«Το 645 ο αξιωματούχος Μου Κιν σώθηκε από μια ομάδα αγρίων που έπιναν κρασί και οι οποίοι έφαγαν ένα καλό άλογο». Στο κινεζικό Χρονικό Σι Τζι ο χρονικογράφος του 645 π.Χ. περιγράφει εντυπωσιασμένος τα έθιμα των νομάδων, που κατοικούσαν στα υψίπεδα της Μογγολίας, βόρεια και βορειοδυτικά της Κίνας. Εικόνα που δύο αιώνες περίπου αργότερα θα επαναλάβει ο Ηρόδοτος, μιλώντας αυτός για τους Σκύθες, τους νομάδες της Δυτικής Ευρασίας, που έπιναν και αυτοί κρασί και έδιναν όρκους πίνοντας το αίμα τους αναμεμειγμένο με το αίμα ενός αλόγου. Η ιστορία, η ζωή και η δράση των φυλών που έζησαν στις απέραντες στέπες της Ευρασίας για να χαθούν κάποια στιγμή μέσα στον χρόνο, αφήνοντας πίσω ­ στην καλύτερη περίπτωση ­ μόνο το όνομά τους, όπως οι Σκύθες, φθάνουν ως εμάς σήμερα μέσα από κάποια αρχαιολογικά κατάλοιπα και μέσα από τις μαρτυρίες άλλων λαών. Ενας άγνωστος κόσμος λοιπόν πρόκειται να παρουσιασθεί στην έκθεση του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης τον Απρίλιο του 2002 υπό τον τίτλο «Αρχαία χάλκινα αντικείμενα από τις ευρασιατικές στέπες». Πρόκειται για αντικείμενα, ογδόντα τρία τον αριθμό, με χρονολόγηση από τον 13ο π.Χ. ως τον 1ο αιώνα, που αποτελούν μέρος της συλλογής του Ιδρύματος Αρθουρ Σάκλερ και έρχονται από τη Νέα Υόρκη, όπου βρίσκεται η έδρα της. Η Ανατολική Σιβηρία, η Κεντρική Μογγολία και η Βορειοδυτική Κίνα είναι οι χώροι όπου έζησαν αυτοί οι λαοί στη διάρκεια της 1ης χιλιετίας π.Χ., διαγράφοντας μια σχετικά άγνωστη και ιδιαίτερα περίπλοκη ιστορική διαδρομή. Πρόκειται για φυλές που δεν ήταν κινεζικές και απείλησαν συχνά τα βορειοδυτικά σύνορα της Κινεζικής Αυτοκρατορίας, προκαλώντας έτσι το ενδιαφέρον των χρονικογράφων, χάρη στις μελέτες των οποίων για τον τρόπο της ζωής και τη δράση τους αλλά και την καλλιτεχνική δημιουργία τους φθάνουν ως εμάς σήμερα κάποιες πληροφορίες για αυτούς. Ετσι και τα ονόματά τους, Σανκ, Ζου, Κουάν Ρονγκ, Ροντ, Ντι, είναι αυτά που οι κινέζοι ιστορικοί τούς έδωσαν, αν και είναι άγνωστο σε ποιο βαθμό είχαν σχέση με τον τρόπο που αποκαλούσαν οι ίδιοι τους εαυτούς τους.





«Με την έκθεση γίνεται μια προσπάθεια γνωριμίας με αυτόν τον άγνωστο πολιτισμό,
τόσο μέσα από τα μάτια των κινέζων ιστορικών όσο και μέσα από τα αρχαιολογικά τους κατάλοιπα» λέει ο κ. Δημήτρης Πλάντζος, επιμελητής του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης. Ενας παρόμοιος τρόπος δηλαδή με τον οποίο βλέπουμε σήμερα τους Σκύθες, όχι μόνο μέσα από τα αρχαία ευρήματα αλλά και από τις ιστορίες των αρχαίων ελλήνων ιστορικών. Τα αντικείμενα έτσι της έκθεσης, στα οποία περιλαμβάνονται και τέσσερα κινεζικά τελετουργικά αγγεία, είναι στην πλειονότητά τους έργα μικροτεχνίας, μικρά διακοσμητικά πλακίδια, εξαρτήματα και κοσμήματα ιπποσκευής, ξίφη και εγχειρίδια, εργαλεία καθημερινής και τελετουργικής χρήσης. Ολα κατασκευασμένα από μέταλλο, που ήταν άλλωστε το μέσον συναλλαγής των αρχαίων λαών, φέρουν παραστάσεις κυρίως από το ζωικό βασίλειο, καθώς απεικονίζουν ελάφια, άλογα και βοοειδή, ενώ και ο χαρακτήρας τους είναι συχνά συμβολικός και τελετουργικός. Χρήση που επιβεβαιώνουν τα καμπανάκια που υπάρχουν αίφνης στις επιστέψεις των σκήπτρων ή οι λεγόμενοι ράβδοι των Σαμάνων (με κόσμημα σε μορφή αλιγάτορα), των μάγων δηλαδή, οι οποίοι με τη δύναμη του πνεύματος εθεωρείτο ότι μπορούσαν να μεταφερθούν σε ένα άλλο μέρος. Χάλκινοι λέβητες περιλαμβάνονται εξάλλου μέσα στα χρηστικά αντικείμενα, όπως και κουταλάκια με αλυσίδα για να κρέμονται από τη ζώνη, αλλά και σακοράφες για το ράψιμο των δερμάτων.


«Οπως αποδεικνύεται από αυτά τα ευρήματα, επρόκειτο για έναν πολιτισμό πολύ πρακτικό και έναν λαό που βρισκόταν διαρκώς σε κίνηση» λέει ο κ. Πλάντζος προτείνοντας να φανταστούμε τους ανθρώπους των φυλών αυτών κυριολεκτικά φυτρωμένους πάνω στα άλογά τους. Ενας άντρας χωρίς το άλογό του δεν ήταν τίποτε, γι’ αυτό και τον συνόδευε και στον θάνατο, όπως αποδεικνύει η τελετουργική ταφή ενός άνδρα που αποκαλύφθηκε θαμμένος μαζί με το άρμα του και τα άλογά του. «Ο πολιτισμός τους ήταν ό,τι μπορούσε να μεταφερθεί, δηλαδή τα ζώα, η οικοσκευή τους και η περιουσία τους, που ήταν τα μέταλλα» συμπληρώνει ο κ. Πλάντζος. Οπως στην τέχνη των Σκυθών δηλαδή, έτσι και σε αυτήν των νομάδων της Ανατολικής Ευρασίας συναντούμε αντικείμενα κατά κύριο λόγο χρηστικά, αν και διακοσμημένα με απλότητα και φειδώ.


Μέσα από τα λίγα αυτά στοιχεία, η προσπάθεια γνωριμίας με αυτόν τον άγνωστο πολιτισμό μπορεί να είναι δύσκολη, παρουσιάζει όμως ενδιαφέρον. Και στην έκθεση του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης η αναπαράσταση της χρήσης των αντικειμένων, τα κείμενα και το φωτογραφικό υλικό από τις ευρασιατικές στέπες θα βοηθήσουν προς αυτή την κατεύθυνση. Οι άγνωστοι νομάδες αξίζουν την προσοχή μας.