Ο άνθρωπος που έπεσε στη Γη
Αφησε πίσω του τη «Σκιά των τεσσάρων γιγάντων» και τον Αλφρεντ Χίτσκοκ για να μεταλλαχθεί σε Ρόλιν Χαντ στις πιο καλτ «Επικίνδυνες αποστολές» του τηλεοπτικού γαλαξία των 60ς. Ακολουθούν: μια κατά μέτωπον «Επίθεση στη διαστημική βάση Αλφα», κάμποσες βόλτες σε Β-movies και προσφάτως ένα Οσκαρ παρέα με τον Τιμ Μπάρτον. Σήμερα επανέρχεται στον ρόλο του πιο ονειροπόλου ξυλουργού του πλανήτη: ο Μάρτιν Λαντάου είναι ο νεοαφιχθείς Τζεπέτο στις «Περιπέτειες του Πινόκιο» του Στιβ Μπάρον
«Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Τιμ Μπάρτον, την Ντίσνεϊ, τον Τζόνι Ντεπ…». Το χρυσό αγαλματίδιο βρίσκεται ήδη στα χέρια του και το ευχαριστήριο λογύδριο μοιάζει να παρατείνεται στο διηνεκές: «… τον ατζέντη μου, τις κόρες μου, τον καλύτερο φίλο μου…». Οι ιθύνοντες της διοργάνωσης κοιτάζουν κάθιδροι τους δείκτες του ρολογιού της Αμερικανικής Ακαδημίας. Τα 45 δευτερόλεπτα του χολιγουντιανού πρωτοκόλλου έχουν παρέλθει προ πολλού και ο κύριος Λαντάου δεν λέει να το «κουνήσει». Ο Σβαρτσενέγκερ σηκώνεται εξαντλημένος και βγαίνει από την αίθουσα μετά της Μαρίας Σρίβερ. «… Την Ακαδημία…». Κάποιος φωνάζει απεγνωσμένα «Μουσική!», η ορχήστρα παίζει τις πρώτες δειλές νότες, ο κ. Λαντάου κραυγάζει «Οχι!», ο φακός πέφτει απροκάλυπτα πάνω στον Ματ Ντίλον, που μόλις έχει κάνει την εμφάνισή του στη σκηνή, αλλά αδυνατεί να επέμβει. Τα γουόκι-τόκι του προσωπικού ασφαλείας δίνουν το σύνθημα: «Πάρτε τον επιτέλους». Οχι πως ο κυβερνήτης Τζον Κένινγκ έχει ανάγκη από επίγειες δικολαβίες για να καταλάβει ποια είναι η θέση του.
Ο Μάρτιν Λαντάου γεννήθηκε στις 20 Ιουνίου 1931 στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Ο πατέρας του, μετανάστης από την Αυστρία, επιθυμεί διακαώς να διασφαλίσει την πολύπαθη αμερικανική υπηκοότητά του ο υιός θα χρειαστεί να γιορτάσει τα 15α γενέθλιά του για να μάθει ότι ο πατήρ μιλάει απταίστως τη γερμανική και την πολωνική. Ευτυχώς, δηλαδή, που με τη μητέρα του, πέντε γενεών Νεοϋορκέζα, δεν θα ζήσει ανάλογες ανακατατάξεις του γενεαλογικού του δέντρου. Το περιβάλλον στο σπίτι είναι ιδανικό για επίδοξους ανιχνευτές αυτού του κόσμου. «Μεγάλωσα μέσα σε μια ατμόσφαιρα αφειδώς καλλιτεχνική», θυμάται σήμερα. «Η μητέρα μου με πήγαινε κάθε τόσο στο θέατρο, η αδελφή μου προτιμούσε τις επισκέψεις στη σκοτεινή αίθουσα. Ολα αυτά με συνάρπαζαν. Το ίδιο και η ζωγραφική. Η δημιουργία ήταν εξαρχής για μένα ένα μαγικό τοπίο προς εξερεύνηση».
Τελειώνοντας το γυμνάσιο Μάντισον αποφασίζει να καλλιεργήσει το ταλέντο του στο σχέδιο με σπουδές στο Ινστιτούτο Πρατ. Δεν θα αργήσει να βρει δουλειά στην εφημερίδα «Daily News» αρχικά κύριο μέλημά του είναι να επενδύει εικαστικά τη στήλη «Pitching Horseshoes» του Μπιλ Ρόουζ, εν συνεχεία τα κόμικς και η γελοιογραφία. Στα 26 του χρόνια αιφνίδια αλλαγή πλεύσης και η παρθενική βουτιά στη δραματική τέχνη μέσα από το Strasberg’s Actors’ Studio. Ακολουθεί η απαραίτητη μαθητεία στη σκηνή του Μπρόντγουεϊ και κάποιοι αμελητέοι ρόλοι στη μικρή οθόνη. Εν έτει 1959, και ενώ ακόμη παραπαίει μεταξύ θεάτρου και φακού, σκοντάφτει πάνω στον Χίτσκοκ. Ο ανέλπιστος ρόλος του Λέοναρντ (με αποφθέγματα του τύπου «μερικές φορές η αλήθεια έχει τη γεύση σκουληκιού») στη «Σκιά των τεσσάρων γιγάντων» (με συμπρωταγωνιστές τους Κάρι Γκραντ και Τζέιμς Μέισον) θα είναι το βάπτισμα μιας κατά γενική ομολογία εξωφρενικής φιλμογραφίας.
Την ίδια χρονιά υποδύεται τον Δούκα στον «Εκβιαστή των γυμνών μοντέλων» του Τζορτζ Μάρσαλ, ενώ έχουν αρχίσει και οι έκτακτες τηλεοπτικές εμφανίσεις («Gunsmoke», «Maverick», «Η ζώνη του λυκόφωτος») πάντα σε ζοφερούς ρόλους επισκεπτών Γ’ τύπου. Επόμενος σταθμός η «Κλεοπάτρα» (1963) του Τζόζεφ Μάνκιεβιτς δίπλα στον Ρίτσαρντ Μπάρτον και στην Ελίζαμπεθ Τέιλορ. Η καριέρα του όμως θα απογειωθεί χάρη στις τηλεοπτικές «Επικίνδυνες αποστολές» (διάρκεια ζωής: από το 1966 ως το 1969) και τον ρόλο του Ρόλιν Χαντ. Στο σετ θα γνωρίσει και τη μέλλουσα σύζυγό του Μπάρμπαρα Μπέιν (η οποία και υποδύεται τη Σίναμον Κάρτερ). Η σειρά εισβάλλει αυτομάτως στη λίστα με τις «καλτ» αξίζει να σημειωθεί η πρόσφατη «αναπαλαίωσή» της με πρωταγωνιστή τον Τομ Κρουζ.
Και ενώ ο θρυλικός δρ Σποκ βρίσκεται ήδη στα χέρια του Λέοναρντ Νιμόι (ο Λαντάου θα έρθει δεύτερος στις προτιμήσεις των παραγωγών του «Σταρ Τρεκ»), η δεκαετία του ’70 προσγειώνεται αισίως στη διαστημική βάση Αλφα. Το «Space 1999», όπως θα είναι ο πρωτότυπος τίτλος του νέου φουτουριστικού έπους της βρετανικής τηλεόρασης, που κάνει το ντεμπούτο του τον Σεπτέμβριο του 1975, αναμένεται να αφήσει εποχή. Το ίδιο και ο φλεγματικός κυβερνήτης Τζον Κένινγκ, που ουκ ολίγες φορές αποφαίνεται: «Ξέρουμε τι κίνδυνοι ελλοχεύουν στους μαύρους ήλιους, στις καταιγίδες νετρονίου, στη ραδιενέργεια και στα συναφή, αλλά πλανώμεθα πλάνην οικτράν αν νομίζουμε ότι τα γνωρίζουμε όλα». Συμπρωταγωνιστές του στα πλείστα διαπλανητικά ταξίδια από και προς την Αλφα (τα οποία φέρουν την υπογραφή του Τζέρι Αντερσον) η σύζυγός του Μπάρμπαρα Μπέιν (ως δρ Ελενα Ράσελ) και ο φαβοριτοφόρος του γαλαξία Μπάρι Μορς.
Οι ιπτάμενοι δίσκοι δεν πρόκειται να τον εγκαταλείψουν ποτέ: «Μέτεορ» (1979), «Alien’s return» (1980), «The Being» (1983), «The Neon Empire» (1989). Πολύ αργότερα (για την ακρίβεια το 1994), όταν θα κληθεί να συμμετάσχει στην κινηματογραφική βιογραφία του Εντ Γουντ, του πιο… ανεπίδεκτου σκηνοθέτη όλων των εποχών, θα αναπολήσει τους δεκάδες «Γουντ» με τους οποίους βρέθηκε τελικά μαζί στο σελιλόιντ: «Είναι αλήθεια ότι έχω δουλέψει σε ταινίες για τα σκουπίδια! Εχω συνεργασθεί με μερικούς από τους μεγαλύτερους και αρκετούς από τους χειρότερους σκηνοθέτες της Εβδομης Τέχνης. Ισως αυτός ήταν και ο λόγος που μου πρότεινε τον ρόλο ο Μπάρτον!».
Το 1988 είναι η σειρά του Φράνσις Φορντ Κόπολα και μιας υποψηφιότητας για Οσκαρ στο «Τάκερ: Ο άνθρωπος και το όνειρό του». Το Χόλιγουντ έχει πλέον εκτιμήσει την υποκριτική του δεινότητα, αλλά δυσκολεύεται να τον εντάξει σε συγκεκριμένη κατηγορία εξαργυρώσιμων δεύτερων ρόλων: «Το πρόβλημά μου είναι ότι ποτέ δεν απέκτησα ένα ευδιάκριτο προφίλ. Δεν είμαι σε καμία περίπτωση ένας Τζο Πέσι ή ένας Χάρισον Φορντ. Με αυτούς γνωρίζεις ακριβώς τι έχεις στα χέρια σου. Εγώ υπήρξα ανέκαθεν ο εφιάλτης των υπεύθυνων κάστινγκ. Χρειάζεται φαντασία και πολλή εμπιστοσύνη από την πλευρά του σκηνοθέτη. Θα έχετε σαφώς ακούσει το απόφθεγμα: “Το κάστινγκ είναι το 90% μιας ταινίας”. Είμαι απόλυτα σύμφωνος με αυτό. Αν προσλάβεις ένα καγκουρό για ένα συγκεκριμένο ρόλο, οφείλεις να γνωρίζεις ότι είναι φύσει αδύνατον να σου παίξει το πρόβατο!».
Δεν είναι τυχαίο ότι ο επόμενος επί της οθόνης μέντοράς του διατηρεί στενές σχέσεις με πρόβατα παντός είδους. Ο Γούντι Αλεν τού χαρίζει την επόμενη υποψηφιότητά του για Οσκαρ με το «Απιστίες και αμαρτίες» το 1989. Ο ρόλος του μεσήλικου οφθαλμίατρου που αναθέτει στον δικτυωμένο με τον υπόκοσμο αδελφό του (Τζακ Ρόσενταλ) να εξολοθρεύσει τη δηλητηριώδη ερωμένη του (Αντζέλικα Χιούστον) θα αναδείξει ένα ακόμη σαφώς λιγότερο επικό από τα συνήθη πρόσωπό του. Το 1993 παίρνει διαζύγιο από την Μπέιν (με την οποία έχει αποκτήσει στο μεταξύ δύο θυγατέρες, τη Σούζαν και την Τζούλιετ), αλλά ο Μπέλα Λουγκόζι (το προαναφερθέν Οσκαρ του) βρίσκεται ήδη καθ’ οδόν και ο Μπάρτον είναι κατηγορηματικός: «Είσαι η πρώτη και η τελευταία μου επιλογή για τον ρόλο. Χωρίς εσένα δεν πρόκειται να γυρίσω την ταινία!».
«Οταν ήμουν νέος, πολλοί συνάδελφοι παρίσταναν τον Λουγκόζι για να σπάσουν πλάκα», θυμάται ο Λαντάου λίγο μετά την απονομή. «Ομολογώ ότι στην αρχή φοβόμουν ότι θα ήταν ένας άθλιος ρόλος! Και αυτή η ουγγαρέζικη προφορά δεν ήταν και το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου. Πήρα και είδα στη σειρά τριάντα ταινίες του. Ηταν χειρότερες ακόμη και από αυτές του Εντ Γουντ. Χωρίς να το καταλάβω, όμως, είχα μεταμορφωθεί σε Νο 1 θαυμαστή του!». Οσο για τις σχέσεις του με τον κάμποσες δεκαετίες νεότερό του Τζόνι Ντεπ, είναι ιδεώδεις: «Κάθε φορά που βλέπω όλες αυτές τις ταινίες με πρωταγωνιστές δύο “κολλητούς” (δύο ντετέκτιβ, για παράδειγμα), εκνευρίζομαι γιατί τις περισσότερς φορές δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Η ανθρώπινη σχέση θρυμματίζεται δίπλα σε εκρήξεις αυτοκινήτων. Είναι αληθινά λυπηρό! Και όμως στον “Εντ Γουντ” ο Τζόνι μεταμορφώνεται διαδοχικά σε πατέρα, γιο, αδελφό μου».
Τελευταία στάση του μετά το περυσινό «City Hall», δίπλα στον Αλ Πατσίνο , ο Τζεπέτο των 90ς στις «Περιπέτειες του Πινόκιο» του Στιβ Μπάρον. Τώρα πια, στα 66 του χρόνια, δεν διστάζει να παίξει με παραμυθένιες κούκλες ούτε να μιμηθεί τις γκριμάτσες του Χίτσκοκ και του Νίκολσον (του οποίου μάλιστα διετέλεσε και καθηγητής στο Actors’ Studio). Και φυσικά δεν έχει πάψει να περιμένει τον επόμενο ευφάνταστο σκηνοθέτη.



