Ο Τζιοβάνι Τζιάκομο Καζανόβα (1725-1798) κατέχει τον τίτλο του πιο θρυλικού εραστή της Ιστορίας και γι’ αυτό ακριβώς τα κατορθώματά του δεν θα πάψουν να επανέρχονται στις οθόνες κινηματογράφου και τηλεόρασης. Ο Καζανόβα είναι ένας ήρωας που έχουν υποδυθεί πάμπολλοι ηθοποιοί από την εποχή του βωβού μέχρι τις μέρες μας – από τον Τόνι Κέρτις μέχρι τον Ντόναλντ Σάδερλαντ και τον Αλέν Ντελόν στην «Επιστροφή του Καζανόβα». Ο τελευταίος κινηματογραφικός Καζανόβα είναι μια κλασικά φτιαγμένη, αυστηρά ακαδημαϊκή ταινία, όπως συμβαίνει με τις περισσότερες του σκηνοθέτη Λάσε Χάλστρομ.


Το κομψοτέχνημα του Φελίνι


«Ποιος μπορεί να ξέρει πώς ήταν ο Καζανόβα; Κρίνουμε τον ήρωα από ένα βιβλίο, το δικό του βιβλίο, και μετά τον βλέπουμε να απομακρύνεται και να γίνεται ένα σημείο αναφοράς στο οποίο ο κόσμος προβάλλει τον εαυτό του. Νομίζω ότι πρόκειται για έναν ανιαρό συγγραφέα που μας μίλησε για έναν εντυπωσιακό ήρωα, έναν ήρωα εξοργιστικό, δειλό, έναν αυλικό που λεγόταν Καζανόβα, έναν στολισμένο ανθρωπάκο που βρωμά ιδρώτα και πούδρα και που έχει τη ματαιοδοξία, τη θρασύτητα και την έπαρση στρατοπέδου και εκκλησίας. Και βλέπω στη φαντασία μου έναν άνθρωπο που ήθελε να έχει πάντα δίκιο, με έναν τρόπο εντελώς απρόσωπο που σου σπάει τα νεύρα». Διαβάζοντας τον συλλογισμό του Φεντερίκο Φελίνι σε αυτό το απόσπασμα συνέντευξης που έδωσε στο περιοδικό «Gente» τον Σεπτέμβριο του 1975, αντιλαμβάνεσαι αμέσως γιατί ο δικός του «Καζανόβας» που γυρίστηκε την ίδια χρονιά με τη συνέντευξη παραμένει η κορωνίδα των πάμπολλων ταινιών που ασχολήθηκαν με τα κατορθώματα του διασημότερου γυναικοκατακτητή όλων των εποχών.


Με τον «Καζανόβα» του ο Φελίνι θέλησε να φθάσει στην ύστατη ουσία του κινηματογράφου σε αυτό που κατά τη γνώμη του ήταν η ολοκληρωτική ταινία. Και φυσικά τα κατάφερε. H εικαστική ομορφιά αλλά και η μελαγχολία της παρακμής αυτής της ταινίας τη μετατρέπουν σε κομψοτέχνημα της έβδομης Τέχνης. Γιατί αν η ταινία του Φελίνι παραμένει ακόμη και σήμερα ξεχωριστή είναι επειδή ο μαέστρο, απογυμνώνοντας τον μύθο από τη λάμψη του, μας παρουσίασε την ιστορία ενός θλιβερού τυχοδιώκτη που σπατάλησε τη ζωή του υποσχόμενος λαγούς με πετραχήλια στις γυναίκες μόνο και μόνο για τη διαρκή επιβεβαίωση του εγώ του.


Στην πλειονότητά τους ωστόσο, οι πάμπολλες ταινίες που αποκρυστάλλωσαν στιγμές από τη ζωή του Τζιάκομο Καζανόβα προτίμησαν να παραμείνουν στα εμπορικότερα προφανή στοιχεία της ιστορίας του. Σε αυτήν ακριβώς τη μοναδική και αδιαπραγμάτευτη επιτυχία του Καζανόβα με το αντίθετο φύλο. Από τις παραδοσιακές, κοστουμάτες ταινίες εποχής παλαιότερων δεκαετιών, όπως το «Les adventures de Casanova» (1946) με τον Ζορζ Γκεταρί και το «The Adventures of Casanova» (ΗΠΑ, 1948) με τον Αρτούρο ντε Κόρντοβα, μέχρι τις εκσυγχρονισμένες βερσιόν «Καζανόβα ’70» (Ιταλία/ Γαλλία, 1965) με τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και «H άνοδος και η πτώση του Καζανόβα» (1977) με τον Τόνι Κέρτις, οι ταινίες γύρω από τον έκλυτο αμοραλιστή είναι διασκεδαστικές ασημαντότητες επικεντρωμένες στο πικάντικο περιτύλιγμα των ερωτικών σκανδάλων που έκαναν τον Καζανόβα διάσημο.


Παιχνίδια με τον μύθο


Ο Λάσε Χάλστρομ είναι ο τελευταίος των σκηνοθετών που μέχρι σήμερα έχουν αποπειραθεί να μεταφέρουν τα κατορθώματα του Τζιάκομο Καζανόβα στην οθόνη. Ο «Casanova» του προβάλλεται από την περασμένη Πέμπτη στις αίθουσες και είναι ένα δροσερό ζαχαρωτό για όλη την οικογένεια. Οχι ότι ο Χάλστρομ θέλησε να εξαπατήσει κανέναν. Μιλώντας για την ταινία του στο Φεστιβάλ Βενετίας, όπου ο «Casanova» γυρίστηκε εξ ολοκλήρου και πέρυσι έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του, ο σουηδός σκηνοθέτης παραδέχθηκε ότι δεν γνώριζε τίποτε παραπάνω για τον ήρωα πέρα από το ότι ήταν ο διασημότερος γυναικοκατακτητής του κόσμου. «Δεν ήξερα πολλά για τον Καζανόβα. Μου είχε απλώς αρέσει το σενάριο, αυτή η καπριτσιόζα ελαφράδα, η συμπαθητική βλακεία του, που δεν είχε καμία σχέση με τα απομνημονεύματα του Καζανόβα. Αρχίζοντας τις έρευνες για τον Καζανόβα αντιλήφθηκα ότι η ταινία μου περισσότερο θα “έπαιζε” με τον μύθο αφήνοντας κατά μέρος την πραγματικότητα της ζωής του». Παιχνίδι με τον μύθο σημαίνει κωμωδία και εκεί ακριβώς προσηλώθηκε ο Χάλστρομ εισχωρώντας στα χωράφια του «Ερωτευμένου Σαίξπηρ». Εχοντας αρχίσει την καριέρα του με κωμωδίες στη Σουηδία, ο Χάλστρομ χάρηκε την επιστροφή σε ένα είδος το οποίο ο ίδιος σπανίως παρακολουθεί ως θεατής. «H κωμωδία μού έδωσε το πεδίο να αναπτύξω το στυλ μου που είναι η παρατήρηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς» είπε.


Ακόμη και ο Χιθ Λέτζερ, που παίζει τον Καζανόβα στην ταινία, δεν είχε και πολλά πράγματα να πει για τον ήρωά του στο περσινό φεστιβάλ Βενετίας, όπου ο ηθοποιός ήταν το πρόσωπο της ημέρας xάρη στο «Μυστικό του Brokeback Mountain». «Είναι ένα ποπ κορν movie» είπε ο νεαρός Αυστραλός. «Διασκεδαστικό, σε χαλαρώνει αλλά ως εκεί. Δεν το πήρα στα σοβαρά. Βεβαίως όταν μου πρότειναν τον ρόλο είχα ενθουσιαστεί και άρχισα να αναζητώ πληροφορίες για τον Καζανόβα. Επίσης ήθελα να παίξω με προφορά Ιταλού. Οταν όμως βρέθηκα στο σετ κατάλαβα ότι δεν θα κάναμε τον Καζανόβα του Φελίνι αλλά του Γουόλτ Ντίσνεϊ».


Από ιερέας πολυπράγμων εραστής


Γεννημένος στη Βενετία από ισπανικής, κατά πάσα πιθανότητα, καταγωγής ηθοποιούς, ο Τζιοβάνι Τζιάκομο Καζανόβα (1725-1798), προοριζόταν για κληρικός αλλά η ανάρμοστη συμπεριφορά και τα σεξουαλικά σκάνδαλα τον κυνηγούσαν από νωρίς. Οι ερωτικές ατασθαλίες του υπήρξαν η αιτία του διωγμού του από την ιερατική σχολή και της κατάταξής του στον στρατό, από όπου επίσης τον έδιωξαν για τους ίδιους… λόγους. Κοφτερό μυαλό, ο Καζανόβα μόλις 16 ετών απέκτησε το πτυχίο του στη νομική και αργότερα, ανάμεσα σε άλλα, υπήρξε διπλωμάτης, ιερωμένος, στρατιωτικός και συγγραφέας. Το 1745, οικονομικά κατεστραμμένος εξαιτίας του πάθους του για τη χαρτοπαιξία, εργάστηκε ως βιολονίστας σε βενετσιάνικο θέατρο και, ενώ κέρδισε την εμπιστοσύνη γερουσιαστή, για μία ακόμη φορά διώχθηκε για τα σεξουαλικά σκάνδαλά του. Ετσι γνώρισε καλύτερα την Ευρώπη. Αξιοποίησε τη μόρφωσή του έχοντας συναντήσει επιστήμονες και λογοτέχνες ενώ ανάμεσα στις προσωπικότητες με τις οποίες είχε επαφές ήταν ο Βολταίρος, ο Ρουσό, η Πομπαντούρ και η αυτοκράτειρα της Ρωσίας Αικατερίνη B´. H επιστροφή του Καζανόβα στη Βενετία τον έφερε αντιμέτωπο με την κατηγορία του μάγου, γεγονός που τον οδήγησε στη φυλακή για πέντε χρόνια. H απόδρασή του ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη φήμη του ως τυχοδιώκτη ενώ αργότερα, στο Παρίσι, ο Καζανόβας θεωρήθηκε διάνοια των οικονομικών γιατί εμπνεύστηκε ένα νέο είδος δημόσιου λαχνού! Ο τίτλος του ιππότη Ντε Σανγκάλ τού δόθηκε στην Ολλανδία και όταν επέστρεψε στη Βενετία χρησιμοποιήθηκε ως μυστικός πράκτορας από τις αρχές. Αργότερα έγινε βιβλιοθηκάριος του κόμη Βαλντστάιν στο Ντουξ της Βοημίας (μια παρακμιακή περίοδος της ζωής του στην οποία εμμένει ο Φελίνι). Το σημαντικότερο συγγραφικό έργο του Τζιάκομο Καζανόβα είναι τα «Απομνημονεύματα» ή «H ιστορία της ζωής μου», που δημοσιεύθηκαν με μεγάλη επιτυχία μετά τον θάνατό του. Θεωρείται ένα από τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία από πλευράς πληροφοριών αλλά και βλέμματος πάνω στην Ευρώπη του 18ου αιώνα.