Το θέμα της συναλλαγματικής πολιτικής, της πολιτικής δηλαδή που επιλέγει να ακολουθήσει η κυβέρνηση για την ισοτιμία της δραχμής, αλλά και του τρόπου με τον οποίο εφαρμόζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος η πολιτική αυτή, έρχεται συνεχώς στην επικαιρότητα. «Το Βήμα» ζήτησε από τον νέο υποδιοικητή της κεντρικής τράπεζας, τον κ. Νίκο Γκαργκάνα, να εξηγήσει το πλαίσιο στο οποίο ασκείται η πολιτική αυτή και τους στόχους που εξυπηρετεί.
«Στη σημερινή κρίσιμη συγκυρία, η έμφαση της νομισματικής πολιτικής πρέπει να εξακολουθήσει να είναι προς τη συνέχιση της πτωτικής τάσης του πληθωρισμού και τη στήριξη παράλληλα της προβλεπόμενης επιτάχυνσης του ρυθμού αύξησης του εισοδήματος και της απασχόλησης. Η πρόοδος που έχει γίνει στη μείωση του πληθωρισμού τα τελευταία χρόνια πρέπει να συνεχισθεί ώστε να κερδηθεί οριστικά η μάχη κατά του πληθωρισμού, να εμπεδωθεί η νομισματική σταθερότητα και να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Η εξασφάλιση των συνθηκών αυτών διαμορφώνει τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την παράλληλη επίτευξη των στόχων της αναπτυξιακής πολιτικής», σημειώνει ο κ. Γκαργκάνας.
«Για να κερδηθεί η μάχη κατά του πληθωρισμού πρέπει να συνεχισθούν η αντιπληθωριστική συναλλαγματική πολιτική και η προσπάθεια συγκράτησης της πιστωτικής και νομισματικής επέκτασης σε επίπεδα συνεπή με τον στόχο για τον πληθωρισμό και τον προβλεπόμενο ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας.
Οσον αφορά τη συναλλαγματική ισοτιμία, υπενθυμίζω ότι στόχος της νομισματικής πολιτικής για το 1996 είναι να διατηρηθεί η ισοτιμία της δραχμής έναντι του ECU περίπου σταθερή κατά μέσον όρο στη διάρκεια του έτους. Οι εξελίξεις ώς σήμερα και οι προοπτικές της οικονομίας, όπως εκτιμώνται από τις αγορές, εγγυώνται την επίτευξη του στόχου αυτού για το 1996. Η ίδια αντιπληθωριστική συναλλαγματική πολιτική πρέπει να εφαρμοσθεί και το 1997. Υπάρχουν, νομίζω, οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την επιτυχία μιας τέτοιας πολιτικής τιμής συναλλάγματος. Παράλληλα η νομισματική πολιτική πρέπει να εξακολουθήσει να επιδιώκει την περαιτέρω συγκράτηση της πιστωτικής και νομισματικής επέκτασης σε επίπεδα συνεπή με τον στόχο για τη μείωση του πληθωρισμού και με την προβλεπόμενη επιτάχυνση του ρυθμού αύξησης του εθνικού εισοδήματος.
Η ελληνική και η ξένη εμπειρία έχουν δείξει ότι η διασφάλιση σταθερής συναλλαγματικής ισοτιμίας αποτελεί, σε συνδυασμό με τη συγκράτηση των νομισματικών μεγεθών, ιδιαίτερα αποτελεσματικό μέσο αντιπληθωριστικής πολιτικής», καταλήγει ο ίδιος.
Αυξημένες κατά 1,5 δρχ. το λίτρο για τη βενζίνη και 6 δρχ. το λίτρο για το πετρέλαιο σε σχέση με αυτή την εβδομάδα, θα είναι οι νέες λιανικές τιμές πώλησης των καυσίμων που θα ισχύσουν ως την Πέμπτη. Οι αυξήσεις αυτές, σύμφωνα με ανακοίνωση της ΔΕΠ, οφείλονται στην άνοδο των τιμών χονδρικής πώλησης καυσίμων από τα διυλιστήρια κατά 0,7 δρχ. το λίτρο για τις βενζίνες και κατά 3 δρχ. το λίτρο για το πετρέλαιο λόγω των γεγονότων στο Ιράκ.
Ετσι, σύμφωνα με τη σχετική απόφαση του υπουργείου Ανάπτυξης, οι νέες ενδεικτικές τιμές λιανικής πωλήσεως διαμορφώνονται στο λεκανοπέδιο Αττικής και στον νομό Θεσσαλονίκης σε 212,9 δρχ. το λίτρο για τη σούπερ και σε 196,9 δρχ. το λίτρο για την αμόλυβδη. Στην Α’ ζώνη οι τιμές θα είναι 217,9 δρχ. το λίτρο για τη σούπερ και 201,9 δρχ. για την αμόλυβδη και στη Β’ ζώνη 220,9 δρχ. το λίτρο για τη σούπερ και 204,9 δρχ. για την αμόλυβδη.
Στη ζώνη ΦΠΑ 18% οι ενδεικτικές τιμές θα είναι 222,9 δρχ. το λίτρο για τη σούπερ και 206,9 δρχ. για την αμόλυβδη και στη ζώνη ΦΠΑ 13% 212,9 δρχ. για τη σούπερ και 197,9 δρχ. το λίτρο για την αμόλυβδη. Διεθνείς τάσεις
ανατίμησης
Ανησυχία για την πορεία των τιμών
και για την επίπτωση στον πληθωρισμό
ΦΩΤΙΑ στις τιμές των καυσίμων βάζουν οι αμερικανικοί πύραυλοι και τα βομβαρδιστικά των ΗΠΑ με τη δράση τους στο Ιράκ. Οι διεθνείς αγορές αντέδρασαν με άνοδο της τιμής του «μαύρου χρυσού» που σε σύγκριση με το 1995 ξεπέρασε και τα επτά δολάρια.
Οι επιδράσεις στην ελληνική αγορά θα είναι δυσμενείς και εκτός απροόπτου θα εκδηλωθούν την προσεχή εβδομάδα, πράγμα που σημαίνει ότι οι τιμές του πετρελαίου και της βενζίνης θα αυξηθούν. Για το πρώτο οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο ότι οι ανατιμήσεις μπορεί να φτάσουν στις πέντε δραχμές και για τις δεύτερες θα αγγίξουν τις δύο δραχμές.
Η εξέλιξη αυτή προκαλεί γενικότερες ανησυχίες, αφού θα επηρεάσει αρνητικά την προσπάθεια μείωσης του πληθωρισμού.
Και αυτό γιατί τα επιτόκια των τίτλων του Δημοσίου δεν θα καμφθούν με ταχείς ρυθμούς, πράγμα που συνεπάγεται πρόσθετες δαπάνες για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους (για παράδειγμα, από τη μείωση των επιτοκίων το υπουργείο Οικονομικών υπολόγιζε να εξοικονομήσει 400 με 450 δισ. δραχμές). Ακόμη η μικρότερη πτώση του πληθωρισμού σημαίνει πρόσθετες δαπάνες για τη χορήγηση του διορθωτικού ποσού.
Υπενθυμίζεται ότι το διορθωτικό ποσό θα καθοριστεί από τη διαφορά ανάμεσα στον πληθωρισμό και στο 5% και συνεπώς όσο μεγαλύτερο είναι το αποτέλεσμα της αφαίρεσης τόσο περισσότερα χρήματα θα αναγκαστεί να δαπανήσει το Δημόσιο.
Πάντως, στις διεθνείς αγορές εκτιμούν ότι ο κίνδυνος μιας πετρελαϊκής κρίσης είναι υπαρκτός και ένα στοιχείο που συγκλίνει προς αυτή την κατεύθυνση είναι η μείωση της πλεονάζουσας παραγωγικής ισχύος της Σαουδικής Αραβίας στο 50% εκείνης που διέθετε όταν το Ιράκ εισέβαλε στο Κουβέιτ και η η Σαουδική Αραβία αντικατέστησε πολύ σύντομα τις ποσότητες πετρελαίου που σταμάτησαν να ρέουν στις διεθνείς αγορές από τις δύο άλλες χώρες.



