Ενα πέρασμα στα πρόσωπα που ηγήθηκαν της αμερικανικής πρεσβείας ως σήμερα, με αφορμή τις «παρενέργειες» από τις δηλώσεις και το στυλ του Νίκολας Μπερνς. Ενα «φυσιογνωμικό παιχνίδι» που μπορεί να αναδείξει τις διαχωριστικές γραμμές και τις διαφορές αποχρώσεων της αμερικανικής διπλωματίας στην Ελλάδα


Ο μαϊντανός παραπέμπει σε ξαφνικό φύτρωμα ­ εκεί που δεν τον σπέρνουν ­ αλλά και σε… μαγειρέματα. Τα φαντάσματα παραπέμπουν σε σκοτεινές περιόδους και σε μυστήριες φιγούρες. Οι ανθύπατοι προκαλούν συνειρμούς για… ρωμαϊκά λιοντάρια και λεονταρισμούς. Οι hard liners και οι low profile παραπέμπουν σε διαχωριστικές γραμμές φυσιογνωμίας. Και το όνομα «Πιουριφόι» έχει γίνει από παλιά συνώνυμο με κατά καιρούς «Τζόνηδες που πήραν τ’ όπλο τους»… Οι χαρακτηρισμοί αυτοί είναι σε πρώτη ζήτηση στην ειδησεογραφία που αφορά τον νέο αμερικανό πρεσβευτή Νίκολας Μπερνς. Η διαμόρφωση της εικόνας του μέσα από δηλώσεις, χειρονομίες και «σαβουάρ βιβρ» έγινε αφορμή για να ανασυρθούν μνήμες από άλλες εποχές. Ο αμερικανικός παράγων, η πρεσβεία, η υψηλή διπλωματία και οι εντόπιοι υποτελείς ­ η μια πλευρά. Είναι λάθος να συγχέουμε το ’50 και το ’60 με το σήμερα, ακούστηκε από την άλλη.


Το σίγουρο είναι ότι οι κινήσεις και οι κανόνες συμπεριφοράς ενός αμερικανού πρεσβευτή δημιουργούν παρενέργειες. Μοιάζουν σαν σε συγκοινωνούντα δοχεία και κυλούν στα ιστορικά κύτταρα, ρέουν ως «μη με λησμόνει», ζητούν δίοδο διαφυγής στο διπλωματικό κανάλι των ισορροπιών. Επειδή όμως τίποτε δεν λειτουργεί με ευθείες γραμμές ­ πόσο μάλλον όταν μιλάμε για ελληνοαμερικανικές σχέσεις ­ είναι ενδιαφέρον να δούμε το φυσιογνωμικό τοπίο αυτού που λέμε εξάρτηση και εθελοδουλία ή εξάρτηση και αναγκαστική προσγείωση ή εξάρτηση και κόντρα (τα συμπλέγματα έτσι κι αλλιώς αρέσκονται σε διαφοροποιήσεις, έστω και επιφανειακές, για να προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες). Το προφίλ των αμερικανών πρεσβευτών στην Ελλάδα ακολουθεί τους κανόνες της πισίνας με ρύθμιση σε ζεστό-κρύο ανάλογα με το χέρι που κρατά τη στρόφιγγα. «Τα αγκιστρωμένα ψαράκια», όπως συνήθιζε να αποκαλεί ο Αϊζενχάουερ τους ανά τον κόσμο υπηκόους της σφαίρας επιρροής, έχουν μικρά περιθώρια κινήσεως αλλά το εύρος τού «Yes, sir» πάντα κυμαινόταν ανάλογα με το κεφάλι που έσκυβε ή κρυφοκοίταζε προς τα πάνω.


Ενα χαστούκι στον υπουργό


Πώς θα σας φαινόταν να ξεκινούσαμε με θόρυβο από τα παλιά; Ετσι, για να φανεί με ένα χαστούκι ότι έχουν αλλάξει τα πράγματα από τότε. Αλλο αν εύκολα θα συμπλήρωνε κάποιος, καλόπιστα ή… φυσώντας το γιαούρτι, ότι οι χρόνοι κι αν παρήλθον, άλλαξαν όχι τα πράγματα αλλά τα προσωπεία.


Πίσω λοιπόν στην Ελλάδα που μυρίζει ακόμη μπαρούτι: 1947. Οι Βρετανοί παραδίδουν το εν Ελλάδι «χαρτοφυλάκιο» κυριαρχίας στην Αμερική. Ειδικοί εκπρόσωποι της αμερικανικής κυβέρνησης με βαθμό πρέσβη καταφθάνουν. Ενας από αυτούς, ο Πολ Πόρτερ, διορίζεται για να επιβλέπει τη διάθεση των χορηγηθέντων χρημάτων για την ανασυγκρότηση της Ελλάδας. «Οταν πήγε στην Αθήνα έγινε ένας διαφορετικός άνθρωπος, ένας δικτάτορας. Η συμπεριφορά του προς τους έλληνες αξιωματούχους, αρχίζοντας από τον πρωθυπουργό, ήταν βλοσυρή και κάποτε τραχιά». Ετσι περιγράφει τον αμερικανό διπλωμάτη, στην εφημερίδα της ελληνικής ομογένειας του Σικάγου «The Greek Star» (2.10.1980), ο Ουίλιαμ Ρούσσης, Ελληνοαμερικανός που υπηρετούσε στην Ελλάδα εκείνη την εποχή ως αξιωματούχος της Ούνρα ­ οργανισμού που ιδρύθηκε για να συντονίσει το έργο της αμερικανικής βοήθειας προς την Ευρώπη, σύμφωνα με το δόγμα Τρούμαν. Και συνεχίζει παρουσιάζοντας ένα περιστατικό που έγινε κοινό μυστικό στη μεταπολεμική Αθήνα, «προκαλώντας αλγεινή εντύπωση στη σκέψη του ελληνικού λαού». Ο Πόρτερ συζητώντας για κάποιο οικονομικό θέμα με τον Στέφανο Στεφανόπουλο, τότε υπουργό Συντονισμού, «οργίστηκε τόσο ώστε σήκωσε το χέρι του και του κατάφερε ένα ηχηρό ράπισμα στο πρόσωπο, τόσο που ο υπουργός ξέσπασε σε κλάματα». Η συνέχεια του επεισοδίου έχει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον: ο υπουργός αποχώρησε από το γραφείο και λίγες ημέρες αργότερα «δώρισε στην κυρία Πόρτερ ένα διαμαντένιο περιδέραιο, για να κατευνάσει τον Πόρτερ, ο οποίος προφανώς ακολουθούσε τη θεωρία του Θεόδωρου Ρούζβελτ «μίλα μαλακά, αλλά κουβάλα μαζί σου ένα μεγάλο ραβδί» και τη συμβουλή του Γουίλιαμ Χάουαρντ Ταφτ να χρησιμοποιεί τη «διπλωματία του δολαρίου»».


«Ο κακός Αμερικανός»


Ανάλογη ήταν η συμπεριφορά πολλών Αμερικανών που υπηρετούσαν στο εξωτερικό, μάλιστα η κοινή γνώμη στις Ηνωμένες Πολιτείες είχε σοκαριστεί όταν είχε μάθει τον τρόπο φέρεσθαι των διπλωματών. Να σκεφθεί κανείς ότι γυρίστηκε ταινία με τίτλο «Ο κακός Αμερικανός» που προβαλλόταν στις ΗΠΑ για διαπαιδαγώγηση του κοινού. Στην Ελλάδα το πρόβλημα ήταν ακόμη πιο έντονο αφού υπήρχε συν τοις άλλοις σύγχυση εξουσιών ανάμεσα στους αμερικανούς αξιωματούχους και στον αμερικανό πρεσβευτή στην Αθήνα Λίνκολν Μακ Βι, ο οποίος βεβαίως είχε παίξει τον δικό του ρόλο κατά τη θητεία του την περίοδο 1943-47.


Το καλοκαίρι του 1948 φθάνει στην Αθήνα ο νέος πρεσβευτής που έχει μεγάλο εκτόπισμα (όνομα και πράγμα). Ο παχουλός Χάρι Γκρέιντι έρχεται φορτωμένος με υπεραρμοδιότητες και μπαίνει σαρωτικά στην ελληνική πολιτική σκηνή. Είναι ένας από τους πρεσβευτές που «νομιμοποίησαν» τη ρήση «η τραγωδία της αμερικανικής διπλωματίας είναι ότι διόριζαν ανθρώπους που θα μπορούσαν να πουλούν μεταχειρισμένα αυτοκίνητα και δεν είχαν συνέπεια και συνέχεια», όπως ανέφερε διπλωμάτης σε συζήτησή μας. Ωμότητα, αθυροστομία, αχαλίνωτη αίσθηση κυβερνήτη σε πολιτεία των ΗΠΑ εκτός ΗΠΑ. Η εξαφάνιση από το πολιτικό προσκήνιο των αριστερών δυνάμεων ήταν η πρώτη έγνοια του. Ο Τάσος Βουρνάς στην «Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας» αναφέρει ένα ενδεικτικό περιστατικό: Ο αυστραλός πρωθυπουργός Εβατ τον Νοέμβριο του 1948 ανέλαβε πρωτοβουλία για να σταματήσει ο ελληνικός εμφύλιος και για συνδιαλλαγή μεταξύ των αντιμαχόμενων μερών. Η εντολή του στρατηγού Μάρσαλ προς τον Γκρέιντι ήταν σαφής: «Κάθε τέτοια προσπάθεια θα εθεωρείτο εχθρική πράξη κατά της Αμερικής». Οταν λοιπόν τέως υπουργοί και βουλευτές, και ένας βουλευτής εν ενεργεία (Βοραζάνης) έστειλαν συγχαρητήριο τηλεγράφημα στον πρωθυπουργό της Αυστραλίας, ο Γκρέιντι αξίωσε και πέτυχε δραστικά μέτρα κατά των υπογραψάντων. «Ο Βοραζάνης διεγράφη από το κόμμα των Φιλελευθέρων, ενώ στην αίθουσα της Βουλής μια ομάδα βουλευτών-κεκραχτών των Αμερικανών τού επετέθησαν λυσσαλέα και τον κακοποίησαν μέχρις αναισθησίας».


Οι εκλογές στην Ελλάδα ήταν ένα από τα φλέγοντα θέματα όχι μόνο για τον ελληνικό πολιτικό κόσμο αλλά και για την Ουάσιγκτον. Οι Αμερικανοί αυτή την περίοδο ήσαν υπέρ μιας δημοκρατικής διαδικασίας στην Ελλάδα ­ όπως σημειώνει ο ιστορικός και δημοσιογράφος Σπύρος Λιναρδάτος ­ «που δεν θα έθιγε φυσικά την αντικομμουνιστική αιχμή του κράτους, τα ψηφίσματα του εμφύλιου πολέμου, την αστυνομοκρατία». Τι έκανε λοιπόν ο Γκρέιντι; Ανέλαβε προσωπική εκστρατεία σε όλη την Ελλάδα για την προπαρασκευή των εκλογών. «Περιοδεύοντας τις διάφορες πόλεις, όπου τον σήκωναν και στα χέρια όπως τους εκλεκτούς τους υποψήφιους βουλευτές, ο αμερικανός πρεσβευτής εκλαΐκευε την αξία της αμερικανικής βοήθειας στην Ελλάδα, αλλά και «δίδασκε» στους Ελληνες το «αλφαβητάριο της Δημοκρατίας»»! Στις 29 Σεπτεμβρίου 1949 σε λόγο του στη Λάρισα, μόνο την ημερομηνία των εκλογών δεν ανήγγειλε: «Ελπίζω συνεπώς ότι αι εκλογαί θα διεξαχθούν ουχί βραδύτερον των αρχών της προσεχούς ανοίξεως».


Το μαστίγιο και το «παιδί – θαύμα»


Ο Γκρέιντι έμεινε γνωστός ως ο πρεσβευτής που με μία ανακοίνωση (ειρωνικά το είπαν «δελτίο Τύπου») από την αμερικανική πρεσβεία «απέλυσε» τον Σοφοκλή Βενιζέλο από πρωθυπουργό! Βάλε-βγάλε το «πουκάμισο», ανέβαιναν και κατέβαιναν οι ελληνικές κυβερνήσεις. Τη σκυτάλη των «διορισμών» πήρε ο Πιουριφόι. Ο Χάρι φεύγει, ο Τζον έρχεται. Δυο φωτογραφίες σε αντιπαραβολή θα είχαν και σημειολογική αξία: ο Γκρέιντι κάθεται σε μια τεράστια πολυθρόνα, ειδικών περιστάσεων, ποζάρει σαν άρχοντας εν μέσω δημάρχων στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία» και δίπλα του είναι ο Κ. Καραμανλής (υπουργός Προνοίας τότε) στον οποίο κάτι ψιθυρίζει ο Πολ Πόρτερ. Λίγο καιρό αργότερα ο αντικαταστάτης του επισκέπτεται νωρίς το πρωί της 2ας Ιουνίου 1951 τον πρωθυπουργό (πάλι) Σοφοκλή Βενιζέλο στο πολιτικό γραφείο του. «Οι φωτογραφίες που δημοσιεύονται την άλλη μέρα στις εφημερίδες παρουσιάζουν τον Πιουριφόι» αναφέρει ο Σπύρος Λιναρδάτος «χωρίς σακάκι, με κοντομάνικο πουκάμισο, καθισμένο σε μια πολυθρόνα απέναντι στον πρωθυπουργό, να κουνάει επιτιμητικά το χέρι του προς τον Βενιζέλο που τον κοιτάζει με μάτια έκπληκτου και τρομαγμένου μαθητή». Γιατί να προσέχει τους κανόνες του πρωτοκόλλου ένας ισχυρός στο… προτεκτοράτο του; Ο Πιουριφόι ζητούσε εξηγήσεις για τον ευνοούμενό του αρχιστράτηγο Παπάγο που είχε υποβάλει την παραίτησή του.


Το «παιδί-θαύμα» της αμερικανικής διπλωματίας, όπως αποκαλούσαν τον Πιουριφόι, χαρακτήριζε συχνά τον Βενιζέλο «μικρό μπάσταρδο», καθώς παραδέχθηκε ο ίδιος όταν έμαθε ότι ο έλληνας πολιτικός τον παρομοίαζε με «γκαουλάιτερ»… Το όνομα «Πιουριφόι» έγινε σύντομα σύμβολο για τον άθλιο και ωμό τρόπο με τον οποίο οι Αμερικανοί φέρονταν στους… υποτελείς τους. Ο βιογράφος του μάλιστα σημειώνει: «Ο Πιουριφόι εννοούσε να φέρεται προς τις ελληνικές κυβερνήσεις σαν να ήταν υποταγμένες, όπως στα πολεμικά χρόνια του 1946-49». Είχε έλθει στην Ελλάδα για να εφαρμόσει τα νέα δεδομένα της αμερικανικής πολιτικής. Πριν από τον πόλεμο της Κορέας καλή ήταν μια κυβέρνηση της Κεντροαριστεράς, δήλωνε. Τώρα χρειάζεται μια κυβέρνηση της Κεντροδεξιάς.


Ο δημοσιογράφος και ιστορικός Σόλων Γρηγοριάδης έγραφε («Εθνος», 2.5.1988) ότι «ο Τρούμαν με την ομάδα του έπαιρναν αυστηρά μέτρα σε όλα τα κράτη που βρίσκονταν κάτω από τα φτερά του αμερικανικού εξαπλωτισμού, αυστηρά μέτρα για να ευθυγραμμιστούν με την όλη στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών». Ο άνδρας με το κοντοκουρεμένο μαλλί και τη γερή κορμοστασιά είχε αναλάβει τον ρόλο του «μαστίγιου» και διετέλεσε πρεσβευτής στην Ελλάδα ως το 1953. Είχε μπει από μικρός «στην πιάτσα», στην αγορά εργασίας, δουλεύοντας ως «παιδί που κάνει θελήματα», κατόπιν ως «ο μικρός του ασανσέρ» για να ανεβεί στη συνέχεια με ιλιγγιώδη ταχύτητα ως τη θέση του υφυπουργού Εξωτερικών. Κομμουνιστοφάγος, συνήθιζε να λέει μια αμερικανική παροιμία όταν αναφερόταν σε αριστερούς, οι οποίοι καλό θα ήταν, κατά τη γνώμη του, να εξαφανιστούν από προσώπου γης: «Η λεοπάρδαλις όσο κι αν παρέλθη ο χρόνος ουδέποτε αποβάλλει το στίγμα του δέρματός της»… Ο Πιουριφόι μετά την Ελλάδα τοποθετήθηκε στη Γουατεμάλα όπου οργάνωσε το «πραξικόπημα της μπανάνας» ανατρέποντας το αριστερό καθεστώς του Τζιάκομπο Ερμπεντ Γκούζμαν για να εγκαταστήσει τη δικτατορία του συνταγματάρχη Κάρλος Καστίλο Αρμας. Στη συνέχεια τοποθετήθηκε στην Ταϊλάνδη, όπου στις 12 Αυγούστου 1955 σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Ηταν 55 χρόνων. Κατά την επιστροφή από ένα στρατόπεδο αλεξιπτωτιστών κοντά στην Μπανγκόκ σκοτώθηκε σε τροχαίο μαζί με τον γιο του Ντάνι.


Ο αριστοκράτης της διπλωματίας


Το νέο πρόσωπο στην αμερικανική πρεσβεία της Αθήνας τοποθετήθηκε λίγο καιρό μετά την εκλογή ως προέδρου των ΗΠΑ του Ντουάιτ Αϊζενχάουερ. Ο Κάβεντις Κάνον ανέλαβε χρέη πρεσβευτού στις 2 Σεπτεμβρίου 1953 και παρέμεινε στη θέση αυτή ως το 1956. Λίγο πιο διακριτικός από τον Πιουριφόι και ιδιαίτερα εύστροφος, έβαλε την υπογραφή του δίπλα σε αυτήν του Στ. Στεφανόπουλου στο κείμενο για την εγκατάσταση αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα. Την ίδια ώρα στο πολιτικό γραφείο ο Παπάγος με τους υπουργούς του υπέγραφαν πράξη του υπουργικού συμβουλίου που επικύρωνε τη συμφωνία (12.10.1953). Η Πρεσβεία δεν ήθελε την επικύρωση της συμφωνίας για τις βάσεις από τη Βουλή «επειδή πίστευε ότι θα προκαλούσε πολιτικά προβλήματα καθώς και επεισόδια στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, εφόσον γινόταν γνωστό ότι οι βάσεις θα εξυπηρετούσαν επιχειρήσεις εναντίον του ανατολικού μπλοκ» επισημαίνει ο Τάσος Βουρνάς. Βεβαίως το μεγάλο θέμα για τα ελληνικά πράγματα ήταν η Κύπρος, μετά την εκδήλωση της κίνησης για αυτοδιάθεση του νησιού. Τα βίαια επεισόδια εναντίον των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης το 1955 ήλθαν να τονώσουν την απαίτηση της ελληνικής πλευράς για συζήτηση του Κυπριακού στον ΟΗΕ. Ο Κάνον πίστευε ότι έπρεπε να γίνει, το μήνυμα όμως που έφερε από τον Αϊζενχάουερ ήταν απορριπτικό. Προσεκτικός σε κάθε του κίνηση ο Κάνον δεν μετέφερε αυτοπροσώπως την απάντηση στον βασιλιά Παύλο. Ηξερε ότι η παρουσία του στα θερινά ανάκτορα στο Τατόι θα προκαλούσε, τη στιγμή που ήταν έντονο το αντιαμερικανικό κλίμα ανάμεσα στους Ελληνες και την ώρα που ο Παύλος σκεφτόταν το νέο πρόσωπο που θα διόριζε στη θέση του Παπάγου.


Τον Κάνον αντικατέστησε τον Ιούλιο του 1956 και για μικρό διάστημα (ως τον Νοέμβριο του 1957) ο Τζορτζ Αλεν και στη συνέχεια ανέλαβε καθήκοντα ο Τζέιμς Ρίντλμπεργκερ (Δεκέμβριος 1957 – Μάιος 1959). «Μεγάλο αριστοκράτη της διπλωματίας» χαρακτήρισε τον Ρίντλμπεργκερ σε συνομιλία μας ο βουλευτής και τέως υπουργός Εξωτερικών Γιάννης Καψής. «Ασκούσε αφ’ υψηλού διπλωματία. Η σύζυγός του ήταν πρόεδρος της Time Life Corporation και ο ίδιος είχε πάντα σοβαρό ύφος». Δεν ήταν από αυτούς που ήθελαν να «δείχνουν τα δόντια τους». Τα ελληνοτουρκικά ήταν το αντικείμενο ενασχόλησής του κατά τη θητεία του. Το διχοτομικό σχέδιο Μακ Μίλαν για την Κύπρο βρέθηκε στο επίκεντρο, ενώ ο Ρίντλμπεργκερ ανέλαβε να ενημερώσει την ελληνική κυβέρνηση ότι «αμερικανική ήταν η έμπνευση να διοριστεί ο γενικός πρόξενος της Τουρκίας στη θέση του ύπατου αρμοστή της Κύπρου για να εκτονωθεί η κατάσταση στην Ελλάδα». Οι εξελίξεις ήταν ταχείες στο θέμα του Κυπριακού, ενώ υπογράφεται στη Ζυρίχη συμφωνία κατά τις συνομιλίες Καραμανλή-Μεντερές.


Ο αμετροεπής κ. Μπριγκς


Σε φορτισμένο κλίμα και υπό τον διαφαινόμενο κίνδυνο να ενισχυθεί η δύναμη της Αριστεράς στην Ελλάδα, ανέλαβε τα καθήκοντά του ως αμερικανός πρεσβευτής στη χώρα μας ο Ελις Μπριγκς (1959-62). «Είχε τη συνήθεια να αγνοεί τις εκτιμήσεις των συνεργατών του, πλην του Ταπ Μπένετ τον οποίο είχε φέρει μαζί του ως στενό συνεργάτη» σημειώνει ο δημοσιογράφος Αλέξης Παπαχελάς στο βιβλίο του «Βιασμός της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο αμερικανικός παράγων 1947-1967». Μασούσε διαρκώς ένα μισοσβησμένο πούρο, «μιλούσε με ένα χαρακτηριστικά ειρωνικό ύφος στους επιτελείς του, ενώ αγαπημένο του χόμπι ήταν η συγγραφή βιβλίων που πρότειναν δραστικές περικοπές του προσωπικού διπλωματικής υπηρεσίας». Εκτιμούσε ιδιαίτερα τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, που τον χαρακτήριζε «σκληρό, αυτάρκη, γεμάτο αυτοπεποίθηση πολιτικό και ηγέτη, ο οποίος είναι ειλικρινής μαζί μας και αξίζει την υποστήριξή μας». Ποτέ δεν ανέπτυξε επαφές με τον Γεώργιο Παπανδρέου και αδιαφορούσε στην επισήμανση του πολιτικού συμβούλου Νταν Μπρούστερ και του νεαρού τότε Γραμματέα της πρεσβείας Μόντι Στερνς ότι έπρεπε να καλλιεργήσει τις σχέσεις του με τον Παπανδρέου αφού στο μέλλον μπορεί να γινόταν πρωθυπουργός. Τον έπεισαν τελικά να τον καλέσει στην αποχαιρετιστήρια δεξίωση που έδωσε τον Φεβρουάριο του 1962, αλλά ο Γεώργιος Παπανδρέου δεν πήγε. «Την επομένη ο Μπριγκς ξέσπασε στους συμβούλους του και τους είπε ότι του είχαν δώσει «τις χειρότερες συμβουλές που είχε ακούσει» σε ολόκληρη τη σταδιοδρομία του». Ο Μπριγκς ήταν ασυγκράτητος στις εκφράσεις του και δεν φοβόταν να χρησιμοποιεί χαρακτηρισμούς όταν μιλούσε για οποιονδήποτε. «Η ελληνική βασιλική οικογένεια: ένας βασιλικός αναχρονισμός», «η βασίλισσα Φρειδερίκη: γλωσσού». Για τον τότε διάδοχο Κωνσταντίνο έλεγε: «Είναι περισσότερο γιος της μητέρας του παρά του πατέρα του. Ασχολείται με τις υποθέσεις του κράτους με την ίδια αφέλεια με την οποία επιδίδεται στον αθλητισμό».


Ενα τυχαίο ατύχημα


Με διαφορετικό ύφος έκανε την εμφάνισή του στην αμερικανική πρεσβεία ο Χένρι Λάμπουις, τον οποίο διόρισε η κυβέρνηση του Τζον Κένεντι το 1962. Απέφευγε στη διατύπωση των απόψεών του το «άσπρο-μαύρο» και απέκτησε συμπάθειες με την ευαισθησία του απέναντι στις ελληνικές θέσεις. «Ηταν σεμνός και διακριτικός άνθρωπος» επισημαίνει ο Γιάννης Καψής. «Τον θυμάμαι πάντα να φορά μια καρφίτσα στο κολάρο, ενώ μου είχε κάνει εντύπωση ότι τα πουκάμισά του ήταν φθαρμένα». Δεν ήταν «μονόκερως» στις σχέσεις του με τους συνεργάτες του, τους συμβουλευόταν και άκουγε τις παραινέσεις τους. Είχε φιλία με τον Σπύρο Μαρκεζίνη και τον επιχειρηματία Μποδοσάκη, ενώ οι επαφές με τον Γεώργιο Παπανδρέου ήταν συχνές. «Αυτό που τον στενοχωρούσε και συχνά τον έφερνε σε δύσκολη θέση ήταν ότι η CIA δεν του έδινε λογαριασμό» τονίζει ο κ. Καψής.


Το 1965 μετά την ορκωμοσία της κυβέρνησης Στεφανόπουλου έρχεται στην αμερικανική πρεσβεία ο Φίλιπς Τάλμποτ, ο οποίος παρέμεινε στη θέση του ως το 1969. Ηταν αυτός που εισηγήθηκε την παρέμβαση της CIA, δηλαδή πραξικόπημα, στην περίπτωση που η Ενωση Κέντρου θα κέρδιζε τις εκλογές του Μαΐου 1967, αλλά η επιτροπή του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας των ΗΠΑ την απέρριψε, όπως γράφει ο Λ. Στερνς στο βιβλίο του «Λάθος άλογο ­ Η πολιτική του επεκτατισμού και η αποτυχία της αμερικανικής διπλωματίας».


Από το Μαρόκο μετατέθηκε στην Αθήνα ο διάδοχός του στην κορυφή της αμερικανικής πρεσβείας το 1969, ο Χένρι Τάσκα. Καταγόταν από το Ρόουντ Αϊλαντ, είχε σπουδάσει στη Σχολή Οικονομικών Επιστημών του Λονδίνου, ήταν πλωτάρχης κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και με φιλοδοξία να σκαρφαλώσει στα ανώτατα κλιμάκια του υπουργείου Εξωτερικών. Ετσι, έκανε το παν για να επιδείξει έργο στους ανωτέρους του και προσπάθησε να ωραιοποιήσει την εικόνα της χούντας. Εγραφε σε έκθεση προς το Κογκρέσο το 1971: «Είμαι πεπεισμένος ότι δεν υπάρχει άλλη πολιτική εκτός από αυτήν που ακολουθούμε στην Ελλάδα. Νομίζω ότι αυτή η πολιτική συνδυάζει τα εθνικά συμφέροντά μας και ανταποκρίνεται εις τα ζωτικά συμφέροντα ασφαλείας τα οποία έχομεν εις την Ελλάδα. (…) Και δύναμαι να σας είπω, ως πρέσβυς, ότι αφότου ήλθα εδώ δεν είχαμε κανένα επεισόδιο. Εάν οι άνθρωποι δεν αγαπούσαν την Αμερική, θα το είχαμε αισθανθεί πολύ γρήγορα». Ο Τάσκα ήλθε σε αντίθεση με τον Κίσινγκερ στο θέμα της ανατροπής του Μακαρίου στην Κύπρο και πρότεινε να παρέμβει ο Εκτος στόλος για να προληφθεί η εισβολή των Τούρκων. Πίστευε ότι η πολιτική Κίσινγκερ θα οδηγούσε σε διάλυση τη Νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Μετά την αποχώρησή του από τη θέση του, το 1974, εξέφρασε την επιθυμία να εκδώσει ένα βιβλίο όπου να κατονομάζει αξιωματούχους της CIA που παρότρυναν τον Ιωαννίδη να ανατρέψει τον Παπαδόπουλο. Ο Τάσκα δεν πρόλαβε. Σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα, περίεργο κατά πολλούς, στη Λωζάννη τον Αύγουστο του 1979. Ο γιος του δήλωνε οκτώ χρόνια αργότερα: «Πίσω από τον θάνατο του πατέρα μου βρίσκεται ο Κίσινγκερ».


Ενα περιστατικό που συνδέθηκε με τον Τάσκα μάς θύμισε ο καθηγητής και πρώην υπουργός Γεώργιος-Αλέξανδρος Μαγκάκης, την εποχή που φυγαδεύθηκε στη Δυτική Γερμανία μέσω της αμερικανικής βάσης του Ελληνικού. Στις 16 Απριλίου 1972 ο Γ.-Α. Μαγκάκης αποφυλακίστηκε προσωρινά (του είχε επιβληθεί διετής φυλάκιση για αντιδικτατορική δράση) λόγω σοβαρής βλάβης στα μάτια του. Ο καθηγητής κατευθύνθηκε αμέσως προς την αεροπορική βάση. Ο Βίλι Μπραντ ως καγκελάριος και ο Χέλμουτ Σμιτ ως υπουργός Στρατιωτικών με τη σύμφωνη γνώμη και του υπουργού Καγκελαρίας Χορστ Εμκε (είχαν διδάξει στο ίδιο πανεπιστήμιο του Φάικμπουργκ) έστειλαν αεροπλάνο για να τον μεταφέρει στη Γερμανία. «Απευθύνθηκαν στον Τάσκα και του ζήτησαν να επιτρέψει την προσγείωσή του στη βάση του Ελληνικού. Πράγματι επετράπη και όταν είπα στον αμερικανό φρουρό της πύλης το όνομά μου άνοιξε. Είχε ειδοποιηθεί. Ο γερμανός πρεσβευτής Πέτερ Λίμπουργκ που έφθασε επίσης εκεί, μετέφερε εμένα και τη σύζυγό μου στο εννεαθέσιο στρατιωτικό αεροπλάνο. Ο Τάσκα επέτρεψε τη χρησιμοποίηση του αεροδρομίου και συνέβαλε στις συνεννοήσεις φυγάδευσης». Ο Παπαδόπουλος φαίνεται ότι εν γνώσει του άφησε να εξελιχθεί η φυγάδευση Μαγκάκη, θέλοντας να επιδείξει έξωθεν καλή συμπεριφορά. «Η φυγάδευσή μου όμως έγινε μπούμερανγκ για το δικτατορικό καθεστώς. Εκανα δηλώσεις στο εξωτερικό, μίλησα στην Ντόυτσε Βέλε ρίχνοντας λάδι στη φωτιά, ενώ η γερμανική κυβέρνηση πάγωσε τις σχέσεις της με τη χούντα όταν ο Πατακός χαρακτήρισε «ανεπιθύμητο πρόσωπο» τον Λίμπουργκ».


Οι «υδραυλικοί» της πρεσβείας


Δύο χρόνια αργότερα, ο Τάσκα έδωσε τη θέση του σε έναν από τους πιο σκληρούς εκφραστές της αμερικανικής διπλωματίας. Ο Τζακ Κιούμπιτς, ο hard liner της διπλωματίας, έφθασε στην Αθήνα τον Αύγουστο του 1974 και αμέσως σχεδόν έδωσε το στίγμα αποικιοκρατικής αντιμετώπισης των Ελλήνων. Οι περίφημοι… «υδραυλικοί της πρεσβείας» έκαναν την Ελλάδα να αγανακτήσει. Κατά την πρώτη πορεία της επετείου του Πολυτεχνείου προς την πρεσβεία, είχαν τοποθετηθεί στην ταράτσα του κτιρίου αμερικανοί πεζοναύτες οπλισμένοι και με πλήρη εξάρτυση. Το γεγονός ήλθε στο φως της δημοσιότητας από τον δημοσιογράφο Βασίλη Καββαθά. Η πρεσβεία, σε απάντησή της, είπε ότι ήταν υδραυλικοί! Η ελληνική κοινή γνώμη εξαγριώθηκε με τις πρακτικές της αμερικανικής πλευράς, ενώ ενισχύθηκαν τα αντιαμερικανικά αισθήματα. «Θυμάμαι ότι καθόμουν με τη Χαρά Κιοσσέ στα γραφεία των «Νέων» και μόλις είχαμε τελειώσει το ρεπορτάζ για το θέμα» σημειώνει ο κ. Καψής. «Χτυπά το τηλέφωνο και μου μιλά ένας Αμερικανός λέγοντας ότι γράφω θαυμάσια. Κολακεύτηκα. Το επόμενο δευτερόλεπτο όμως συμπλήρωσε: «Θα λυπηθώ πολύ αν πάθεις κάτι εσύ ή η οικογένειά σου». Τηλεφώνησα αμέσως στην Πρεσβεία και απαίτησα να μιλήσω με τον Κιούμπιτς. Μου ζήτησε αμέσως συγγνώμη και προσέθεσε ότι «πολλοί Αμερικανοί νομίζουν ότι έτσι κάνουν καλό στην πατρίδα τους». Ο Κιούμπιτς ετοίμασε έκθεση για το Στέιτ Ντιπάρτμεντ σχετικά με το θέμα και αργότερα χρησιμοποιούσε το περιστατικό σε σεμινάρια πολιτικής στις ΗΠΑ».


Ο Ρόμπερτ Μακλόσκι, ο επόμενος αμερικανός πρεσβευτής (1978-81), κατέγραψε στο ενεργητικό του μια επιτυχία για την αμερικανική πολιτική: του επετράπη να επισκεφθεί το 1980 το αρχηγείο της Α’ Στρατιάς στη Λάρισα. Ενας ξένος πρεσβευτής σε ελληνικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις! Τη σκυτάλη στην αμερικανική πρεσβεία πήρε το 1981 ο Μόντιγκλ Στερνς, σε μια περίοδο όπου φλέγον ζήτημα ήταν οι διαπραγματεύσεις για τις βάσεις, το χρονοδιάγραμμα για την απομάκρυνση ή την… παραμονή τους κλπ. «Στις 14 Ιουλίου οι Αμερικανοί εισέπραξαν ένα μεγαλοπρεπές «όχι» όταν ζήτησαν να αγκυροβολήσουν για λίγες μέρες πλοία του 6ου στόλου στον Σαρωνικό» σημειώνει ο Κώστας Μαρδάς στο βιβλίο του «Η Ελλάδα στα δίχτυα των βάσεων». «Τελικά, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία Παπανδρέου-Σουλτς, στις 15 Ιουλίου, αποφασίστηκε μονογράφηση της συμφωνίας, ώρα 1.30 τα ξημερώματα. Δηλαδή μια μέρα μετά το «όχι» στον 6ο στόλο, ο Α. Παπανδρέου είπε το «ναι» στις βάσεις». Η συμβολή του Μόντιγκλ Στερνς ήταν καθοριστική καθώς γνώριζε τον Ανδρέα Παπανδρέου από την εποχή του ’65 και στάθηκε ένθεν και ένθεν ως πόλος ισορροπίας.


Εκστρατεία δημοσιότητας


«Με τον Μόντιγκλ Στερνς και τον Ρόμπερτ Κίλι που τον αντικατέστησε, το 1985, αμβλύνθηκε στα μάτια του κόσμου η εικόνα της άγαρμπης εφαρμογής των συμφερόντων της Αμερικής από μέρους διπλωματών της» μας διευκρινίζει διπλωμάτης που εκείνη την εποχή ζούσε τα γεγονότα από κοντά. Ο Ρόμπερτ Κίλι ανάλωσε μεγάλο τμήμα της διπλωματικής καριέρας του στην Ελλάδα. Ηταν στη διπλωματική υπηρεσία επί 36 χρόνια, από τα οποία τα οκτώ τα πέρασε στην Αθήνα. Μεταξύ 1960 και 1970 υπηρέτησε ως χαμηλόβαθμο στέλεχος στην πρεσβεία (με αντιχουντικές θέσεις, όσο του επέτρεπε η ιδιότητά του ως αμερικανού διπλωμάτη) και μετά ως πρεσβευτής από το 1985 ως το 1989. Ενα απόσπασμα από τα πρακτικά του Κογκρέσου έχει ενδιαφέρον γιατί δείχνει ότι ο Κίλι ήταν γνώστης της ελληνικής πραγματικότητας και είχε διεισδυτική ματιά όσον αφορά τους Ελληνες. Καταθέτοντας στη Γερουσία στις 26 Ιουλίου 1985 είπε: «Κάναμε πολλά για την Ελλάδα, τη διασώσαμε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και κάναμε πολλά για να ορθοποδήσει. Αλλά αναπόφευκτα αυτό δημιουργεί μια σχέση πελάτη, μια σχέση εξάρτησης και οι Ελληνες θέλουν να απομακρυνθούν από αυτό. Κάνουν πολύ σωστά γιατί είναι μια χώρα πολύ περισσότερο ισχυρή οικονομικά και στρατιωτικά με κάθε έννοια, που μπορεί να φροντίσει την ασφάλειά της». Η σχέση του Κίλι με την Ελλάδα αρχίζει από νωρίς, από το 1936, όταν ήταν έξι ετών. Ο πατέρας του υπήρξε διπλωμάτης καριέρας που υπηρέτησε προπολεμικά στη Θεσσαλονίκη. Ο αδελφός του Εντμουντ είναι ελληνιστής και συγγραφέας. Η Σίφνος είναι το νησί με το οποίο συνδέθηκε περισσότερο. Εχει σπίτι στο Κάστρο, σε μια από τις πιο όμορφες γωνιές της Ελλάδας.


Ο πρώτος όμως Αμερικανός ελληνικής καταγωγής που διορίζεται πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Ελλάδα είναι ο Μάικλ Σωτήρχος. Μπίζνεσμαν της Νέας Υόρκης, πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου μεγάλης ιδιωτικής εταιρείας, απεχώρησε για να αναλάβει πρεσβευτής στην Τζαμάικα και μετά στην Αθήνα. Ηταν προσωπικός φίλος του Τζορτζ Μπους, ενώ είχε έντονη δραστηριότητα στην ελληνική ομογένεια ιδίως σε εκκλησιαστικά θέματα ως πρόεδρος του Ενοριακού Συμβουλίου της Αρχιεπισκοπής Βορείου και Νοτίου Αμερικής. Η τάση του για δημόσιες σχέσεις φάνηκε από την πρώτη ημέρα που ήλθε στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του 1989, έμοιαζε με εκστρατεία δημοσιότητας η άφιξή του στο αεροδρόμιο. Και στη συνέχεια όμως έκανε έντονη την παρουσία του με επισκέψεις σε εκθέσεις ζωγραφικής, σε δήμους και σε κοινότητες, σε θέατρα αλλά και στο γήπεδο. Τον είδαμε στο γήπεδο Χαριλάου δίπλα στους προέδρους της ΠΑΕ Αρης και του ερασιτέχνη Αρη, Ηλιάδη και Σπύρου αντιστοίχως. Ηταν στον αγώνα του Σεπτεμβρίου 1991 όταν ο Ολυμπιακός έχασε από τον Αρη. Αν και η ελληνική καταγωγή του σήμαινε ευαισθησία για τις ελληνικές υποθέσεις, από την άλλη υπήρχε το άγχος να μη φανεί στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ ότι υποστηρίζει αναφανδόν την Ελλάδα.


Ο διπλωματικός αστέρας


Διάδοχός του ήταν ένας διπλωματικός αστέρας του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ο Τόμας Νάιλς, που έφθασε στην Ελλάδα με τον διάσημο πια σκύλο του. Ηλθε στη χώρα μας σε μια ευαίσθητη περίοδο για το μέλλον των Βαλκανίων, καθώς συνεχίζονταν οι εχθροπραξίες σε όλα τα μέτωπα της Γιουγκοσλαβίας. Είχε μπει στη διπλωματική υπηρεσία το 1962 και υπηρέτησε διαδοχικά στο Βελιγράδι, στο Γραφείο Σοβιετικών Υποθέσεων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, στη Μόσχα. Το 1989 έγινε πρεσβευτής στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, για να έλθει ως πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Ελλάδα το 1992. «Τηρούσε τους τύπους, ήταν πιο… επαγγελματίας από άλλους και προσπαθούσε να εκφράζεται προσεκτικά για να μην παρεξηγηθεί. Διπλωμάτης καριέρας, ήθελε να προωθήσει με κάθε τρόπο τα αμερικανικά συμφέροντα στην περιοχή» λένε για αυτόν στους διπλωματικούς κύκλους. Τον ξαναθυμηθήκαμε με αφορμή τις δηλώσεις του Θ. Πάγκαλου, ο οποίος επιχειρηματολογούσε για τα «κόμπλεξ» και την «υπερευαισθησία» των Ελλήνων απέναντι στους αμερικανούς πρεσβευτές. Ο Wheats, o περίφημος σκύλος του Νάιλς, έγινε σημείο αναφοράς σχετικά με σχόλια που είχαν γραφεί στις εφημερίδες παλαιότερα περί περιφρόνησης προς το υπουργείο, όταν ο αμερικανός πρεσβευτής κατέφθασε εκεί με τον σκύλο του.


Πάντως το πάθος του Τόμας Νάιλς για τον σκύλο του το είδαν και οι ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου «Αμαλία» στη Μεθώνη, όπου ο αμερικανός πρεσβευτής είχε καταλύσει για τρεις ημέρες το 1994. «Μας έκανε εντύπωση ότι όταν του προσφέραμε χαλβά μετά το γεύμα έδωσε την πρώτη κουταλιά στον σκύλο του και με το ίδιο κουτάλι έφαγε αμέσως μετά και ο ίδιος» μας λέει η ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου. «Ο σκύλος ήταν ο πρώτος που μπήκε στο ξενοδοχείο. Γύρισε όλους τους εσωτερικούς χώρους, πήγε στον αυλόγυρο και μετά δόθηκε το σύνθημα για να μπει ο Τόμας Νάιλς». Οταν του πρότειναν από τις τοπικές αστυνομικές αρχές να συνδράμουν στη φύλαξή του αρνήθηκε. Είχε μαζί του τέσσερις άνδρες της προσωπικής ασφαλείας του. «Πρόσεξα ότι ήταν ιδιαίτερα λιγομίλητος», επισημαίνει η ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου «Αμαλία».«Η απλότητά του όμως μου έκανε καλή εντύπωση. Μετέφερε μόνος του τις βαλίτσες του στο δωμάτιο, χωρίς τη βοήθεια συνεργατών του».


Οσο για τον Νίκολας Μπερνς, τι να πούμε; Ετσι κι αλλιώς τα λέει μόνος του και θα τα ακούμε για καιρό. Ενας εντυπωσιακά outspoken αμερικανός πρεσβευτής.