«Kλαίει, άρα ζει». Για τον Σάμιουελ Μπέκετ, η φράση του αυτή από το «Τέλος του παιχνιδιού» θα μπορούσε να μεταφρασθεί στο «υποφέρει, άρα ζει»… Κάπως έτσι είναι και όλοι οι ήρωες του ιρλανδού νομπελίστα συγγραφέα: Ζουν και υποφέρουν. Υποφέρουν και ζουν. Εδώ και περισσότερα από 50 χρόνια, από το 1952 που ανέβηκε για πρώτη φορά έργο του στο Παρίσι, το κλασικό πλέον «Περιμένοντας τον Γκοντό», οι πρωταγωνιστές του είναι όντα ιδιαίτερα, προβληματικά. Στην περίπτωση δε του «Τέλους του παιχνιδιού», που την προσεχή Κυριακή ανεβαίνει στο θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας, τα δύο ζευγάρια έρχονται να επιβεβαιώσουν τις ιδιαιτερότητές τους.
Ο Χαμ είναι ένας ηλικιωμένος τυφλός και ανάπηρος άνθρωπος, που καθορίζει τη διαμονή και τη διατροφή των υπολοίπων. Θα μπορούσε να είναι ο αφέντης ή και ο πατέρας του Κλοβ. Γονείς του είναι ο Ναγκ και η Νελ. Εχει μια σειρά από συνήθειες, τις οποίες του ικανοποιεί ο Κλοβ, όπως το να του περιγράφει τη θέα έξω από το παράθυρο. Λειτουργούν σαν ζευγάρι, με την έννοια της εξάρτησης. Αν ο ένας λείψει, ο άλλος θα πεθάνει. Ο Κλοβ, αντιθέτως, είναι νέος. Και βλέπει και περπατά. Διαρκώς απειλεί τον Χαμ ότι θα φύγει, αλλά δεν το κάνει. Ο Ναγκ και η Νελ ζουν μέσα σε σκουπιδοτενεκέδες. H Νελ πεθαίνει κατά τη διάρκεια του έργου. Κεκλεισμένοι σε έναν απροσδιόριστο χώρο, εγκλωβισμένοι στον εαυτό τους και πλήρως εξαρτημένοι, οι τέσσερις ήρωες ανταλλάσσουν κουβέντες, στήνουν διαλόγους, εκφράζουν την απελπισία τους, τη μόνιμη – απραγματοποίητη – ελπίδα τους. Με σαρκασμό και αυτοσαρκασμό, με (μαύρο) χιούμορ, προκαλούν γέλιο και θλίψη, θύτες και θύματα ενός φαύλου κύκλου.
Γεννημένος στην Ιρλανδία το 1906, ο Σάμιουελ Μπέκετ εγκατέλειψε την πατρίδα του για να εγκατασταθεί στη Γαλλία, στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Επέλεξε τη γαλλική γλώσσα για τα έργα του, αλλά ήταν ο ίδιος που τα μετέφραζε (ή τα ξαναέγραφε) στη μητρική του, την αγγλική. Το μυθιστόρημα κέρδισε πρώτα το ενδιαφέρον του Μπέκετ, ενώ το θέατρο, που μπήκε αργότερα στη ζωή του, ήταν εκείνο που τον καθιέρωσε ως τον πατέρα-ιδρυτή του «Θεάτρου του Παραλόγου», στα μέσα του αιώνα μας. H σκέψη και η γραφή του αντιμετωπίστηκαν, αρχικά, με δυσπιστία ή και καχυποψία. Ο χρόνος όμως ήρθε να επιβεβαιώσει την κλασική διάσταση αυτού του ιδιότυπου δημιουργού. Ως επισφράγισμα της πορείας του, το 1969, τιμήθηκε με το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας.
Στην Ελλάδα, το «Τέλος του παιχνιδιού» («Fin de Partie» ή «Endgame») παίζεται εδώ και 45 χρόνια. Ηταν το 1960, όταν ανέβηκε για πρώτη φορά, στο θέατρο «Τσέπης» από τον Δημήτρη Κολλάτο και τη Μαριέττα Ριάλδη. Ακολούθησε η παράσταση του Ελεύθερου Θεάτρου Θεσσαλονίκης του Κυριαζή Χαρατσάρη, με τον Σωτήρη Τζεβελέκο.
Το 1967 το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος παρουσίασε το έργο σε μετάφραση και σκηνοθεσία της Χριστίνας Τσίγκου, με τους Αλέκο Πέτσο, Νικήτα Τσακίρολγου, Θάνο Τζενεράλη, Αλίκη Ζωγράφου. H Τσίγκου ήταν από τις λιγοστές φίλες του Μπέκετ. Γνωρίστηκαν στο Παρίσι όπου ζούσαν και οι δύο και ανέπτυξαν σταθερή συνεργασία. Οταν ο ιρλανδός συγγραφέας τιμήθηκε με το Νομπέλ και έσπευσε να μοιράσει τα χρήματα του επάθλου με τους δικούς του, δεν ξέχασε την ελληνίδα φίλη του. Αλλωστε την είχε επιλέξει ο ίδιος να ερμηνεύσει τον ρόλο της Νελ στο πρώτο ανέβασμα του «Τέλους του Παιχνιδιού» (στα γαλλικά) το 1957 στο Royal Court Theatre του Λονδίνου σε σκηνοθεσία Ροζέ Μπλεν. Οταν η παράσταση μεταφέρθηκε στο Παρίσι, στο Studio des Champs Elysees, η Τσίγκου αντικαταστάθηκε από τη Ζερμέν ντε Φρανς.
Το 1970 ήταν η σειρά του Θεάτρου Τέχνης: Ο Κάρολος Κουν σκηνοθέτησε το «Τέλος του παιχνιδιού» σε μετάφραση Κωστή Σκαλιώρα, σκηνικά Σάββα Χαρατσίδη, με τους Δημήτρη Χατζημάρκο, Ηλία Λογοθέτη, Δημήτρη Αστεριάδη, Εύα Κοταμανίδου. Από το 1977 ως το 1987 ο Αλέξης Μινωτής ανέβασε στο Εθνικό (σε μετάφραση K. Σκαλιώρα) τρεις φορές το έργο αυτό του Μπέκετ, με τον ίδιο να ερμηνεύει τον ρόλο του Χαμ και τον Νικήτα Τσακίρογλου εκείνον του Κλοβ. Ο Ιάκωβος Ψαρράς και η Μαργαρίτα Λαμπρινού συμπλήρωναν τη διανομή. Τα σκηνικά ήταν του Γιάννη Τσαρούχη.
Το 1995 στο θέατρο Πολιτεία ο Σωτήρης Χατζάκης σκηνοθέτησε τους Νίκο Περέλη, Ανδριανή Τουντοπούλου, Προκόπη Γιαννιό και Βιβή Κόκκα, ενώ τον Φεβρουάριο του 2001 στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος το παρουσίασε με τους Χρήστο Στέργιογλου και Μανώλη Μαυροματάκη. Ακολούθησε η παράσταση στα Χανιά (2003) από την εταιρεία θεάτρου «Μνήμη» του Μιχάλη Βιρβιδάκη. Τελευταίο ανέβασμα ήταν αυτό του Αμφι-Θεάτρου: H Λήδα Τασοπούλου υπέγραψε τη σκηνοθεσία της παράστασης, με τον Γιώργο Κροντήρη και τον Γιώργο Μπούγο.
Από την προσεχή Κυριακή (27/2) στη B’ Σκηνή της Οδού Κεφαλληνίας, η Μάγια Λυμπεροπούλου και ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος θα καταθέσουν τη δική τους εκδοχή στο «Τέλος του παιχνιδιού».
«Αναζητούσαμε ένα έργο» λέει η ηθοποιός «μέσα από τη δική μας αγωνία για τη θέση του θεάτρου σήμερα σε σχέση με τις ανάγκες της κοινωνίας. Καταλήξαμε στο “Τέλος του παιχνιδιού”, στο οποίο θα μπορούσαμε να βάλουμε τον υπότιτλο “Το τέλος του παιξίματος;”. Αν και ο Μπέκετ θεωρείται ο τραγικός συγγραφέας του 20ού αιώνα, διαθέτει όμως ένα χιούμορ – ίσως μακάβριο ή μαύρο. Ετσι το αντιμετωπίσαμε. Από ένστικτο οδηγηθήκαμε στο “μαζί”» λέει για τη συνεργασία της σε όλα τα επίπεδα με τον Δημοσθένη Παπαδόπουλο. «Είναι ένα έργο προς ανακάλυψη. Κι εμείς καταθέτουμε τη δική μας προσπάθεια. Ο Μπέκετ έθεσε σε δοκιμασία την ίδια τη σκηνή. Ποιες είναι οι αλλαγές αυτές στο σήμερα;». Στο ίδιο σκεπτικό, ο νεότερος της ομάδας των δύο, Δημοσθένης Παπαδόπουλος παρατηρεί: «Θα προτιμούσα να λέγαμε ότι δεν υπάρχει σκηνοθέτης παρά το ότι συν-σκηνοθετούμε. Ολο αυτό είναι ένα παιχνίδι: ένα παιχνίδι ανάμεσα σε δύο ανθρώπους αλλά και δύο ηθοποιούς που τα κάνουν όλα, και τον Χαμ και τον Κλοβ, και τους γονείς του Χαμ, τον Ναγκ και τη Νελ. Είναι ένα παιχνίδι επιβίωσης. Αλλωστε ο Μπέκετ με μια φράση τα λέει όλα: Είμαστε στη γη και δεν υπάρχει καμία σωτηρία γι΄ αυτό».
Και η Μάγια Λυμπεροπούλου καταλήγει: «Ξέρετε τι επιθυμώ; Να έρθουν και νέοι άνθρωποι στην παράτασταση και να βγουν λέγοντας: “Ναι, ο Μπέκετ είναι μεγάλος συγγραφέας”».
Το «Τέλος του παιχνιδιού» του Σάμιουελ Μπέκετ ανεβαίνει σε μετάφραση και σκηνοθεσία Μάγιας Λυμπεροπούλου και Δημοσθένη Παπαδόπουλου, οι οποίοι και ερμηνεύουν τους ρόλους. Σκηνικά-κοστούμια Ελλη Παπαγεωργακοπούλου, φωτισμοί Σάκης Μπιρμπίλης, μουσική επιμέλεια Δημοσθένης Παπαδόπουλος. H πρεμιέρα θα δοθεί σήμερα Κυριακή 27 Φεβρουαρίου στη B’ Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας, στις 21.00.



