ημέρες μας (με ετήσιο έστω ανατοκισμό και επιτόκιο εντόκων γραμματίων), δηλαδή 25 φορές παραπάνω.


Το παράδειγμα αυτό δείχνει ότι ο ανατοκισμός, μια έννοια που συχνά αναφέρεται σαν «δαίμονας» του τραπεζικού συστήματος, έχει την ίδια εφαρμογή τόσο στις διαδικασίες χορηγήσεων όσο και σε αυτές των καταθέσεων. .


Οι ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις εξ ορισμού δεν αποφέρουν εισόδημα στις τράπεζες, γεγονός που σημαίνει ότι μειώνουν το μέσο καθαρό περιθώριο επιτοκίου, του χαρτοφυλακίου τους, επιβαρύνουν πολύ τα λειτουργικά έξοδά τους και την αποτελεσματικότητά τους. Κατά τη δεκαετία του 1980 αλλά και κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού της δεκαετίας του 1990 οι τράπεζες υποχρεώνονταν ουσιαστικά, από τις τότε συνθήκες αγοράς, να χρηματοδοτούν στοιχεία ενεργητικού, που δεν απέφεραν έσοδα (όπως αυτά που σχετίζονται με ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις) με εξαιρετικά υψηλά επιτόκια, λόγω του αντίστοιχα υψηλού πληθωρισμού και των συνθηκών που τότε επικρατούσαν στις χρηματαγορές.


Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την έμμεση επιβάρυνση των συνεπών δανειοληπτών με ποσοστό για όλη αυτή την περίοδο τουλάχιστον με 1,5% ως 2% σε σχέση με αυτό που θα είχαν αν ήταν όλοι συνεπείς.


Το παραπάνω στοιχείο, αυτό και μόνο, υποδηλώνει ότι οι τράπεζες ουσιαστικά ξεκινούσαν κάθε οικονομική χρήση με ένα σημαντικό βάρος όσον αφορά το μεικτό περιθώριο κέρδους που έπρεπε να απολαμβάνουν σε σχέση με την απόδοση των χορηγήσεων έναντι του κόστους άντλησης ρευστότητας.


Πέραν όμως των ζητημάτων αυτών, τίθεται και το ευρύτερο θέμα της σηματοδότησης ενός πλαισίου κινήτρων και αντικινήτρων όσον αφορά τη συμπεριφορά της πελατείας των τραπεζών προς αυτές. Ειδικότερα, είναι λογικό να δίνεται μια ευκαιρία για τακτοποίηση χρεών που προέκυψαν από ατυχείς συγκυρίες της ζωής, αλλά δεν είναι φρόνιμη η νομιμοποίηση της διαφορετικής μεταχείρισης και σε πολλές φορές «τιμωρίας» του συνεπούς οφειλέτη.


Επιπρόσθετα οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι οι τράπεζες αρκετά συχνά προέβαιναν από μόνες τους σε ρυθμίσεις των ληξιπρόθεσμων οφειλών, που προσελκύουν σημαντικό τμήμα της πελατείας που εμπίπτει στην κατηγορία αυτή. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι στις ρυθμίσεις αυτές, οι οποίες στο σύνολό τους ήταν ιδιαίτερα γενναίες, ανταποκρίθηκαν πολλοί δανειολήπτες οι οποίοι και ρύθμισαν τα χρέη τους και μάλιστα σε ποσοστό 90% τηρούν τους όρους ρύθμισης, ενώ ταυτόχρονα έχουν αναχρηματοδοτήσει τα δάνειά τους με επιτόκια τρέχοντα, πολύ μικρότερα των σταθερών υψηλών επιτοκίων του παρελθόντος.


Πάντως, για να βάλουμε το θέμα στη σωστή του διάσταση, θα πρέπει να τονίσουμε ότι το σύνολο των μη ενήμερων δανειοληπτών δεν υπερβαίνει το 5% στο μέγιστο του πελατολογίου μιας τράπεζας. Ετσι στην περίπτωση της Εθνικής Τράπεζας το σύνολο των περιπτώσεων αυτών σήμερα δεν υπερβαίνει τις 50.000, ενώ αντίστοιχα έχουμε 175.000 μετόχους, έλληνες και ξένους, 950.000 συνεπείς δανειολήπτες και περίπου 4.500.000 καταθέτες.


Ο κ. Απόστολος Ταμβακάκης είναι υποδιοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.