• Αναζήτηση
  • Το 24ωρο ενός Ρωσοπόντιου

    Το 24ωρο ενός Ρωσοπόντιου Εγώ είμαι πιο Ελληνας από εσένα. Το γιατί δεν το ξέρω εγώ αλλά η γιαγιά μου το ξέρει «Γιατί τους χαλάει που είμαι από τη Ρωσία;». Ενας νέος πρόσφυγας που βρέθηκε στην Αθήνα ψάχνει την απάντηση στο ερώτημα που τον βασανίζει χωρίς να παραιτείται από τα όνειρά του: να γίνει ηθοποιός και χορευτής, να περάσει στη φωτεινή πλευρά της πόλης. τίποτε όμως δεν είναι μέρος του Πριν από

    «Γιατί τους χαλάει που είμαι από τη Ρωσία;». Ενας νέος πρόσφυγας που βρέθηκε στην Αθήνα ψάχνει την απάντηση στο ερώτημα που τον βασανίζει χωρίς να παραιτείται από τα όνειρά του: να γίνει ηθοποιός και χορευτής, να περάσει στη φωτεινή πλευρά της πόλης. τίποτε όμως δεν είναι μέρος του


    Πριν από επτά χρόνια, σε ηλικία δέκα ετών, ήρθε στην Αθήνα από τη Σλαβγιάνκα, μια πόλη στο Καζακστάν της πρώην Σοβιετικής Ενωσης. Σήμερα είναι 17 ετών και θέλει να γίνει χορευτής και ηθοποιός. Δεδομένων των συνθηκών πρόκειται για έναν αγώνα ενάντια σε όλες τις αντιξοότητες. Τίποτε δεν είναι με το μέρος του. Ούτε η καταγωγή του, ούτε η μόρφωσή του, ούτε καν η προφορά του. Παρ’ όλα αυτά εκείνος φαίνεται αποφασισμένος να τα καταφέρει. Βλέπει το γεγονός ότι πρόσφατα χόρευε σε ένα μεγάλο κλαμπ και σε λίγο πρόκειται να παίξει ένα μικρό ρόλο στην ταινία «Το σοφό παιδί», που ετοιμάζει ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης και είναι βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Χρήστου Χωμενίδη, σαν μια αρχή. Πιστεύει ότι όταν κάποιος επιθυμεί κάτι πολύ, τίποτε και κανένας δεν μπορεί να τον σταματήσει.


    Εμείς τον συναντήσαμε και τον αφήσαμε να μας ξεναγήσει στον κόσμο του, θέλοντας να ρίξουμε μια ματιά στο πώς είναι να μεγαλώνει κανείς στην άλλη πλευρά της πόλης.


    «Με λένε Στάθη Παπαδόπουλο και είμαι 17 χρόνων. Μαζί με την οικογένειά μου ήρθαμε στην Αθήνα το 1990. Δεν θυμάμαι πώς αποφάσισαν οι δικοί μου να έρθουν στην Ελλάδα. Ημουν πολύ μικρός. Νομίζω επειδή είμαστε Πόντιοι. Θυμάμαι πως, όταν ρώτησα τη μητέρα μου γιατί πάμε στην Ελλάδα, μου είπε ότι εκεί είναι η χώρα μας.


    Στη Ρωσία, με τους φίλους μου, το αγαπημένο μας παιχνίδι ήταν όταν πηγαίναμε και πετούσαμε χαρταετό. Εκεί δεν είναι όπως εδώ, που πετάνε χαρταετούς μόνο την Καθαρή Δευτέρα. Πηγαίναμε και για ψάρεμα, μια και η πόλη όπου ζούσαμε ήταν κοντά σε λίμνες. Βέβαια για ψάρεμα δεν πηγαίναμε μόνοι, πηγαίναμε με τους μεγάλους. Τα βράδια καμιά φορά πηγαίναμε σινεμά.


    Εδώ που ήρθαμε συνάντησα μερικά παιδιά που γνώριζα από τη Ρωσία, αλλά πιο πολύ συγγενείς.


    Στη Ρωσία πάντα μου λέγανε ότι είμαι Greck, Ελληνας. Οι Ρώσοι όχι ακριβώς ότι μας βρίζανε, αλλά πώς εδώ, ας πούμε, λένε οι Ελληνες «Ρωσοπόντιοι που ήρθατε από ‘κεί και το παίζετε μάγκες»; Κάτι τέτοια τα έλεγαν και οι Ρώσοι.


    Εδώ στην Αθήνα κάποιοι μας αντιμετωπίζουν καλά και κάποιοι κακά. Ας πούμε μερικοί λένε: «Ρωσοπόντιοι, που ήρθατε εδώ και μας κάνετε τους Ελληνες». Μερικοί είναι χαζοί, δεν ξέρω πώς να το πω ­ μαλάκες; Νιώθω χάλια αλλά τους γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια. Καμιά φορά τους ρωτάω: «Γιατί σε χαλάει που είμαι από τη Ρωσία; έχω άλλο χρώμα, τι σε χαλάει; Εγώ είμαι πιο Ελληνας από εσένα. Το γιατί δεν το ξέρω εγώ, αλλά η γιαγιά μου το ξέρει».


    Τώρα, μετά από εφτά χρόνια στην Αθήνα, μου αρέσει πολύ εδώ. Στην αρχή ήταν χάλια, ήταν πολύ δύσκολα.


    Το πιο δύσκολο απ’ όλα ήταν που δεν μιλούσα τη γλώσσα. Καταλάβαινα μόνο τρεις – τέσσερις λέξεις.


    Στο σπίτι μιλούσαμε ρωσικά. Πάντα ρωσικά. Ακόμη και τώρα στο Μενίδι με την οικογένεια ή με τους φίλους μόνο ρωσικά μιλάμε.


    Θυμάμαι σε μια φάση που καθόμουν με έναν ξάδελφό μου, που είχε ήδη έρθει στην Ελλάδα δύο χρόνια πριν από μένα και ήξερε καλύτερα τη γλώσσα. Εγώ ήξερα μόνο δύο – τρεις κουβέντες. Ενας ντόπιος ήρθε και μου είπε στα ελληνικά να παίξουμε ποδόσφαιρο. Εγώ δεν ήξερα τι μου έλεγε και όταν ρώτησα τον ξάδελφό μου, εκείνος με κορόιδεψε και μου είπε πως ο άλλος με έβρισε. Πήγα και τον χτύπησα. Μετά ήρθε η μητέρα του και μου έλεγε διάφορα. Εβλεπα μόνο την εικόνα της να μου φωνάζει χωρίς να καταλαβαίνω τίποτε. Ημουν 11 χρόνων.


    Εκείνη τη στιγμή το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πως ήθελα να ξαναγυρίσω στη Ρωσία. Πρώτα με πείραξε γιατί δεν ήξερα γιατί τον χτύπησα και μετά γιατί με κορόιδεψε ο ξάδελφός μου. Ηταν σαν πόνος στην καρδιά, σαν να είχα στο στήθος μου μια πέτρα. Μετά έλεγα στον εαυτό μου ότι θα μάθω ελληνικά μόνος μου, και έτσι έβλεπα πολύ τηλεόραση ή ρωτούσα τη γιαγιά μου πώς το λένε αυτό ή εκείνο.


    Οταν πρωτοφτάσαμε στην Αθήνα μέναμε στα Ανω Λιόσια. Ο πατέρας μου δούλευε τρία χρόνια σε εργοστάσιο, μετά πήρε το δίπλωμα του μηχανικού και τώρα δουλεύει σε γραφείο. Η μάνα μου δούλευε μαγείρισσα σε μια ψαροταβέρνα. Δούλεψαν σκληρά, μαζέψανε κάτι λεφτά και πήρανε ένα οικόπεδο στο Μενίδι, όπου σιγά σιγά χτίσαμε το σπίτι όπου μένουμε σήμερα. Εχω και μια αδελφή. Τη λένε Ειρήνη και είναι μικρή ακόμη, μόνο 12 ετών…


    Στην αρχή πήγα σχολείο. Τέλειωσα την πέμπτη τάξη, μετά την έκτη, μετά πρώτη γυμνασίου όπου έμεινα. Στη συνέχεια πήγα σε ένα από τα σχολεία υποδοχής για Ρωσοπόντιους. Εκεί απλώς και να είσαι στο σχολείο σε περνάνε. Πέρασα εκεί τη δευτέρα. Μετά δεν ξέρω, βαρέθηκα! Εκανα πολλές απουσίες και έμεινα. Δεν ξαναπήγα. Παράτησα το σχολείο πριν από ένα – ενάμιση χρόνο.


    Νομίζω ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν όλα τα παιδιά είναι η γλώσσα, επειδή πηγαίνεις δύο φορές σχολείο και μαθαίνεις δύο γλώσσες. Επίσης, όταν εγώ βαρέθηκα και δεν ξαναπήγα στο σχολείο, κανένας δεν νοιάστηκε να δει τι έγινε. Απλώς σου βάζουνε απουσίες, αλλά όχι αυστηρά. Στη Ρωσία όταν έβλεπαν ότι δύο μέρες δεν πήγες σχολείο, έπαιρναν κατευθείαν τηλέφωνο ή έστελναν σημείωμα στο σπίτι. Ετσι ο πατέρας σου μπορεί «να σου βάλει χέρι» και να αναγκαστείς να κάτσεις να κάνεις το μάθημα.


    Εδώ σου λένε άμα θες να μάθεις κάτσε μάθε, άμα δεν θέλεις φύγε. Πού και πού φέρνουν και κάτι τρελούς δασκάλους… Κάποτε έφεραν ένα λυκειάρχη που χτύπησε ένα παιδί και έφερε τους γονείς του και έγινε φασαρία.


    Και βέβαια είναι αλήθεια αυτό που λένε ότι κυκλοφορούν ναρκωτικά στα σχολεία. Οταν πήγαινα στο βραδινό, έλεγαν ότι το 70% καπνίζει «μαύρο» και 30% είναι πρεζόνια. Καμιά φορά περνούσε η αστυνομία και έκανε έλεγχο.


    Πάντως δεν είμαι μόνο εγώ που παράτησα το σχολείο. Τα περισσότερα παιδιά δεν το τελειώνουν. Αλλοι σταματάνε για να γίνουν υδραυλικοί ή κάτι άλλο. Εχω όμως φίλους που έμειναν στο σχολείο, ξέρω κορίτσια που θέλουν να πάνε μετά στο πανεπιστήμιο. Κάνουν και σπορ, μποξ, γυμναστική. Μερικοί κάνουν και φροντιστήριο. Η αδελφή μου πάει πρώτη γυμνασίου και είναι άριστη. Θα πάει λογίστρια, μάλλον έχει μοιάσει στον πατέρα μου.


    Οταν σταμάτησα το σχολείο οι δικοί μου δεν μου είπαν τίποτε. Οταν ήμουν 15-16 χρόνων δεν μου έλεγαν «πήγαινε δούλεψε, φέρε λεφτά». Μετά ήρθε ο πατέρας μου και μου είπε: «Τώρα που είσαι ενήλικος πρέπει να μάθεις μια τέχνη. Επειδή εγώ είμαι μηχανικός, πήγαινε μάθε τη δουλειά, να γίνεις μάστορας και να έχουμε δική μας εργολαβία». Εγώ ήμουν αλλού. Ελεγα ναι, ναι, ναι. Στην οικοδομή πήγαινα για το χαρτζιλίκι, δεν πήγαινα για να μάθω. Για δουλειές ακόμη δεν σκεφτόμουν. Εγώ ήθελα τα κλαμπ, να χορεύω, είχα αυτό το κέφι.


    Από μικρός όταν άκουγα μουσική ήθελα να χορεύω αλλά ντρεπόμουν. Αργότερα στην κατασκήνωση ένα μεγαλύτερο παιδί μού έμαθε σε δύο εβδομάδες να χορεύω break dance.


    Στο Μενίδι σε όποιο κλαμπ πήγαινα άρχιζα να χορεύω και στο τέλος όλοι μου λέγανε ότι ήμουν πολύ καλός. Καλύτερός μου φίλος είναι αυτός που χορεύουμε μαζί από 14-15 χρόνων. Τον λένε Στέλιο. Τρακάρησε με το cross, αλλά τώρα συνέρχεται και βγαίνει πάλι λίγο. Οταν χορεύαμε μαζί τα ονόματά μας είχαν φτάσει Ασπρόπυργο, Ελευσίνα. Προτού χτυπήσει δούλευε μηχανικός σε μηχανάκια.



    Ενα βράδυ πριν από λίγο καιρό είχα κατεβεί στο κέντρο και είχαμε πάει με κάτι φίλους μου στο «Factory». Οταν με είδανε να χορεύω, τους άρεσε και με ρώτησαν αν θα ήθελα να χορεύω εκεί Παρασκευή και Σάββατο για χαρτζιλίκι. Τις πρώτες δύο φορές αισθανόμουν λίγο χάλια. Δεν είχα συνηθίσει να με βλέπει ο κόσμος. Φοβόμουν ότι γινόμουν γελοίος, αλλά μετά ένιωθα πιο άνετα.


    Ημουν 13 χρόνων όταν για πρώτη φορά φύγαμε με φίλους, πήραμε το λεωφορείο και κατεβήκαμε στο κέντρο της Αθήνας. Πήγαμε στα μπουρδέλα, στη Φυλής. Ενας μεγαλύτερος φίλος στα Ανω Λιόσια μάς είπε τι παίζεται στη Φυλής. Μαζέψαμε λεφτά και είπαμε να πάμε να δούμε. Και έγινε και μια φάση εκεί στο μπουρδέλο. Μπήκε ένας ξάδελφός μου. Το ξέρετε ότι στην Αθήνα υπάρχουν 1.113 μπουρδέλα;


    Πήγαινα το πρωί σχολείο και μετά κατέβαινα Αθήνα.


    Εκτός από τον χορό, μου αρέσουνε τα πάντα. Από μικρός έλεγα αυτό μου αρέσει, αυτό και αυτό. Εφευγα από το ποδόσφαιρο και πήγαινα βόλεϊ. Είμαι Αεκτζής. Αεκάρα, ομαδάρα.


    Με τους δικούς μου τα πάω πολύ καλά. Είμαστε πολύ αγαπημένοι. Οταν πήγαινα σχολείο, το Σάββατο πάντα έπαιρνα χαρτζιλίκι. Μετά όταν δούλευα και πήγαινα βραδινό σχολείο, έδινα λίγα χρήματα στη μητέρα μου για τον δικό μου κουμπαρά.


    Με τους φίλους μου στο Μενίδι μαζευόμαστε στον «Κάραβο», στην πλατεία, όπου είναι το τέρμα των λεωφορείων. Μαγαζιά, κόσμος. Καμιά φορά, όταν κάποιος διαθέτει αμάξι, παίρνουμε τα βουνά. Πάμε προς τα πάνω, προς την Πάρνηθα. Είναι πολύ ωραία εκεί, ιδίως το βράδυ. Βλέπεις από κάτω μόνο τα φώτα, χιλιάδες φώτα. Είναι φανταστικά. Καθόμαστε εκεί, καπνίζουμε κανένα τσιγάρο και ύστερα κατεβαίνουμε.


    Τα βράδια πηγαίνουμε στα κλαμπ. Τώρα τελευταία πιο πολύ στο «Κάστρο». Είναι αυτό που πάνε όλοι. Καμιά φορά γίνονται φασαρίες έξω από τα κλαμπ. Για παράδειγμα, βλέπεις δύο – τρεις που βγαίνουν, πλακώνονται στο ξύλο και ξαναμπαίνουν μετά και συνεχίζουν.


    Μου αρέσει πολύ η ραπ μουσική. Μου αρέσει και το rave και η techno. Ο τρόπος που ντύνομαι είναι πιο πολύ ραπ. Από 13 χρόνων μου έμεινε αυτό το ντύσιμο. Τα φαρδιά ρούχα… φαρδιά παντελόνια, αθλητικά, φαρδιές μπλούζες. Κάνω και rollerscate.


    Στη Ρωσία ήμουν μικρός. Δεν ήξερα τι θα πει μετά τις 9 το βράδυ. Μάθαινα όμως, άκουγα από τον πατέρα μου, τη μάνα μου διάφορες ιστορίες. Εκεί μπορεί να δεις στον δρόμο ένα 14 χρόνων κουκλί κοριτσάκι να είναι κάτω στον δρόμο και να κοιμάται σχεδόν γυμνό με ένα μπουκάλι βότκα στο χέρι. Εδώ μπορεί να βλέπεις κάτι τέτοια, αλλά δεν νιώθεις πολύ τον κίνδυνο. Μια φορά είδαμε κάτι Αλβανούς να πλακώνουν δύο άλλους και να τραβάνε πιστόλι.


    Οταν κατεβαίνουμε στην Αθήνα, πάμε στην Ομόνοια, στο Μοναστηράκι, στην Καλλιθέα, σε διάφορα στέκια.


    Δεν ξέρω να σας πω αν υπάρχει ρωσοπόντια μαφία. Αλλά και πού δεν υπάρχει μαφία; Πάντως εγώ είμαι πιτσιρικάς, δεν ξέρω να σας πω.


    Το σινεμά μου αρέσει πολύ. Μου αρέσουνε ταινίες καράτε, με τον Τσάκι Τσαν, τέτοια… Βέβαια και ρομαντικά και κωμωδίες και άλλα. Εμένα άρχισε να με ενδιαφέρει από τότε που συνάντησα τον Κωνσταντίνο (Γιάνναρη) και με πήρε να παίξω ένα μικρό ρόλο στην ταινία που ετοιμάζει.


    Οταν ήμουν πιο μικρός πίστευα ότι οι ταινίες ήταν αληθινές, ότι η πραγματικότητα ήταν έτσι όπως την έβλεπα στο σινεμά ή στην τηλεόραση. Τώρα βλέπω τα πράγματα διαφορετικά. Τώρα λέω ότι μπορώ κι εγώ να μπω μέσα στις ταινίες, μέσα σε αυτή την πραγματικότητα.


    Ναι, θα μου άρεσε πολύ να γίνω ηθοποιός, δεν σκέφτηκα όμως ποτέ να πάω σε δραματική σχολή. Οταν είπα στους δικούς μου για την ταινία, μου είπαν μπράβο.


    Στη Ρωσία έλεγα κάτι σαν «δεν με μοιάζει ό,τι και αν γίνει». Εδώ λέω: Τι κάνω με τη ζωή μου; Και η απάντηση είναι: Δεν ξέρω και δεν με νοιάζει.


    Μια συνηθισμένη μέρα μου μπορεί να ξυπνήσω στις 12 ή το απόγευμα άμα έχω ξενυχτήσει την προηγουμένη. Πολλές φορές ξυπνάω νωρίς, στις 8. Περνάω από το σχολείο όπου πήγαινα μια βόλτα, βλέπω τα παιδιά, γυρνάω στο σπίτι, τρώω, πάω στον «Κάραβο». Από εκεί σε καμιά φίλη μου για καφέ ή κατεβαίνω στην Αθήνα. Παίρνω το λεωφορείο. Καμάκι στο δρόμο, μπιλιάρδο, σινεμά. Παρασκευή και Σάββατο βγαίνουμε πολύ, ως το πρωί με τη νέα μου παρέα. Υπάρχει πάντα ένα χαμόγελο σε αυτή την παρέα. Είναι διαφορετικά, ένας καινούργιος κόσμος.


    Το μόνο που μου λείπει από τη Ρωσία είναι ότι θα ήθελα να πάω μια φορά για να ξαναδώ τα μέρη που μεγάλωσα, το σχολείο που πήγαινα. Θα πάω όταν βγάλω διαβατήριο, αλλά έχουμε και τον στρατό… Θα πάω του χρόνου για έξι μήνες, επειδή ήρθα στην Ελλάδα μεγαλύτερος από δέκα χρόνων. Είμαι και μοναχογιός και το μετράνε. Αν έρθεις μικρότερος, πας κανονικά 18 μήνες.


    Και βέβαια έχω μια φιλενάδα. Στο μυαλό μου.


    Το μεγαλύτερο όνειρό μου είναι να κάνω χρήματα»

    Πολιτισμός
    Σίβυλλα
    • Έντυπη έκδοση Στο extreme chic σαλέ… Ο πολυέλαιος του 18ου αιώνα είναι το εντυπωσιακότερο αντικείμενο στο κυρίως σαλόνι του «Ultima Gstaad». Οι κρυστάλλινες λεπτομέρειες έτσι... ΣΙΒΥΛΛΑ
    Helios Kiosk