Είμαι μια βιομηχανία εκατομμυρίων





Η απεσταλμένη του «Βήματος» συναντά τον διάσημο αμερικανό ηθοποιό στο Λονδίνο με αφορμή τη νέα ταινία του «Καλύτερα δεν γίνεται» με την οποία διεκδικεί (για 11η φορά στην καριέρα του!) ένα χρυσό αγαλματίδιο της Αμερικανικής Ακαδημίας


ΛΟΝΔΙΝΟ, 6 Φεβρουαρίου 1998.


«Ι really have no idea!». Ο ινδός ταμίας του πολυκινηματογράφου Marble Arch Odeon αδυνατεί να ικανοποιήσει την περιέργεια της τριάντα και κάτι σινεφίλ που στέκεται μπροστά του. Δεν γνωρίζει ούτε ποιος είναι ο τίτλος της καινούργιας ταινίας του Νίκολσον ούτε πότε αφικνείται στην Ευρώπη. Βρίσκομαι λίγο πιο πίσω ­ έχει τέτοιο κρύο σήμερα που θεώρησα ότι μια απογευματινή παράσταση θα είναι το καλύτερο γιατροσόφι για ένα ελλοχεύον συνάχι. Χαμογελώ αυτάρεσκα. «Καλύτερα δεν γίνεται» λέω στην εμβρόντητη Αγγλίδα. «Θα προβληθεί γύρω στα μέσα Μαρτίου» (σ.σ.: σε λίγες ημέρες θα μάθω ότι αυτή η ταινία θα του χαρίσει την ενδέκατη υποψηφιότητα για Οσκαρ). Εκείνη με ευχαριστεί θερμά και απομακρύνεται από το ταμείο ­ την απορία «πώς μια αλλοδαπή γνωρίζει τέτοιες πληροφορίες για τον δικό της Τζακ» θα την κουβαλήσει μαζί της στον λονδρέζικο υπόγειο.


Οσο ο ταμίας, βαριεστημένα ευγνώμων, μου κόβει εισιτήριο για τις «Ξέφρενες νύχτες», φέρνω στο μυαλό μου τη χθεσινή ημέρα. Ξενοδοχείο «Dorchester», στη σουίτα της Columbia Tristar, στις 2 το απόγευμα. Δεν αργώ να αντιληφθώ ότι το delirius tremens από το οποίο φαίνεται να πάσχει ο νεαρός συνταξιδιώτης μου στο ασανσέρ έχει πάρει διαστάσεις επιδημίας στον τρίτο όροφο· εκεί δηλαδή όπου θα αποβιβαστούμε αμφότεροι. Επί της υποδοχής η καταγχωμένη Τόνι Νίκολς της Κολούμπια. Με πληροφορεί ότι η συνάντησή μου με τον Τζακ Νίκολσον (προγραμματισμένη για τις 2.45, sharp!) θα λάβει τελικά χώρα στις 3.50 λόγω ενός παρατεταμένου γεύματος. Γύρω μου διαγιγνώσκω πανικό. Ξένοι δημοσιογράφοι μπαινοβγαίνουν από την εν λόγω σουίτα στη διπλανή, κάποιοι κάνουν μια τελευταία επανάληψη στις ερωτήσεις τους, κάμερες βολιδοσκοπούν την κατάσταση. Προσπαθώ να κρατήσω την ψυχραιμία μου. Ισως βοήθησε και μια Lager που απήλαυσα σε μια γειτονική παμπ. Εντάξει, δεν συναντάς κάθε ημέρα τα ομιλούντα φρύδια της μεγάλης οθόνης ούτε το Νο 6 στη λίστα με τους κορυφαίους κινηματογραφικούς ηθοποιούς όλων των εποχών (περιοδικό «Empire», Οκτώβριος 1997).


Στις 3.30 βρίσκομαι στη σουίτα με τα λοιπά μέλη του γκρουπ μου. Κάθομαι δίπλα στην κεφαλή του οβάλ τραπεζιού. Μπροστά μας από ένα μπλοκ και από ένα μολύβι. Μια υπέρ το δέον επαγγελματίας συνάδελφος από τη Φινλανδία αρπάζει από το μίνι μπαρ ένα γυάλινο ποτήρι και καρφιτσώνει στην άκρη του ένα μικρόφωνο. Σε λίγα λεπτά φθάνει στα αφτιά μας κάτι σαν ηχώ μιας αβάσταχτα οικείας φωνής. Η Τόνι Νίκολς μάς παρακαλεί να υποδεχθούμε τον Τζακ Νίκολσον. Ή μάλλον την καρτούν εκδοχή του που προσγειώνεται αίφνης μπροστά μας. Ενας 61χρονος «γεματούλης» μεσήλιξ με μειδίαμα τζόκερ. Μαύρα γυαλιά, μαλλιά ανεμοδαρμένα, φρύδια ανασηκωμένα (σε μόνιμη βάση, όπως θα παρατηρήσω στα 35 λεπτά που θα κάθομαι δίπλα του). «Helloooo there!». Οπως κάθεται στη θέση του και ρωτάει αν θέλει κανείς νερό, πιάνω με την άκρη του ματιού τα faux leopard μοκασίνια του. Σαν να ξεπήδησε από μια συνεύρεση με τις «Μάγισσες του Ιστγουικ». Και με τις τρεις μαζί.


Οση ώρα διαρκεί η συνέντευξη τον χαζεύω να σκιτσάρει κάτι με το μολύβι του. Μιλάει ακατάπαυστα, άνετος (παρατηρώ) από συνήθεια. Είμαι πεπεισμένη ότι λίγα λεπτά προτού έρθει να μας συναντήσει, τη στιγμή ακριβώς που ρουφούσε την ύστατη γουλιά από το Beaujolais του, μας έστειλε όλους στην Κόλαση που του χαλάσαμε το τσιμπούσι. Μας έχουν προειδοποιήσει ότι οι φωτογραφίες απαγορεύονται, μια συνάδελφος όμως δεν το «βάζει» κάτω. Του θυμίζει ενώπιον όλων μας ότι έχει έρθει μαζί με μια σκιτσογράφο που θα μπορούσε να τον απαθανατίσει. Εκείνος χαμογελά σαρδόνια: «Δεν την άφησα να κάνει το σκίτσο μου γιατί είμαι, ξέρετε, συλλέκτης έργων τέχνης και πρόλαβε να μου δείξει κάποια δείγματα της δουλειάς της!». Εγώ πάντως θα προλάβω να εξασφαλίσω τα δικά του σκίτσα (θα μου παραχωρήσει μάλιστα μια προσωπική αφιέρωση). Χωρίς όμως να μου αποκαλύψει ποιον απεικονίζουν ­ ίσως εκείνον τον άλλον Τζακ, τον «ξένοιαστο καβαλάρη», που έν ετει 1956 έκανε τα θελήματα στο τμήμα κινουμένων σχεδίων της MGM. Μόνο και μόνο για να χαζεύει από κοντά «movie stars».


­ Κύριε Νίκολσον, είστε έτοιμος;


«Πάντα είμαι έτοιμος. Αυτό είναι άλλωστε το μότο μου».


­ Σε ποιον χώρο θα λέγατε ότι εξαργυρώνετε περισσότερο την ανεκτίμητη αυτή ιδιότητά σας;


«Φροντίζω να την επιστρατεύω περισσότερο στις διαπραγματεύσεις μου με τις κινηματογραφικές εταιρείες. Βλέπετε, παραπονούνται συνέχεια ότι εμείς οι σταρ δεν χάνουμε ευκαιρία να παρακωλύσουμε με κάποιον τρόπο τη διαδικασία. Ετσι πάντα καταφθάνω αλαλάζοντας: “Πανέτοιμος!”».


­ Την επόμενη εβδομάδα θα ανακοινωθούν οι υποψηφιότητες για τα Οσκαρ. Είστε και πάλι έτοιμος να αντιμετωπίσετε το ενδεχόμενο της ­ χτυπάτε ακόμη και το ρεκόρ του Ολίβιε! ­ ενδέκατης υποψηφιότητας;


«Πιστέψτε με, δεν θα ξυπνήσω στις πέντε τα ξημερώματα για να δω τα αποτελέσματα. Ποτέ δεν σηκώνομαι τόσο νωρίς. Ισως βέβαια να μην έχω πέσει ακόμη για ύπνο! Και όχι, σας διαβεβαιώ, επειδή θα βλέπω τηλεόραση!». (ξεκαρδισμένος στα γέλια)


­ Μιλήστε μου για τον Μέλβιλ, τον ρόλο σας στο «Καλύτερα δεν γίνεται», που ενδέχεται να σας χαρίσει αυτή την υποψηφιότητα.


«Σίγουρα δεν είναι και ο πιο συμπαθής τύπος που έχετε γνωρίσει. Πάσχει από ιδιοψυχαναγκαστική νεύρωση, μια μάλλον ιδιαίτερη ψυχική πάθηση. Πλένει τα χέρια του με βραστό νερό 100 φορές την ημέρα, ζητάει στο εστιατόριο ένα συγκεκριμένο τραπέζι και το έχει με το έτσι θέλω… Και, το χειρότερο, είναι ο ιδανικός υποψήφιος γι’ αυτήν την ασθένεια. Είναι συγγραφέας, που σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να πηγαίνει στο γραφείο, έχει γράψει 62 βιβλία, όλα παθιασμένες ρομαντικές νουβέλες που πουλάνε σαν τρελές, έχει μπόλικο χρήμα, έτσι δεν χρειάζεται κανέναν και τίποτε. Βέβαια για μένα είναι ένας ακόμη Νεοϋορκέζος».





­
Υπονοείτε μήπως ότι όλοι οι αυτόχθονες Νεοϋορκέζοι αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα;


«Μμμ… Ναι. Ξέρετε, έχω και εγώ ο ίδιος γεννηθεί εκεί και έτσι μπορώ να πω ότι ξέρω από πρώτο χέρι. Είναι, νομίζω, πώς να το πω, αποκλειστικό προνόμιο της πόλης. Πάρτε για παράδειγμα την πρώτη σκηνή της ταινίας (σ.σ. ο Μέλβιλ πετάει στα σκουπίδια τον σκύλο του γκέι γείτονά του). Το πρώτο που θα σκεφθούν όσοι τη δουν είναι: “Για δες ένα ρατσίσταρο!”, δεν συμφωνείτε;».


­ Φοβάμαι πως ναι.


«Και όμως ο ηθοποιός πότε δεν αντιμετωπίζει τα πράγματα από μια τέτοια οπτική γωνία. Εγώ το βλέπω ως εξής: έχουμε να κάνουμε με έναν τύπο που, αν τολμήσεις μόνο να υπαινιχθείς ότι είναι ρατσιστής, θα μεταμορφωθεί σε έναν ακόμη ειδεχθέστερο ρατσιστή. Αυτός είναι και ο βασικός τρόπος λειτουργίας ενός βέρου Νεοϋορκέζου. Αν τον ρωτήσει π.χ. κομπιάζοντας ένας επαρχιώτης: “Πού είναι ο υπόγειος;”, η απάντηση που θα πάρει είναι: “Τι ψάχνεις, ρε φίλε, υποβρύχιο; Μήπως προτιμάς ελικόπτερο; ή μήπως θα προτιμούσες το επόμενο τρένο για Κίνα;”. Απλά αυτή είναι η φύση του».


­ Τελικά τι ήταν εκείνο που σας συνάρπασε στον συγκεκριμένο ρόλο;


«Δεν συναρπάζομαι ποτέ από ρόλους. Βλέπετε, δεν είμαι σκηνοθέτης. Ποτέ δεν επιλέγω ένα ρόλο για τον ρόλο. Πάντα έκανα την ταινία για την ταινία. Θέλω πάντα να βρίσκομαι στο πιο ενδιαφέρον πλατό που είναι κάθε φορά διαθέσιμο».


­ Τι ενδιαφέρον είχε λοιπόν το «Καλύτερα δεν γίνεται» του Τζέιμς Μπρουκς;


«Εκείνο που με τράβηξε πραγματικά ήταν το πνευματώδες κείμενο. Ξέρετε, όταν μου πρωτοέδωσαν το σενάριο, προτού επενέβη επάνω του η πένα του Τζιμ, το απέρριψα αμέσως. Είναι ίσως ένα από τα λιγοστά πράγματα που ο ίδιος ο ατζέντης μου έσπευσε να μου προτείνει ­ ξέρετε, είναι λίγο τεμπέλης, άσε που με φοβάται και λίγο. Τέλος πάντων. Η ουσία είναι ότι στην αρχή μου φάνηκε κάπως εξωραϊσμένο, γι’ αυτό και το απέρριψα. Με άλλα λόγια, ο σεναριογράφος είχε μεν συλλάβει επιτυχώς το αίσθημα και την καρδιά της ιστορίας αλλά κάτι του έλειπε… Πιστεύω ότι ο οποιοσδήποτε ηθοποιός θα είχε ενδώσει στο τελικό σενάριο του Μπρουκς».


­ Ποιο είναι το μαγικό συστατικό του Μπρουκς; Ας μην ξεχνάμε ότι η συνεργασία σας μαζί του στις «Σχέσεις στοργής» σάς έχει ήδη χαρίσει ένα χρυσό αγαλματίδιο.


«Είναι ένας από τους πιο ευφυείς σεναριογράφους στον κόσμο. Τελεία και παύλα. Είναι “ψείρας”, ποτέ δεν σταματά να βελτιώνεται, τοποθετεί την ταινία στον πυρήνα των ανθρωπίνων σχέσεων, δεν μιλά για έναν τύπο που έχει ένα πλαστικό αφτί και πρόκειται να ανατινάξει ένα σχολείο την επόμενη εβδομάδα ή που τρελαίνεται να κόβει τα δαχτυλάκια των ποδιών όποιου συναντά… και άλλα παρόμοια. Το “Καλύτερα δεν γίνεται” είναι μια ταινία που έχει να κάνει με απλούς ανθρώπους και όμως το όραμά της είναι τελείως μοναδικό. Είναι ξεχωριστό και από λογοτεχνικής απόψεως».


­ Μια που μιλάμε για την ψυχική διαταραχή του Μέλβιλ, αδράχνω την ευκαιρία να σας ρωτήσω, και μη με παρεξηγήσετε, τελικά είστε τρελός ή όλα αυτά είναι απλώς φήμες;


(ξεκαρδισμένος) «Οχι, καθόλου δεν σας παρεξηγώ. Θα έλεγα ότι είμαι ίσως ένας από τους πιο πνευματικώς υγιείς ανθρώπους που έχετε ποτέ συναντήσει. Οσον αφορά το πρόβλημα του Μέλβιλ, δεν πρόκειται για μια ψυχική διαταραχή. Δεν έχει να κάνει με “τρελογιατρούς”. Είναι καθ’ όλα χημική, ακριβώς όπως η μανιοκατάθλιψη. Η μοναδική θεραπευτική αγωγή που συνιστάται είναι κάποια ειδικά χάπια. Δεν υπάρχει, δηλαδή, καμία ανάλυση ή θεραπεία. Και αυτό που εγώ ο ίδιος ανακάλυψα, παρ’ όλο που δεν γίνεται και τόσο σαφές μέσα από το ίδιο το φιλμ, είναι ότι αυτός ο άνθρωπος αγωνίζεται πάνω από όλα να βοηθήσει τον εαυτό του. Αυτό είναι για μένα και το πιο θετικό στοιχείο αυτού του ρόλου. Γιατί με την ιδιοψυχαναγκαστική νεύρωση δεν είναι όπως όταν έχεις γρίπη: δεν κόβεις τα χάπια όταν αισθανθείς ότι σου έχει περάσει. Γιατί εδώ, αν τα σταματήσεις, η αρρώστια επιστρέφει. Τόσο απλά. Βέβαια η ταινία δεν είναι σε αυτό το κλίμα. Δεν πρόκειται για ένα ντοκυμαντέρ για την εν λόγω πάθηση. Αυτό που θέλησε να δείξει ο Τζιμ Μπρουκς είναι ότι πολλές φορές οι ίδιες οι δυνάμεις μας μάς φυλακίζουν».


­ Οπως και να το κάνουμε, έχετε κάποια εμμονή με τους διανοητικά διαταραγμένους χαρακτήρες, έτσι δεν είναι; Και μην αποφύγετε πάλι την ερώτηση.


«Θα σας απαντήσω μόνο αν μου πείτε σε ποιους ακριβώς ρόλους αναφέρεστε».


­ Ο Τζακ Τόρανς της «Λάμψης» δεν σας είναι αρκετός;


«Μμμμ… Εντάξει! Εχετε δίκιο. Μην ξεχνάτε όμως ότι η “Λάμψη” είναι πάνω απ’ όλα Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Τα υπόλοιπα ­ τα περί ταύτισής μου με τον Τόρανς ­ είναι προϊόν ενός καλοστημένου μάρκετινγκ. Ευκαιρία να σας θυμίσω ότι ελάχιστοι ηθοποιοί, εκτός από μένα, έχουν περιθώρια επιλογής. Απλά τους γίνεται μια πρόταση, δέχονται, φέρουν εις πέρας τη δουλειά και πάλι από την αρχή. Υστερα βέβαια μπορούν να βγουν να πουν ότι επέλεξαν ένα ρόλο επειδή π.χ. τους ενδιέφερε η συγκεκριμένη ασθένεια αλλά, πιστέψτε με, δεν θα λένε αλήθεια. Οσο για μένα, το ξαναείπα, δεν μου καίγεται καρφί για τον ρόλο ή για το θέμα της ταινίας. Θέλω απλά να κάνω ένα καλό φιλμ ή μάλλον αυτό που θεωρώ εγώ καλό φιλμ. Αυτά είναι τα κριτήριά μου. Και όσοι με αφορμή τη “Λάμψη” ισχυρίζονται ότι εγώ είμαι ένας επίδοξος Στάνλεϊ Κιούμπρικ, σας θυμίζω ότι εκείνος θεωρεί πως οι ιστορίες φρίκης εμπεριέχουν θετική ενέργεια. Γιατί ο Κιούμπρικ δεν πιστεύει στη ζωή μετά θάνατον. Ετσι, όταν την ανακαλύπτει μέσα σε μια ταινία, είναι ένα επιπλέον δώρο γι’ αυτόν. Φαντασθείτε ότι για εκείνον η “Λάμψη” είναι μια ιστορία για τον Παράδεισο».


­ Εσείς αλήθεια πιστεύετε στη ζωή μετά θάνατον;


«Οχι, ούτε εγώ. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι την αμφισβητώ κιόλας».


­ Μάλλον δεν είστε ακριβώς αυτό που λέμε θρήσκος.


«Σίγουρα όχι αλλά πρέπει να παραδεχθώ ότι διαθέτω μια φυσιολογική, δηλαδή διόλου ευκαταφρόνητη, ποσότητα ενεργούς προκατάληψης. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να μην πιστεύω στον Θεό, σας ερωτώ, όμως, γιατί έχω μερικές φορές την αίσθηση ότι συνομιλώ σιωπηλά με κάποιον στο επάνω μέρος του κεφαλιού μου; Ομολογώ πάντως ότι ζηλεύω όσους πιστεύουν».


­ Θυμάστε αλήθεια ποια ήταν η φράση που δακτυλογραφήσατε στη «Λάμψη»;


«All work and no play makes Jack a dull boy» (σ.σ. με μάλλον ελεύθερη μετάφραση «Η πολλή δουλειά κάνει βαρετό τον Τζακ»).


­ Εκτός από τα περί τρέλας, τι άλλες εσφαλμένες εντυπώσεις έχει ο κόσμος για τον Τζακ Νίκολσον;


«Μμμμ… Εεεε, δεν ξέρω. Το βασικό είναι ότι με αντιμετωπίζουν σαν ένα τρομερό, άγριο και διανοητικώς “πειραγμένο”, αφημένο στην τύχη του ανθρώπινο ον ενώ στην πραγματικότητα ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Είμαι ένα πολύ καλοσχεδιασμένο, πολύ ισορροπημένο πλάσμα. Οπως και να το κάνουμε, εγώ που κάθομαι αυτή τη στιγμή δίπλα σας, κοιτάξτε με καλά, είμαι μια βιομηχανία εκατομμυρίων δολαρίων. Και αυτά, ξέρετε, δεν συμβαίνουν τυχαία».


­ Σίγουρα όχι στο Χόλιγουντ.


«Ναι, σίγουρα όχι στο Χόλιγουντ. Αν γίνονταν από μόνα τους, οι παραγωγοί θα κάθονταν να γυρίζουν ταινίες με τον θείο τους! Σε αυτόν τον χώρο ή είσαι σταρ ή δεν είσαι. Και αυτό ισχύει για μένα, ισχύει για τον Τζιμ Κάρεϊ, για τον Κλιντ Ιστγουντ, τον Ντάστιν, τη Μέριλ, τη Φέι. Τίποτε δεν γίνεται τυχαία. Δεν μπορείς να πας απλά και να “αγοράσεις” μια τέτοια δουλειά. Δεν μπορείς να προσποιείσαι εσαεί. Μπορείς ίσως να το κάνεις για μια ταινία. Μπορώ να σας απαριθμήσω δεκάδες ονόματα που στέφθηκαν για ένα χρόνο οι σταρ των μεγάλων στούντιο και μετά κατακρημνίστηκαν. Το παράξενο είναι ότι ο κόσμος δεν αντιλαμβάνεται πολλές φορές την αίσθηση του χρόνου… Σήμερα π.χ. μιλούσα με κάποιον και μου είπε: “Εσείς που δουλεύετε εδώ και δύο δεκαετίες περίπου…”. Του είπα: “Οχι, με συγχωρείτε πολύ, δουλεύω εδώ και τέσσερις δεκαετίες”».


­ Πόσο σίγουρος όμως μπορεί να είναι κανείς για την επιτυχία;


«Η τελική υποδοχή από το κοινό είναι κάτι που ποτέ δεν είσαι σε θέση να ελέγξεις. Το μόνο που μπορώ να διαγνώσω είναι πότε μια ταινία δεν πρόκειται να βρει το κοινό της. Τις περισσότερες φορές όμως δεν έχεις ιδέα τι σε περιμένει!».


­ Τι γίνεται με την άλλη ιδιότητά σας, αυτή του σκηνοθέτη;


«Λαμβάνοντας υπόψη ότι έχω εκ φύσεως μια ευχέρεια στο να λέω στους άλλους τι να κάνουν, είναι αναμφίβολα πολύ πιο λιγότερος κόπος για μένα. Οσο βρίσκεσαι στο στάδιο της εκμάθησης, η σκηνοθεσία είναι επίπονη· όταν την ξέρεις πια, είναι πολύ πιο εύκολη. Γιατί ο ηθοποιός δέχεται πολύ περισσότερες επιθέσεις στον πραγματικό κόσμο».


­ Τι εννοείτε «στον πραγματικό κόσμο»;


«Αν δουλεύατε σε αυτόν τον χώρο, πραγματικά θα μένατε κατάπληκτοι με το πόσος κόσμος δεν έχει ιδέα ποιος είναι π.χ. ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι όλοι είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να τα “βάλουν” με μένα και όχι με τον οποιονδήποτε Κιούμπρικ».


­ Με ποιους σκηνοθέτες θέλατε πάντα να συνεργασθείτε;


«Πώς θα μπορούσα να πω όχι σε μια πρόταση του Αντονιόνι ή του Κιούμπρικ ή του Καζάν ή του Βιντσέντε Μινέλι; Δυστυχώς για μερικούς είναι πλέον αργά».


­ Γιατί σας πήρε τόσο καιρό να αγγίξετε την επιτυχία;


«Νομίζω ότι έχει να κάνει με τη γενιά μου. Ημουν τέκνο του νέου κύματος, ψευδομπίτνικ και υπαρξιστής, δεν επένδυσα όσα έπρεπε στην προώθηση του ονόματός μου. Και αν δεν σκοπεύεις να προωθήσεις εαυτόν στο Χόλιγουντ, καλύτερα να μην πατήσεις καν το πόδι σου εκεί. Συχνά πάντως αναρωτιέμαι πώς γίνεται ηθοποιοί που είχαν μεγαλύτερη τύχη από μένα να καθυστερήσουν ακόμη περισσότερο».


­ Εγκαινιάσατε την καριέρα σας ως «παιδί για όλες τις δουλειές» στο τμήμα κινουμένων σχεδίων της MGM. Από τότε αλήθεια θέλατε να γίνετε ηθοποιός;


«Σας διαβεβαιώ, δεν ήταν πάντα ο διακαής μου πόθος. Ούτε και προερχόμουν από καμιά ιδιαίτερα καλλιτεχνική οικογένεια. Μόνο η αδελφή – μητέρα μου υπήρξε στα νιάτα της χορεύτρια και κωμική ηθοποιός και ούτε αυτό ακόμη το πολυήξερα. Οσο για εκείνη την πρώτη μου δουλειά στην MGM, την είχα δει απλά ως μια ευκαιρία να συναντήσω από κοντά σταρ του Χόλιγουντ. Το να γίνω ο ίδιος κάτι τέτοιο ήταν πέρα από την τότε τουλάχιστον φαντασία μου. Ημουν, βλέπετε, ένας τινέιτζερ σαν όλους τους άλλους. Με ταλάνιζε το προσφιλές ερώτημα: “Τι θα κάνω με τη ζωή μου;”».


­ Και τελικά πώς έγιναν όλα; Με «πολύ σπρώξιμο και ποδοπάτημα», όπως είχατε πει χαρακτηριστικά στο παρελθόν;


«Οχι, απλά με κάλεσαν. Και φαίνεται ότι είχα καλό timing».


­ Και ποιο ήταν το όπλο σας; Το ταλέντο;


«Οχι, η περιέργεια. Δούλευα ως παιδί για τα θελήματα ή μάλλον ως βοηθός παραγωγής, όπως προτιμούσα ο ίδιος να “διογκώνω” τις αρμοδιότητές μου στο τμήμα κινουμένων σχεδίων της MGM. Εφερνα λοιπόν πολλές βόλτες στα στούντιο και, όπως κάθε νεαρός στην ηλικία μου, ήθελα να γνωρίσω από κοντά τη Λάνα Τέρνερ, ήθελα να δω τον Μάρλον Μπράντο, πράγμα το οποίο και έκανα. Τελείωνα γρήγορα γρήγορα τη δουλειά μου και πήγαινα και στεκόμουν δίπλα στη σκηνή για να παρακολουθήσω τα τεκταινόμενα. Η φύση μου ήταν πάντοτε η ίδια· έτσι από τότε φρόντιζα να πιάνω κουβέντα με τους πάντες. Ελεγα: “Εϊ, πώς πάει;”, χωρίς όμως να επιδιώκω να αναρριχηθώ ή οτιδήποτε τέτοιο.


Μια ωραία πρωία λοιπόν ήρθε ένας παραγωγός και με ρώτησε αν είχα ποτέ σκεφθεί να γίνω ηθοποιός. Του είπα “Οχι” και εκεί τελείωσε το όλο θέμα. Οταν την άλλη ημέρα γύρισα πίσω στα καθήκοντά μου, το αφεντικό μου, ο Μπιλ Χάνα της Hana – Barbera, μου τηλεφώνησε στο γραφείο και μου είπε: “Τζακ, σε ρώτησαν χθες αν θέλεις να γίνεις ηθοποιός;”. Του είπα: “Ναι”. “Και εσύ τι απάντηση τους έδωσες, Τζακ;”. “Τους είπα ‘όχι'”. Ο Μπιλ Χάνα ρώτησε: “Και δεν μου λες, Τζακ, τι στο διάολο θες να γίνεις, ένα παιδί για όλες τις δουλειές;”. Εν συνεχεία με προσέλαβαν και έτσι άρχισαν λίγο πολύ όλα».


­ Φαντάζομαι ότι δεν ήταν μόνο η περιέργεια που οικοδόμησε τον Τζακ Νίκολσον όπως τον γνωρίζουμε σήμερα.


«Χρειάστηκε να μάθω πολλά, είναι η αλήθεια. Παρακολούθησα μαθήματα δραματικής για 12 ολόκληρα χρόνια. Ποτέ δεν έχασα μάθημα. Τα περισσότερα όμως τα έμαθα παρακολουθώντας τη δική μου κακή δουλειά. Ξέρετε τώρα, βλέπεις μια ταινία και αποφαίνεσαι: “Ωχ, Θεέ μου, δεν θα ξανακάνω ποτέ κάτι τέτοιο”. Σταδιακά λοιπόν άρχισα να απορρίπτω σωρηδόν προτάσεις. Με λίγη καλή τύχη όλο και κάτι της προκοπής εμφανιζόταν».


­ Κύριε Νίκολσον, είστε ευτυχής;


«Αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή που μου θέτετε το ερώτημα, οφείλω να πω ότι είμαι από τους ελάχιστους εν ζωή ανθρώπους που όχι απλά είναι ευτυχείς αλλά και δεν φοβούνται να το ομολογήσουν».


­ Πρόσφατα ταχθήκατε υπέρ της σεξουαλικής δραστηριότητας του Μπιλ Κλίντον.


«Και φυσικά τάχθηκα υπέρ». (ξεκαρδισμένος) Και με αυτό δεν εννοώ ότι πρέπει να γινόμαστε ανήθικοι. Παραφράζοντας τα λόγια του Σολομώντα θα θυμίσω απλά ότι ένας ηγέτης χρειάζεται να δίνει εξηγήσεις μόνο όταν βάζει λεφτά στην τσέπη».


­ Ποια θα λέγατε ότι είναι η ευθύνη των ΜΜΕ σε αυτήν την υπόθεση που συντάραξε ολόκληρο τον πλανήτη; Αλλωστε, και εσείς έχετε πικρή ιδίαν πείρα.


«Δεν θα είμαι το εκατομμυριοστό δημόσιο πρόσωπο που θα πει ότι τα ταμπλόιντ και η τηλεόραση το έχουν παρακάνει. Δεν θα είμαι ο εκατομμυριοστός άνθρωπος που θα ρωτήσει γιατί όλες αυτές οι γυναίκες που παραπονούνται διαρκώς για όλα τα άλλα ζητωκραύγαζαν έξω από τα δικαστήρια την ώρα που διεξαγόταν η δίκη της Λορίν Μπόμπιτ. Εγώ θα τις ρωτούσα μόνο: “Τι δεν πάει καλά με σας, βρε κορίτσια; Αυτές όμως είναι οι δικές μου παλιομοδίτικες αντιλήψεις. Εσείς μείνετε ηλίθιες, κάντε τέλος πάντων ό,τι θέλετε. Μόνο μην αφήσετε κάτι τέτοιο να επηρεάσει την προεδρία”.


Το χειρότερο από όλα είναι ότι άνθρωποι εξακολουθούν να πεθαίνουν… Για κάθε παραπάνω ίντσα που αφιερώνει ένα τηλεοπτικό κανάλι στον αγώνα κατά του Κλίντον ένα ακόμη παιδί πεθαίνει, γιατί οι “φιλελεύθεροι” δεν αφήνουν να πάνε φάρμακα στην Κούβα, ένα ακόμη παιδί πεθαίνει στη Βοσνία».


­ Εσείς τι συμβουλή θα δίνατε στον παραστρατημένο πλανητάρχη;


«Θυμάμαι τότε που είχα πάει στην τελετή ορκωμοσίας του προέδρου. Χωρίς να το επιδιώξω, με περικύκλωσαν οι κάμερες. Ξέρετε, εγώ δεν πολυμιλάω στην τηλεόραση αλλά ήρθαν και μου έβαλαν ένα ματσούκι μπροστά μου… Και καθώς ήμουν όπως όλοι όταν βρίσκονται στο Λίνκολν Μεμόριαλ, έτοιμος δηλαδή να βάλω τα κλάματα από τη συγκίνηση, σαν καλός πατριώτης, υπέκυψα στο μικρόφωνο. “Τι θα λέγατε λοιπόν στον πρόεδρο Κλίντον;” με ρώτησαν. Πήρα το ρίσκο: “Να κάνει ό,τι θέλει, να ζει την κάθε ημέρα και να αποφεύγει τον Τύπο”».


­ Μπορείτε να παίξετε χωρίς τα γυαλιά σας;


«Στα γυρίσματα εννοείτε; Οχι, δεν τα χρησιμοποιώ σε όλες τις ταινίες μου. Τα φοράω μόνο στην περίπτωση που και ο ίδιος ο χαρακτήρας φοράει μαύρα γυαλιά. Μόνο τότε. Και επί τη ευκαιρία πρέπει να προσθέσω ότι ίδρωσα για να το πετύχω αυτό. Οπως και πολλά άλλα ακόμη. Οταν π.χ. πρωτοξεκίνησα, ο εξοπλισμός για την ηχοληψία μιας ταινίας γέμιζε ένα φορτηγό. Δύο χρόνια αργότερα είναι ένα αμελητέο μηχανηματάκι στα γόνατα των τεχνικών. Οταν έγινε αυτό, χρειάστηκε να αλλάξει και ο φωτισμός. Δεν ήμουν ακόμη σταρ, έπρεπε να τα βάλω με όλους σχεδόν τους σκηνοθέτες (σ.σ. χτυπάει το χέρι του δίκην έμφασης) γιατί ήμουν ο πρώτος ηθοποιός που αρνιόταν να βάλει μέικ απ. Πώς να το κάνουμε, δεν ήθελα. Και εκείνη την εποχή ήσουν υποχρεωμένος. Ούτε και σήμερα φοράω μέικ απ».


­ Ποια είναι η αγαπημένη σας κινηματογραφική σκηνή όλων των εποχών;


«Είναι μια σκηνή στη “Νύχτα των δολοφόνων” του Ρομάν (σ.σ. Πολάνσκι). Ολα εκτυλίσσονται σε ένα μόνο πλάνο. Είναι η σκηνή που ο Ντόναλντ Πλεζάνς εμφανίζεται με φόρεμα, στη συνέχεια έρχεται στην παραλία η Φρανσουάζ Ντορλεάκ, βάζουν και οι δύο τα γέλια, αυτός τελείως τρελός, με λίπστικ και νυχτικό, πέφτει στο έδαφος, αυτή αρχίζει να τρέχει, ρίχνει τα ρούχα της τρέχοντας προς τον ωκεανό. Σας θυμίζω, όλα αυτά σε ένα πλάνο… Μετά αυτή εξαφανίζεται, ο Λάιονελ Στάντερ εμφανίζεται, μιλούν λίγο για τα σχέδιά τους να κάψουν ανθρώπους, εμφανίζεται το αεροπλάνο, ζζζζζζ….. (σ.σ. μιμείται τον βόμβο αεροπλάνου). Το αεροπλάνο περνάει από μπροστά, ο Λάιονελ Στάνταρτ φεύγει και η Φρανσουάζ Ντορλεάκ επιστρέφει από τη βόλτα της στον ωκεανό. Αυτή είναι για μένα η απόλυτη σκηνή. Κρίμα, δεν ήμουν και εγώ μέσα».


­ Σας πειράζει να πάρω το έργο τέχνης σας; (σ.σ. τα δύο σκίτσα που έχει φιλοτεχνήσει πάνω στο μπλοκ του ξενοδοχείου «Dorchester» όση ώρα διαρκεί η συνέντευξη).


«Οχι βέβαια. Μόνο πείτε μου το μικρό σας όνομα για να σας κάνω μια αφιέρωση».