Μια λίαν αμφιλεγόμενη ταινία βρίσκεται ήδη στις μεγάλες οθόνες. Ενα κράμα φαντασίας και μουσικής ιστορίας, το «Velvet Goldmine» θυμίζει ποπ όπερα ­ το σάουντρακ υπερισχύει συχνά του σεναρίου. Το γιατί μας το εξηγούν ο σκηνοθέτης του φιλμ και ένας πρωταγωνιστής του


Ο σκηνοθέτης του «Velvet Goldmine», του πρώτου κινηματογραφικού έπους για το γκλαμ ροκ και τις ανδρόγυνες φαντασιώσεις των 70ς, έχει μανία με τα πειράματα. Μαζί με την παραγωγό Κριστίν Βασόν, «φίρμα» του αμερικανικού ανεξάρτητου σινεμά, επιμένει να καταφέρει απανωτά πλήγματα στα χολιγουντιανά σκευάσματα. Η αρχή έγινε με μια ταινία για τη ζωή και τον θάνατο της Κάθριν Κάρπεντερ, μιας ακόμη ροκ σταρ στον βωμό της anorexia nervosa. Αντί για αληθινούς ηθοποιούς, ο Τοντ Χέινς προτίμησε τις κούκλες Μπάρμπι! Η ταινία τελικώς απαγορεύτηκε ­ ύστερα από απειλές των Κάρπεντερ ­, πρόλαβε όμως να περιληφθεί στην cult αφρόκρεμα του αμερικανικού σινεμά κερδίζοντας μπόλικα βραβεία. Ακολούθησε το «Poison», μια τολμηρή ταινία για την εποχή του AIDS εμπνευσμένη από κείμενα του Ζαν Ζενέ ­ βραβείο της Κριτικής Επιτροπής του Φεστιβάλ Sundance το 1991 και ουρλιαχτά οργής από τους αμερικανούς οικογενειάρχες. Το 1995 επιστρέφει με τις περιπέτειες μιας νοικοκυράς που ανακαλύπτει ότι είναι αλλεργική στον 20ό αιώνα (το «Safe» κέρδισε με τη σειρά του το Ανεξάρτητο Αμερικανικό Βραβείο στο Φεστιβάλ του Σιάτλ). Ευτυχώς δηλαδή που ο 37χρονος Χέινς δεν πτοείται με όλα αυτά που λένε οι άσπονδοι εχθροί του. Οι γκρίνιες σημαίνουν ότι κάνει καλά τη δουλειά του! Ο σκηνοθέτης Τοντ Χέινς «Κάνω σινεμά με κούκλες Μπάρμπι»





­ Μέχρι στιγμής πώς υποδέχθηκε ο πλανήτης το «Velvet Goldmine»;


«Οι αντιδράσεις ήταν ανάμεικτες και ομολογώ ότι μου αρέσει πολύ αυτό! Τα μεγαλύτερα προβλήματα τα έχω με τον ροκ-εν-ρολ Τύπο. Δεν είναι σίγουροι τι να υποθέσουν. Σε αυτή την ταινία μπλέκεται τόσο πολύ η φαντασία με τα αληθινά γεγονότα που έχουν αποπροσανατολισθεί εντελώς!».


­ Γιατί αποφάσισες να νεκραναστήσεις το γκλαμ ροκ;


«Απλά σκέφθηκα ότι ποτέ κανένας δεν το είχε επιχειρήσει στο σινεμά και αυτό ήταν μάλλον μια δυσάρεστη έκπληξη για εμένα! Η πιο “θεατρική” περίοδος του ροκ-εν-ρολ να μην έχει γίνει ποτέ ταινία!».


­ Δεν πιστεύεις ότι αυτή η εξαργύρωση της νοσταλγίας (μέσα από ανακυκλούμενες μόδες) μπορεί να αποβεί επικίνδυνη;


«Οχι, δεν πιστεύω ότι είναι επικίνδυνη. Θα έλεγα μάλιστα ότι μπορούμε να αντλήσουμε πολλά από το παρελθόν. Αλλωστε η όλη ιδέα ότι όσο βαδίζουμε μπροστά στην ιστορία τόσο πιο προοδευτικοί γινόμαστε, πιο ανοιχτόμυαλοι, είναι μια μπούρδα! Είναι πολύ δύσκολο να ανακαλύψεις ξανά μια τόσο προοδευτική και επαναστατική περίοδο όσο ήταν η αρχή της δεκαετίας του ’70».


­ Ισως η δεκαετία του ’90 να είναι υπερβολικά μονότονη, ίσως να έχει ανάγκη από λίγο αλατοπίπερο από περασμένες δεκαετίες…


«Το γεγονός είναι ότι ζούμε σε ένα μεταμοντέρνο κόσμο από ζάχαρη, όπου όλα είναι διαθέσιμα μόλις τα ζητήσεις, αποκομμένα όμως από το παρελθόν, χωρίς σημεία αναφοράς. Μερικές φορές είναι απαραίτητο να ανατρέξεις στις κινητήριες δυνάμεις, να ανιχνεύσεις τι προηγήθηκε».


­ Εσύ ο ίδιος δεν είσαι τέκνο του γκλαμ ροκ.


«Οχι, είμαι λίγο… νέος για κάτι τέτοιο. Παραλίγο βέβαια να συμπέσουμε. Αν είχα γεννηθεί και μεγαλώσει στη Βρετανία, θα ήταν τελείως διαφορετικά τα πράγματα. Θα είχα αναπόφευκτα σκοντάψει στο γκλαμ. Πρέπει να ήταν στα μέσα της δεκαετίας του ’70 όταν αγόρασα τον πρώτο μου δίσκο Μπάουι και αργότερα, το 1980, στο πανεπιστήμιο όταν άκουσα για πρώτη φορά τους Roxy Music και τους Stooges. Τότε πήρα είδηση τι ακριβώς γίνεται».


­ Είναι ιδέα μου ή ο Γιούαν Μακ Γκρέγκορ είναι στην ταινία φτυστός ο αποθανών τραγουδιστής των Νιρβάνα Κερτ Κομπέιν;


«Σε διαβεβαιώ ότι δεν είχα ποτέ πρόθεση να κάνω κάτι τέτοιο! Ούτε που μου είχε περάσει από το μυαλό στη διάρκεια των γυρισμάτων. Ο Κερτ Γουάιλντ (ο ροκ σταρ που υποδύεται ο Μακ Γκρέγκορ στην ταινία) ήταν περισσότερο ένα κράμα Ιγκι Ποπ και Λου Ριντ. Μόνο πολύ αργότερα συνειδητοποίησα την ομοιότητα με τον Κομπέιν. Δεν νομίζω ότι με πείραξε καθόλου. Βοήθησε να γίνει λιγότερο “συγκεκριμένος” ο χαρακτήρας».


­ Θα ήταν «τραβηγμένο» να πει κανείς ότι ήταν μια ασύνειδη απόπειρα να ανακατέψεις τους μύθους των 70ς με αυτούς των 90ς;


«Καθόλου τραβηγμένο, αυτό ακριβώς έγινε. Μόνο που πρέπει να τονίσουμε το “ασύνειδη”».


­ Συνεργάστηκες με τον Μάικλ Στάιπ των REM για το σάουντρακ της ταινίας. Πώς είναι, αλήθεια, ως συνεργάτης;


«Στην πραγματικότητα ήταν ο διευθυντής παραγωγής του “Velvet Goldmine”. Βοήθησε βέβαια πολύ στο μουσικό μέρος της ταινίας. Και ήταν πολύ ευγενής, ευαίσθητος, προσεκτικός στους χειρισμούς του, δεν εμφανίστηκε ποτέ ως “παντογνώστης”, αντιθέτως σεβάστηκε πολύ την ιδιότητά μου, του σκηνοθέτη. Οχι ότι δεν είναι μουρλός! Μόνο που εγώ δεν βίωσα και πολύ αυτή την πλευρά του. Κράτησε ένα πολύ χαμηλό προφίλ στη διάρκεια των γυρισμάτων και νομίζω ότι του άρεσε που αυτή τη φορά δεν ήταν ο κινούμενος στόχος των προβολέων. Ηταν σαν ένα ολιγόλεπτο διάλειμμα από τη ροκ-εν-ρολ ζωή του».


­ Και σε αυτή την ταινία συνεργάστηκες με την παραγωγό Κριστίν Βασόν. Θα έλεγες ότι το δίδυμό σας είναι το εναλλακτικό ομοφυλοφιλικό αντίδοτο σε χολιγουντιανές ταινίες όπως το «Φιλαδέλφεια»;


«Ναι, το πιστεύω αυτό που λες. Οχι ότι όλες οι ταινίες μου έχουν ως κεντρικό άξονα την ομοφυλοφιλία. Το ίδιο ισχύει και για την Κριστίν. Αλλά ναι, είμαστε αμφότεροι γκέι, έχουμε φτιάξει μια δική μας ομάδα, είμαστε μια εναλλακτική λύση».


­ Κατά ποια έννοια εναλλακτική;


«Μπορώ να μιλήσω μόνο για τις ταινίες που έχουμε κάνει μαζί (“Poison”, “Safe”, “Velvet Goldmine”). Είναι όλες πειράματα, διαφορετικές από οτιδήποτε γίνεται σήμερα. Φυσικά δεν είναι ακριβώς αυτό που θέλει να δει ένα μεγάλο μέρος του κοινού. Για εκείνους όμως που ζητούν να επεξεργασθούν νέες ιδέες νομίζω ότι είναι οι πλέον κατάλληλες».


­ Ποιος είναι σήμερα ο μεγαλύτερος κίνδυνος για ένα δημιουργό του ανεξάρτητου σινεμά;


«Νομίζω ότι κάθε φιλμ είναι επικίνδυνο! Καλείσαι όμως να του τρίξεις τα δόντια. Ο μεγαλύτερος βέβαια κίνδυνος, μια και με ρωτάς, είναι να παίζεις εκ του ασφαλούς, ιδρώνοντας απλά για να κόψεις εισιτήρια. Να μην ξεχνάμε βέβαια και εκείνους που το “παίζουν” ανεξάρτητοι· που διεκδικούν την ταμπέλα “ανεξάρτητο σινεμά” αλλά στην πραγματικότητα ακολουθούν εντελώς συμβατικές φόρμες, αναζητώντας ανοιχτά μια εντελώς συμβατική επιβεβαίωση».


­ Μια που μιλάμε για ρίσκα, πώς γίνεται να καταθέσει κανείς κοινωνικό σχόλιο κάνοντας μια ταινία αποκλειστικά με κούκλες Μπάρμπι, όπως ήταν το «Superstar: The Karen Carpenter Story»;


«Ηθελα να κάνω μια ταινία με κούκλες πολύ προτού ανακαλύψω το συγκεκριμένο θέμα. Το πείραμα σε αυτή την περίπτωση ήταν να προσπαθήσω να γυρίσω ένα φιλμ που να συμμορφώνεται με τις συμβατικές δομές ενός οικείου κινηματογραφικού είδους, αντικαθιστώντας όμως τους ηθοποιούς με κούκλες. Ημουν σχεδόν σίγουρος ότι το κοινό θα κατάφερνε να ταυτισθεί με τους χαρακτήρες, ακριβώς όπως κάνει και με τους αληθινούς ηθοποιούς. Γιατί πιστεύω ότι ο τρόπος που προσεγγίζουμε το σινεμά έχει πολύ περισσότερο να κάνει με προκαθορισμένες δομές παρά με την ενσωμάτωση της αληθινής ζωής μέσα στο φιλμ. Για να γίνω πιο σαφής, πιστεύω ότι το συναίσθημα έρχεται από το κοινό, όχι από τον ηθοποιό. Η τελική ιδέα μού ήρθε όταν άκουσα ένα τραγούδι της Κάρεν Κάρπεντερ στο ραδιόφωνο. Είπα: “Θεέ μου, αυτό είναι!”. Η ιστορία ενός ροκ μύθου των 70ς που πάλεψε με την anorexia nervosa μέσα από τις Μπάρμπι. Είναι άλλωστε οι κούκλες-πρότυπο ενός “πλαστικού” ιδεώδους γυναικείου σώματος ο απόλυτος εφιάλτης για κάθε γυναίκα».


­ Είναι αλήθεια ότι οι Κάρπεντερ σε έτρεχαν στα δικαστήρια;


«Το 1990 o Ρίτσαρντ Κάρπεντερ μας έστειλε ένα εξώδικο. Μας προειδοποιούσε ότι, αν προβάλλαμε ξανά την ταινία, θα μας έσερνε στα δικαστήρια. Εκτοτε το “Superstar” έχει τελείως απαγορευθεί. Ηταν αναπόφευκτο να συμβεί αυτό. Χρησιμοποιήσαμε όλα τα τραγούδια των Κάρπεντερ χωρίς άδεια. Τι να πω… Παρ’ όλα αυτά, το φιλμ αυτό δεν θα είχε γίνει ποτέ αν δεν είχα αποφασίσει να παραβώ κάποιους κανόνες. Και χαίρομαι αφάνταστα που το έκανα!».


­ Διακρίνω μια εμμονή με ταινίες που έχουν να κάνουν με ασθένειες (disease films);


«Ναι, η έννοια της ασθένειας αποτελεί βασικό συστατικό των ταινιών μου. Με ερεθίζει πολύ ο τρόπος που το σώμα κάνει την επανάστασή του, που αρχίζει τις εχθροπραξίες με το μυαλό, λέει “Stop! ” και απορρίπτει τον έξω κόσμο. Στην ταινία π.χ. για την Κάθριν Κάρπεντερ η ανορεξία είναι η απόρριψη της παραδοσιακής αντίληψης της θηλυκότητας. Και είναι αλήθεια ότι οι ανορεξικές γυναίκες γίνονται ως ένα βαθμό ασεξουαλικές ­ χάνουν το στήθος και την έμμηνο ρύση τους. Μια αληθινή εξέγερση του σώματος!».


­ Η κοινωνική ευαισθητοποίηση δεν περιορίζεται, από ό,τι γνωρίζω, στις ταινίες σου. Μετέχεις ενεργά στον αγώνα κατά του AIDS, έτσι δεν είναι;


«Ναι, πιο παλιά, στα πιο ενεργά χρόνια της Act Up στη Νέα Υόρκη. Βοηθούσα κυρίως στο γραφιστικό και οπτικό υλικό. Ο φίλος μου έπασχε από AIDS και, όπως καταλαβαίνεις, για μένα ήταν πλήρης απασχόληση».


­ Και η ποπ κουλτούρα όμως παραμένει μόνιμο θέμα στις ταινίες σου.


«Ναι, σίγουρα. Γιατί πιστεύω ότι οι επιθυμίες και οι φαντασιώσεις μας πυροδοτούνται από την ποπ κουλτούρα και από τα προϊόντα της, τους σταρ».


­ Θεωρείς τον εαυτό σου «περιθωριακό»;


«Ναι, βέβαια. Από πολύ νωρίς στη ζωή μου. Η αλήθεια είναι ότι μεγάλωσα σε ένα πολύ ασφαλές και άνετο περιβάλλον στο Λος Αντζελες και οι γονείς μου ανέκαθεν υποστήριζαν αυτά που κάνω. Παρ’ όλα αυτά, ποτέ δεν ήμουν ικανοποιημένος. Επέμενα να βλέπω εκείνα που δεν μου άρεσαν γύρω μου, με εκνεύριζε ο μύθος που θέλει τα παιδικά χρόνια ευτυχισμένα, με καραμέλες και χάδια. Είχα πάθος για άλλα πράγματα, είχα τις δικές μου ανησυχίες, ήθελα να αμφισβητήσω τις παραδοσιακές έννοιες, όπως π.χ. τι σημαίνει σήμερα να είσαι άντρας. Πάντως είμαι ευτυχής που οι γονείς μου αγκάλιασαν τη δουλειά που προέκυψε τελικά από αυτές τις ανησυχίες».


­ Ποιο είναι το πιο ακραίο σχόλιο που έχεις ακούσει για ταινία σου;


«Τα πιο τρελά σχόλια ακούστηκαν για το “Poison” ­ κυρίως από ακροδεξιές οργανώσεις και από οπαδούς της Christian Coalition στις ΗΠΑ. Με απεκάλεσαν μεταξύ άλλων “Φελίνι της πεολειξίας” ενώ κάποιος μετά την προβολή της ταινίας ήθελε, λέει, να κάνει μπάνιο με αντισηπτικό για να “εξαγνισθεί” από αυτά που είδε, από όλα αυτά που ήταν τόσο απελπιστικά αηδιαστικά!».


­ Και ποια είναι ως τώρα η μεγαλύτερη παρεξήγηση γύρω από τη δουλειά σου;


«Πολλοί θεωρούν ότι είμαι μισάνθρωπος στις ταινίες μου. Νομίζω ότι δεν υπάρχει τίποτε που να απέχει πιο πολύ από την πραγματικότητα! Καταναλώνω πολλή φαιά ουσία στα συναισθήματα και στους χαρακτήρες. Ισως για το “Velvet Goldmine” η “κατηγορία” να ισχύει πιο πολύ. Οι χαρακτήρες εδώ είναι καθαρά συμβολικοί, σαν να παίζουν σε μιούζικαλ ή σε όπερα. Σε αυτή την ταινία το συναίσθημα πηγάζει περισσότερο από το θέαμα και τη μουσική. Δεν πρόκειται για μια ρεαλιστική ιστορία. Ως και ο Οσκαρ Γουάιλντ κάνει ένα πέρασμα!». Ο ηθοποιός Κρίστιαν Μπέιλ Το παιδί-θαύμα του Σπίλμπεργκ


Ο 24 Μαΐων ουαλλός Κρίστιαν Μπέιλ ξυπνάει σχεδόν κάθε ημέρα με hangover στην παραθαλάσσια έπαυλή του στο Λος Αντζελες. Αντιπροσωπευτικό δείγμα της «γενιάς Ντι Κάπριο» ­ μόνο μην του το πείτε γιατί ο Λεονάρντο παραλίγο να του «φάει» τον ρόλο στην κινηματογραφική εκδοχή της «Αμερικανικής Ψύχωσης» του αιματοβαμμένου βιβλίου του Μπρετ Ιστον Ελις. «Σίγουρος» μεγαστάρ του ανεξάρτητου σινεμά που μπορεί σήμερα να πρωταγωνιστεί στο «Velvet Goldmine» του Τοντ Χέινς (υποδύεται τον Αρθουρ, τον «αφηγητή» του στόρι και alter ego του σκηνοθέτη), αναμένεται όμως να πέσουν πισώπλατες μαχαιριές για να παίξει σε μια μελλοντική χολιγουντιανή υπερπαραγωγή ­ ξέρετε, τύπου «Τιτανικός». Οχι ότι τα διαπιστευτήριά του είναι λίγα ως τώρα. Προτού γίνει ένθερμος φαν του γκλαμ ροκ (βλ. «Velvet Goldmine»), μόλις 10 ετών συνεργάστηκε στο θέατρο με τον Ρόουαν Ατκινσον (Μίστερ Μπιν), πρωταγωνίστησε στην «Αυτοκρατορία του Ηλιου» του Στίβεν Σπίλμπεργκ (επιλέχθηκε μέσα από 4.000 πιτσιρικάδες), έπαιξε δίπλα στον Τσαρλτον Ιστον στο «Νησί των θησαυρών» και σήμερα το περιοδικό «Premiere» τον τοποθετεί στη λίστα με τους πλέον «hot» σταρ κάτω των 30. «Καλοσύνη τους» λέει βαριεστημένα. Οχι όμως ότι δίνει δεκάρα για όλα αυτά!





­ Ποια ήταν η πρώτη αντίδρασή σου όταν διάβασες το σενάριο του «Velvet Goldmine»;


«Το βρήκα εκπληκτικό. Ηθελα από την πρώτη στιγμή να το κάνω. Ημουν μεγάλος φαν του Τοντ (σ.σ.: Χέινς) από το “Safe” και η αλήθεια είναι ότι δεν συναντάς ενδιαφέροντα σενάρια κάθε ημέρα. Πολλοί πάντως το βρήκαν εξαιρετικά μπερδεμένο, ακόμη και ασυνάρτητο».


­ Αλήθεια, πώς έγινε εσύ, μόλις 24 χρόνων, γνήσιο τέκνο των 80ς δηλαδή, να μπλέξεις σε ένα «γκλαμ ροκ» έπος;


«Πιστεύω ότι ακόμη και ένα φιλμ για τα 80ς θα ήταν εξίσου δύσκολο. Αλλωστε οτιδήποτε ήθελα να μάθω για τη δεκαετία του ’70 και το γκλαμ το ανακάλυψα στην πορεία. Οντας Βρετανός, δεν ήμουν και τελείως “αμόλυντος”. Και εγώ μεγάλωσα ακούγοντας Roxy Music, Τ-Rex και Μπάουι».


­ Πώς εξηγείς αυτή την ανακυκλούμενη νοσταλγία για τα φτερά, την αστερόσκονη και τον λαμέ ναρκισσισμό του γκλαμ;


«Νομίζω ότι το όλο κόλπο γύρω από την επιστροφή των 70ς είναι πως έχει παρέλθει πλέον αρκετός χρόνος για να μην αισθάνεσαι άσχημα με κάποια απροκάλυπτα κιτς συστατικά τους. Οταν ήμουν μικρός, οι πάντες τη θεωρούσαν την πιο κακόγουστη δεκαετία. Τώρα το σκηνικό έχει αλλάξει, η χρονική απόσταση εξωραΐζει το κιτς και, όταν ανοίγεις το ραδιόφωνο, ακούς μια σύγχρονη γκλαμ ντίβα, τον Μέριλιν Μάνσον».


­ Ποιος είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για έναν ανερχόμενο σταρ του τέλους της χιλιετίας;


«Νομίζω το να κάνει πραγματικά απαίσιες ταινίες για την Αποκάλυψη!».


­ Το ρωτάω γιατί, σύμφωνα τουλάχιστον με το περιοδικό «Premiere», είσαι στη λίστα με τους πιο περιζήτητους ηθοποιούς κάτω από 30.


«Μπα… Καλοσύνη τους, δεν λέω. Εξαρτάται όμως από το με ποιον μιλάς κάθε φορά. Οι μισοί θα συμφωνήσουν. Οι άλλοι μισοί θα σε κοιτάξουν με άδειο βλέμμα: “Κρίστιαν Μπέιλ; Ποιος Κρίστιαν Μπέιλ;”».


­ Δεν είναι λίγο βαρετό να σε ανιμετωπίζουν ως έναν ακόμη εκπρόσωπο της «γενιάς Ντι Κάπριο»;


«Τι εννοείς “γενιά Ντι Κάπριο”; Μα αυτός είναι μόλις 23 ετών! Δεν νομίζω ότι υπάρχει κανείς που όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει ένας Ντι Κάπριο».


­ Είσαι απολύτως σίγουρος γι’ αυτό;


«Για να είμαι ειλικρινής, όχι! Εντάξει, παρ’ ότι δεν μου άρεσε καθόλου ο “Τιτανικός”, τον θεωρώ καλό ηθοποιό. Μόνο που προτιμώ να μην ανήκω σε μια γενιά με το όνομά του!».


­ Είναι αλήθεια ότι παραλίγο να χάσεις εξαιτίας του τον ρόλο στην κινηματογραφική μεταφορά της «Αμερικανικής Ψύχωσης» («American Psycho»)του Μπρετ Ιστον Ελις;


«Ολόκληρη ιστορία! Η σκηνοθέτις Μέρι Χάρον είχε επιλέξει εμένα για τον ρόλο του γιάπι-σίριαλ κίλερ Πάτρικ Μπέιτμαν. Οι Lions Gate Films, όμως, χωρίς να ειδοποιήσουν κανέναν, πρότειναν τον ρόλο στον Ντι Κάπριο. Πέρασαν δύο μήνες για να σκεφθεί την πρόταση αλλά τελικά δεν έγινε τίποτε. Φαίνεται ότι κάπως έτσι δουλεύει ο μηχανισμός του Χόλιγουντ. Τελικά πήρα εγώ τον ρόλο αλλά ώσπου να αρχίσουν τα γυρίσματα προτιμώ να μη θεωρήσω τίποτε δεδομένο!».


­ Συναντήθηκες καθόλου με τον ίδιο τον Ελις;


«Ηπιαμε ένα-δυο ποτά μετά από μια ανάγνωση αποσπασμάτων του βιβλίου σε ένα θέατρο στη Νέα Υόρκη. Πολύ εντάξει τύπος ­ τι περίμενες, δηλαδή, κανέναν αιμοβόρο σίριαλ κίλερ ντυμένο στα μαύρα; ­ και εξαιρετικά ευφυής. Μου είπε ότι στη διάρκεια της ανάγνωσης συνειδητοποίησε για πρώτη φορά πόσο ξεκαρδιστικό είναι το βιβλίο του! Δεν μιλήσαμε όμως καθόλου για το σενάριο. Το θεωρώ μεγάλο λάθος να συζητάς τον ρόλο που θα υποδυθείς με τον πρωτότυπο δημιουργό του, τον συγγραφέα».


­ Ας πάμε λίγο πιο παλιά. Αληθεύει ότι στην αρχή της καριέρας σου συνεργάστηκες με τον Ρόουαν Ατκινσον (σ.σ.: τον ανεκδιήγητο Μίστερ Μπιν);


«Ναι, στην πρώτη πρώτη δουλειά μου, όταν ήμουν 10 ετών! Ηταν μια κωμωδία με τον τίτλο “The Nerd” (σ.σ.: σε ελεύθερη απόδοση “Ο ξενέρωτος”) που παιζόταν στο Γουέστ Εντ του Λονδίνου. Επαιζα έναν αμερικανό πιτσιρικά, πραγματικά απαράδεκτο, που ούρλιαζε όλη την ώρα. Στο τέλος του έργου τον έκλεισαν απαυδημένοι σε μια ντουλάπα».


­ Πώς ήταν η συνεργασία σου με τον Ατκινσον;


«Είναι φοβερά ντροπαλός. Τότε τουλάχιστον. Πολύ διαφορετικός από ό,τι πάνω στη σκηνή. Είχε πάντα μια συγκεκριμένη ρουτίνα. Ερχόταν και χαιρετούσε καθέναν από μας: “Καλησπέρα, πώς είμαστε σήμερα;”. Και όταν στην τελευταία παράσταση έγινε ένα μεγάλο πάρτι, εκείνος έμεινε κλεισμένος στο καμαρίνι του και μας αποχαιρετούσε πάλι έναν έναν χωριστά. Σαν να έπασχε από ένα είδος αγοραφοβίας».


­ Και μετά ήρθε η συνεργασία σου με τον Στίβεν Σπίλμπεργκ στην «Αυτοκρατορία του Ηλιου»;


«Ναι, όταν ήμουν 13. Πέρασα οντισιόν με 4.000 παιδιά. Μη φαντασθείς βέβαια ότι καθήσαμε ο ένας πίσω από τον άλλο σε ουρά!».


­ Δεν ήταν κάπως τρομακτικό να περνάς οντισιόν για τον Σπίλμπεργκ;


«Οταν είσαι 13 ετών, δεν πολυσκοτίζεσαι αν είναι ο Σπίλμπεργκ ή ο Γουέλς! Οπως και να το κάνουμε, δεν έβλεπα τον εαυτό μου σαν το καινούργιο αστέρι της Εβδομης Τέχνης. Πέρασα απίθανα στα γυρίσματα αλλά, όταν άρχισαν τα ταξίδια για την προώθηση της ταινίας, βαρέθηκα αφόρητα! Αποφάσισα να μην ξανακάνω ποτέ τίποτε παρόμοιο. Κανένα μικρό ρόλο τον χρόνο, αυτό μόνο. Οπως η συμμετοχή στον “Ερρίκο Ε'” στα 14 μου. Γύρισα πίσω στο σχολείο. Και καλά έκανα γιατί δεν υπάρχει λόγος να είσαι πιτσιρικάς και να σπας το κεφάλι σου με καριέρες και τέτοια. Ωσπου έκλεισα τα 17 και μπήκα ξανά στο λούκι».


­ Εχεις δουλέψει με τον Ιστον, τον Σπίλμπεργκ, τον Ατκινσον, τον Χέινς… Ποιος θεωρείς ότι άσκησε τη μεγαλύτερη επίδραση σε αυτό που είσαι σήμερα;


«Νομίζω κάποιος με τον οποίο ουδέποτε συνεργάστηκα! Είχα φοιτήσει μεταξύ άλλων σε ένα παλιό σχολείο αρρένων στο Μπόρνμουθ (Ντόρσετ, Βρετανία). Οπως έμαθα, εκεί ήταν μαθητής και ο Μπένι Χιλ. Η αλήθεια είναι ότι πάντοτε συνέκρινα τον εαυτό μου με εκείνον. Προσπαθούσα να φθάσω όσο ψηλά είχε φθάσει ο τρελο-Μπένι. Δυστυχώς όμως δεν τον γνώρισα ποτέ! Η κοπέλα μου τον συνάντησε κάποτε και φυσικά της τσίμπησε τον πισινό! Πάλι καλά, δηλαδή, που του μοιάζω πολύ εμφανισιακά (!) και έτσι στενοχωριέμαι λιγότερο».


­ Πώς εξηγείς την πρόσφατη επέλαση των βρετανών μεγαστάρ, βλέπε Γιούαν Μακ Γκρέγκορ, Κέιτ Γουίνσλετ κλπ.


«Υπήρχαν πάντα. Απλώς τώρα “έπεσαν” τα λεφτά και επιστρέψαμε πίσω στον χάρτη».


­ Μπορείς να σκεφθείς τον εαυτό σου σε 10 χρόνια από τώρα;


«Το αποφεύγω όσο μπορώ. Προτιμώ να μη γνωρίζω τι θα συμβεί. Νομίζω ότι έχει να κάνει με τον τρόπο που μεγάλωσα. Υπήρχαν στιγμές που τη βγάζαμε μέσα σε ένα φορτηγό, χωρίς σπίτι να μείνουμε, κόβοντας βόλτες εδώ και εκεί. Και άλλες που όλα ήταν μια χαρά! Ετσι δεν έχω καμία απολύτως ανασφάλεια για την αστάθεια στη ζωή μου. Οταν έκλεισα τα 15 μου, είχα ήδη αλλάξει 15 σπίτια! Οταν πήγαινα σχολείο, βαριόμουν αφόρητα. Γιατί ήταν ουσιαστικά η μοναδική ρουτίνα που έζησα. Η μόνη φορά που έπρεπε να πηγαίνω στο ίδιο μέρος κάθε ημέρα».