«Aπό τα ψηλά στα χαμηλά και απ’ τα πολλά στα λίγα» αναφέρει η λαϊκή ρήση. Ο Μιχαήλ Χοντορκόφσκι και ο Πλάτων Λεμπέντεφ, τα δύο «συνεταιράκια» του πετρελαϊκού γίγαντα Yukos και της τράπεζας Menatep αποτελούν την απόλυτη ενσάρκωση του λαϊκής σοφίας. Δεν είναι δα και λίγο πράγμα, ο Χοντορκόφσκι, από πλουσιότερος άνθρωπος της Ρωσίας με πάνω από 15 δισ. δολάρια προσωπική περιουσία, σύμφωνα με το «Forbes», να βρίσκεται ξαφνικά άφραγκος και στα σίδερα.


Ηταν ή όχι άδικη η προαναγγελθείσα καταδίκη τους σε εννέα χρόνια φυλάκιση; Στην πραγματικότητα, όταν μιλάμε για τη μετασοβιετική Ρωσία και τη συστηματική διασπάθιση του δημόσιου πλούτου της, η μόνη αδικία σχετίζεται με τα κριτήρια επιλογής των κατηγορουμένων. Γίνεται να πηγαίνει φυλακή ο διαπλεκόμενος επιχειρηματίας, για «στημένες ιδιωτικοποιήσεις» αντί πινακίου φακής, και οι υπουργοί- πωλητές να παραμένουν σε θέσεις εξουσίας, σφυρίζοντας αδιάφορα; Γίνεται: ο Μπορίς Γέλτσιν και η περιβόητη «Αυλή» του είναι όλοι ελεύθεροι και ζάπλουτοι, όπως βέβαια και οι περισσότεροι άλλοι «ολιγάρχες» της δεκαετίας του ’90. Και ο Ανατόλι Τσουμπάις, ο «φιλελεύθερος» υπουργός Οικονομικών που πραγματοποίησε τα μεγαλύτερα ξεπουλήματα της δεκαετίας, όχι μόνο δεν… κάνει παρέα στους Χοντορκόφσκι και Λεμπέντεφ αλλά παραμένει πανίσχυρος διοικητής του ηλεκτρικού μονοπωλίου UES, υπεράνω του νόμου.


Το βαθύτερο δίδαγμα της καταδίκης Χοντορκόφσκι δεν εντοπίζεται στο προσωπικό δράμα του έγκλειστου Κροίσου, ούτε βέβαια και στις δύο επίσημες «γραμμές» προπαγάνδας γύρω του: η διάλυση της Yukos δεν σηματοδοτεί την αρχή του τέλους των ολιγαρχών, όπως επιχειρεί να μας πείσει το Κρεμλίνο, ούτε βέβαια αποτελεί κίνδυνο για επιστροφή της Ρωσίας σε σοβιετικές εποχές, όπως επιδιώκουν να μας πείσουν οι δυτικοί αναλυτές. Για ποια σοβιετοποίηση μιλάμε εξάλλου, όταν οι διαπλεκόμενοι με το κράτος «ολιγάρχες» εξακολουθούν να ελέγχουν ως και το 70% της ρωσικής οικονομίας; Οπως εξηγεί το πρακτορείο ΑΡ: «αν περιλαμβάνονταν στο κατηγορητήριο οι ιδιωτικοποιήσεις του 1995, η κυβέρνηση θα έπρεπε να επιτεθεί σε όλους τους ολιγάρχες που απέκτησαν μερίδια στον ορυκτό πλούτο της Ρωσίας»: σε όλη δηλαδή τη ρωσική ελίτ, στους μεγιστάνες του χρήματος και των MME που στηρίζουν την εξουσία του, μετά την «αλλαγή φρουράς» το 1999.


Απλούστατα, η τεράστια περιουσία του Χοντορκόφσκι και οι στενές σχέσεις του με τις ΗΠΑ και τις μεγάλες «πετρελαϊκές αδελφές» τους τον έκαναν να νιώσει ανίκητος: δεν ήταν. Και η κίβδηλη αυτή πανοπλία απέναντι στο σύστημα που τον εξέθρεψε, αυτό το συναίσθημα «κυρίαρχου του κόσμου», που χαρακτηρίζει τους υπερ-επιτυχημένους, τελικά τον οδήγησε σε σοβαρά λάθη, με μεγαλύτερα την ανακοίνωση της τεράστιας προσωπικής περιουσίας του το 2001 (ο πρώτος και μάλλον τελευταίος «ολιγάρχης» που το αποτόλμησε), τη δημόσια υποστήριξη πολιτικών αντιπάλων του Πούτιν, και πάνω από όλα τη χάραξη φιλοδυτικής και ιδιωτικοποιημένης ενεργειακής πολιτικής για τη Ρωσία του 21ου αιώνα, που διέφερε σημαντικά από αυτήν του Κρεμλίνου.


Ο πραγματικά κερδισμένος της όλης υπόθεσης δεν είναι άλλος από το μονοπώλιο φυσικού αερίου – «κράτος εν κράτει» -, την Gazprom, που φαίνεται αποφασισμένη να μετατραπεί σε μονοπώλιο και του ρωσικού πετρελαίου, «καταπίνοντας» όχι μόνο την παραγωγή της ανύπαρκτης πλέον Yukos (που έχει περιέλθει με συνοπτικές διαδικασίες στην κρατική Rosneft) αλλά και ολόκληρη την πετρελαϊκή παραγωγή της Ρωσίας. Ηδη οι επαΐοντες θεωρούν βέβαιη τη συγχώνευση της Gazprom με τη Rosneft, που θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο τον κρατικό έλεγχο ενώ στην αναμονή είναι και η ενθυλάκωση της Transneft, του μονοπωλίου των σοβιετικών αγωγών.