Στην παρούσα συγκυρία οι ιδιώτες επενδυτές θα πρέπει μάλλον να περιλαμβάνουν ομολογιακά και μεικτά αμοιβαία κεφάλαια στα χαρτοφυλάκιά τους. Αυτό επισημαίνει ο κ. διευθύνων σύμβουλος της ING Πειραιώς Asset Management, ο οποίος εκτιμά ότι ευρωπαϊκά εταιρικά ομόλογα προσεκτικά επιλεγμένων εταιρειών και εκδοτών υψηλής πιστοληπτικής ικανότητας, με λήξεις τριών – πέντε ετών, έχουν την προοπτική να δώσουν καλό επιτόκιο. Επίσης έχουν τη δυνατότητα υπεραξίας από την αναμενόμενη περαιτέρω πτώση των παρεμβατικών επιτοκίων και την ανατίμηση του ευρώ έναντι του δολαρίου.
– Κύριε Μάκκα, πιστεύετε ότι ο τερματισμός του πολέμου στο Ιράκ αρκεί για την ανάκαμψη των αγορών ή ότι οι επιπτώσεις των γεωπολιτικών εξελίξεων θα είναι μακροχρόνιες;
«Ο τερματισμός του πολέμου στο Ιράκ δεν αρκεί για να μπούμε σε μια σταθερή πορεία ανάκαμψης των αγορών. Η αβεβαιότητα για την τελική έκβασή του ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Οι αβεβαιότητες όμως για την πορεία της σύγκρουσης, τη σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής, τις παράπλευρες απώλειες και για το νόημα των γεωπολιτικών ανακατατάξεων που φάνηκαν να δημιουργούνται ήταν σημαντικές. Ο βαθμός στον οποίο αυτές οι αβεβαιότητες μειώθηκαν αντικατοπτρίζεται ήδη στις χρηματιστηριακές αγορές, με μια ανάκαμψη της τάξεως του 10%-20% από τα χαμηλά τους πριν από έναν μήνα περίπου. Οι επιπτώσεις των γεωπολιτικών εξελίξεων στις αγορές είναι λιγότερο προβλέψιμες από τις ίδιες τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Πάντως περαιτέρω ένταση στις πολιτικές – οικονομικές σχέσεις των ΗΠΑ με τον γαλλογερμανορωσικό άξονα, σενάριο όχι πολύ πιθανό, δεν θα βοηθήσει το επενδυτικό κλίμα. Αντίθετα, η αναμενόμενη σταθερότητα στην τιμή του πετρελαίου σε βάθος χρόνου θα είναι θετικός παράγοντας. Με την ουσιαστική λήξη της σύρραξης στο Ιράκ οι αγορές θα επιστρέψουν στα βασικά οικονομικά στοιχεία των οικονομιών και εταιρειών για να πάρουν κατεύθυνση. Το κλίμα εμπιστοσύνης για καταναλωτές και επενδυτές έχει υποστεί σοβαρά πλήγματα τον τελευταίο καιρό, και επηρεάζεται αρνητικά ακόμη και από το ασιατικό σύνδρομο πνευμονίας (SARS), σε μια κρίσιμη καμπή για την ασιατική και την παγκόσμια οικονομία».
– Οι επενδυτές δείχνουν σήμερα να προτιμούν τη διατήρηση ρευστότητας. Κατά τη γνώμη σας είναι η ενδεδειγμένη επενδυτική στρατηγική στο σημερινό περιβάλλον, όπου η αβεβαιότητα εξακολουθεί να κυριαρχεί, ή υπάρχει πιο αποδοτική στρατηγική;
«Η διατήρηση της ρευστότητας και οι πολύ επιλεκτικές τοποθετήσεις σε μετοχικούς και ομολογιακούς τίτλους παραμένουν ο συνδυασμός μιας ενδεδειγμένης πολιτικής τουλάχιστον για το επόμενο εξάμηνο. Θα χρειαστεί να μειωθεί η έντονη μεταβλητότητα των οικονομικών εξελίξεων προτού αλλάξει σημαντικά ο συνδυασμός αυτός. Προκύπτει βέβαια το εύλογο ερώτημα μήπως ή γενική συμπεριφορά της αγοράς, που προτιμά τη ρευστότητα από τις μακροχρόνιες επενδύσεις, γίνει τελικά αυτοεκπληρούμενη προσδοκία. Ετσι η απαισιοδοξία των αγορών μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην καχεξία των οικονομιών μακροπρόθεσμα».
– Τι είναι αυτό που θα άνοιγε την όρεξη των επενδυτών για ρίσκο;
«Η προοπτική για καλύτερη πορεία στα οικονομικά μεγέθη, κυρίως στις ΗΠΑ και στην ευρωζώνη, και η ανάκαμψη της κερδοφορίας των εταιρειών είναι αναγκαίοι παράγοντες για να διοχετευθεί μέρος της ρευστότητας σε μετοχικές επενδύσεις και να μεγαλώσει γενικά η όρεξη για επενδυτικό ρίσκο. Παράλληλα η πορεία των ισολογισμών των καταναλωτών και του επενδυτικού κοινού θα παίξει σημαντικό ρόλο. Η διάθεση για επενδυτικό ρίσκο θα αυξηθεί όταν τα βασικά μεγέθη των οικογενειακών ισολογισμών βρουν μια νέα ισορροπία μετά το σκάσιμο της χρηματιστηριακής “φούσκας” από το 2000. Σε κάθε περίπτωση, η ανάγκη για επαγγελματική διαχείριση στη σημερινή συγκυρία είναι δεδομένη».
– Σε κάθε εποχή υπάρχει μια μορφή τοποθέτησης που ξεχωρίζει, όπως για παράδειγμα πέρυσι τα ομόλογα. Στη σημερινή συγκυρία, τι είναι αυτό που πάει καλά και θα έπρεπε κάθε επενδυτής να το συμπεριλάβει στο χαρτοφυλάκιό του;
«Στη συγκυρία των τελευταίων μηνών τα ομόλογα, και δη τα εταιρικά, έχουν δώσει συγκριτικά πολύ καλές αποδόσεις. Πιστεύω ότι θα συνεχίσουν ακόμη για ένα διάστημα να αποδίδουν αποτελέσματα της τάξεως του 4%-7%. Ευρωπαϊκά εταιρικά ομόλογα προσεκτικά επιλεγμένων εταιρειών και εκδοτών υψηλής πιστοληπτικής ικανότητας, με λήξεις τριών – πέντε ετών, έχουν τη προοπτική να δώσουν καλό επιτόκιο και να ωφεληθούν από την αναμενόμενη μείωση των περιθωρίων τους έναντι των κυβερνητικών ομολόγων σε επίπεδα του ιστορικού μέσο όρου των περιθωρίων αυτών. Επίσης έχουν τη δυνατότητα υπεραξίας από την αναμενόμενη περαιτέρω πτώση των παρεμβατικών επιτοκίων και την ανατίμηση του ευρώ έναντι του δολαρίου. Είναι εύλογο ότι η επιλογή των ομολογιακών τίτλων και ιδίως η παρακολούθηση των πιστοληπτικών κινδύνων των εταιρειών επαφίενται στους επαγγελματίες. Ετσι οι ιδιώτες επενδυτές θα πρέπει μάλλον να περιλαμβάνουν ομολογιακά και μεικτά αμοιβαία κεφάλαια στα χαρτοφυλάκιά τους».



