Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή






Απόλυτα αγαπημένη! Η Ντέιμ Κίρι Τε Κάναουα ανήκει στη σπάνια εκείνη κατηγορία των καλλιτεχνών, για τους οποίους κανένας συνεργάτης τους δεν έχει να πει τίποτε αρνητικό. Οι πολυετείς διαδρομές της κορυφαίας νεοζηλανδής υψιφώνου στους μουσικούς ωκεανούς συντροφεύονταν πάντοτε από τους ούριους ανέμους της γενικής αποδοχής ­ μαέστρων, σκηνοθετών, τραγουδιστών και κοινού ­ και της αγάπης. Η Κίρι Τε Κάναουα υπήρξε ταυτόχρονα η λαμπερή ντίβα, η έμπιστη φίλη, η πιστή σύζυγος και η τρυφερή ερωμένη όλων εκείνων που εκστατικοί ακολούθησαν μέσα στον χρόνο μια φωνή στην κυριολεξία μαγική, ικανή να ταξιδέψει με μοναδική άνεση και επιδεξιότητα από τον Χέντελ ως τους Μπιτλς, από τον Μότσαρτ ως τον Γκέρσουιν, από τον Ρ. Στράους ως τον Λέοναρντ Μπέρνσταϊν και τον Αντρέ Πρεβέν. Η Κίρι Τε Κάναουα καταφέρνει είτε αγουροξυπνημένη και αχτένιστη ­ όπως εμφανίζεται στο βίντεο από την ηχογράφηση του Γουέστ Σάιντ Στόρι ­ είτε τυλιγμένη στα στρας του Βερσάτσε ­ από την παραγωγή του Κόβεντ Γκάρντεν με το Καπρίτσιο του Ρίχαρντ Στράους ­ να παραμένει ζεστή, φιλική, να σε κάνει να θέλεις να την αγκαλιάσεις και να τη φιλήσεις, όπως τους πιο αγαπητούς φίλους σου. Ισως γιατί, χωρίς να υποκρίνεται, παρέμεινε από τα πρώτα βήματά της ως σήμερα απλή και γνήσια. Ολα αυτά ευτύχησα να τα διαπιστώσω κι εγώ που τη συνάντησα πριν από λίγες ημέρες στη σουίτα ενός υπέροχου ξενοδοχείου στο Λονδίνο. Ο μάνατζέρ της ήταν σαφής στις μεταξύ μας τηλεφωνικές συνομιλίες ώσπου να κανονιστεί η πολυπόθητη συνάντηση: «Μπορεί να σας δεχθεί μόνο στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο, στο δωμάτιο τάδε, στις 5 το απόγευμα της Τετάρτης… Φροντίστε εσείς για τα υπόλοιπα». Η Ελένη Μουσταΐρα ­ η ψυχή της Αττικής Πολιτιστικής Εταιρείας, η οποία είχε αναλάβει να φέρει την Κίρι Τε Κάναουα στο Ηρώδειο για λογαριασμό του Ελληνικού Φεστιβάλ ­ με είχε προειδοποιήσει: «Λένε ότι είναι πολύ δύσκολος άνθρωπος και ιδιαιτέρως απαιτητική…».


Τελικώς, η λιτή σουίτα που ζήτησε κλείστηκε, ειδοποίησα τον μάνατζέρ της και η συνάντηση οριστικοποιήθηκε… Στις 5 ακριβώς η Ντέιμ Κίρι χτύπησε την πόρτα. Παρά το κρυολόγημα που τη βασάνιζε ήταν ολόκληρη ένα χαμόγελο. Και όπως ακριβώς όταν βρίσκεται στη σκηνή δεν κρύβεται πίσω από τη μουσική αλλά ζωντανεύει με πάθος και χρωματίζει με όλη της την ψυχή το μελαγχολικό πάθος των ηρωίδων της, έτσι και στη συνέντευξη που μου παραχώρησε όχι απλώς δεν προσπάθησε να κρυφτεί πίσω από τις λέξεις ή να αποφύγει μερικές, αλλά απάντησε ακόμη και σε σκληρές ερωτήσεις, όπως σε εκείνες που αφορούσαν το τραυματικό διαζύγιό της ­ έπειτα από περίπου τρεις δεκαετίες γάμου ­ και την υιοθεσία της.


Την Ντέιμ Κίρι Τε Κάναουα πολλοί από εσάς θα θέλατε να την απολαύσετε να τραγουδάει στο Ηρώδειο για πρώτη φορά και η απογοήτευσή σας θα υπήρξε μεγάλη όταν τελικώς μάθατε ότι η περίφημη υψίφωνος δεν θα έρθει. Η Κίρι Τε Κάναουα θα μείνει για όλους όσοι την έχετε λατρέψει, έστω και από μακριά, η μεγάλη απούσα του εφετινού Ελληνικού Φεστιβάλ. Οπως εσείς, έτσι κι εγώ είχα προετοιμαστεί να ζήσω μια μοναδική ζωντανή στιγμή του λυρικού τραγουδιού, αλλά δυστυχώς έμεινα με την επιθυμία και μια συνέντευξη στα χέρια. Μια συνέντευξη που κράτησε περίπου δύο ώρες και ομολογώ ότι ήταν όλα υπέροχα κοντά στη μεγάλη αυτή φωνή του αιώνα μας. Τελικώς, μετά τον Χοσέ Καρέρας και τον Πλάθιντο Ντομίνγκο σκέφθηκα ότι θα ήταν ευκαιρία να σας φέρω μέσα από τις σελίδες του «Αλλου Βήματος» τη μεγάλη ντίβα στο σπίτι σας… Γνωρίστε τη γυναίκα πίσω από τον μύθο. Αν και μερικές φορές οι λέξεις είναι περιττές. Η πραγματική ουσία και η απόλυτη αλήθεια ξεδιπλώνονται εκεί, επάνω στη σκηνή, όταν η πριμαντόνα, προδομένη Ντόνα Ελβίρα στον Ντον Τζιοβάνι και Κοντέσα στο έργο Οι γάμοι του Φίγκαρο, αισθαντική Αραμπέλα, απελπισμένη Μαργαρίτα στον Φάουστ και εύθραυστη Δυσδεμόνα στον Οθέλλο, χρησιμοποιώντας με τέχνη μια φωνή που μοιάζει με μετάξι, δίνει μαθήματα ειλικρίνειας και λιτότητας. Τα ίδια μαθήματα ειλικρίνειας και λιτότητας δίνει ακόμη και όταν συνομιλείς μαζί της. Απολαύστε την!





­ Θέλει προστασία η φωνή;


«Σε γενικές γραμμές, ναι. Κυρίως όταν είμαι, όπως τώρα, κρυωμένη». (γέλια)


­ Ποια είναι η μεγαλύτερη δυστυχία για έναν άνθρωπο που έχει καλή φωνή;


«Υποθέτω το να είναι κρυωμένος. Ειλικρινά το λέω, δεν αστειεύομαι. Ή το να βρίσκεται σε χώρους όπου οι άνθρωποι καπνίζουν».


­ Εσείς πάντοτε προσέχατε τη φωνή σας; Δεν υπήρξαν στιγμές που για την απόλαυση της ζωής σας κάνατε και πράγματα που δεν έπρεπε;


«Δεν το συζητώ. Πάντοτε προηγείτο η φωνή μου».


­ Ποτέ δεν ξεχαστήκατε;


«Οχι, ποτέ».


­ Εχετε καταλάβει γιατί ένας άνθρωπος ακολουθεί έναν δρόμο στη ζωή του και όχι κάποιον άλλο;


«Προσωπικά δεν ασχολήθηκα με το τραγούδι από ευχαρίστηση».


­ Τι εννοείτε;


«Ασχολήθηκα με το τραγούδι επειδή η μητέρα μου ήταν αποφασισμένη να με κάνει τραγουδίστρια. Για τη μητέρα μου και κατ’ επέκταση για μένα ήταν δεδομένο: θα γινόμουν τραγουδίστρια ­ τελεία και παύλα. Δεν υπήρχε καμία άλλη επιλογή».


­ Το ισχυρό πρόσωπο στην οικογένεια ήταν η μητέρα σας;


«Ναι».


­ Ο πατέρας σας τι ρόλο έπαιζε;


«Ο πατέρας μου απλώς με αγαπούσε. Αισθανόταν υπερήφανος για μένα αλλά εκείνο που κυρίως έκανε ήταν να με αγαπάει».


­ Η μητέρα σας πώς είχε καταλάβει ότι έπρεπε να γίνετε τραγουδίστρια;


«Εκείνη έλεγε ότι είχε δει ένα όραμα. Εγώ βέβαια δεν την πίστεψα ποτέ».


­ Και τι εξήγηση δίνατε σε αυτό που συνέβη εφ’ όσον δεν πιστέψατε ποτέ στο όραμα; Μήπως με τον καιρό καταλάβατε ότι κατά βάθος το θέλατε και εσείς;


«Οχι. Απλώς πιστεύω ότι το κάθε παιδί θέλει να ευχαριστεί τους γονείς του. Αυτό πιστεύω ότι συνέβη και μ’ εμένα. Νομίζω ότι αυτό είναι το κοινό μυστικό όλων μας: ότι διακαώς θελήσαμε ως παιδιά να ικανοποιήσουμε τους δικούς μας. Ο πατέρας μου με αγαπούσε τόσο πολύ που θα ένιωθε ευτυχισμένος αν έδινα χαρά στη μητέρα μου. Βλέπετε, η μητέρα μου ήταν εκείνη που μας καθοδηγούσε, που μας έδινε κατευθύνσεις. Της έδωσα λοιπόν και εγώ τη χαρά που περίμενε, επειδή αγαπούσα τον πατέρα μου που ήθελε να βλέπει τη μητέρα μου ευτυχισμένη». (γέλια)


­ Παρ’ όλα αυτά υπήρξε μια στιγμή που είπατε: «Καλά όλα αυτά αλλά δεν θέλω να ασχοληθώ με το τραγούδι»;


«Πολλές φορές… Και το λέω κάθε φορά που είμαι κρυωμένη. Σήμερα, ας πούμε, αυτό σκεφτόμουν. Αύριο θα μου έχει περάσει όμως. (γέλια) Αν και αυτή τη στιγμή δεν έχω κάποιες ανειλημμένες υποχρεώσεις, οπότε δεν θα χρειαστεί να πιέσω τον εαυτό μου. Το μόνο που μπορεί να συμβεί είναι να σας κολλήσω». (γέλια)


­ Τι σημαίνει για σας «μεγάλη φωνή»; Είναι κάτι που έχει σχέση με τη φυσιολογία του ανθρώπου;


«Τι να σας πω… Ακούω τον Παβαρότι και μου δίνει την εντύπωση ότι τραγουδάει με τον ίδιο τρόπο που μιλάει, και το αντίστροφο. Υποθέτω ότι αυτός ο μεγαλειώδης ήχος έχει σίγουρα να κάνει με τη φυσική υποδομή. Και μάλλον είμαι και εγώ από τους τυχερούς ανθρώπους που η φυσική τους υποδομή τους επιτρέπει να έχουν τη δύναμη ­ τη βιολογική δύναμη ­ να τα βγάζουν πέρα».


­ Επομένως γεννιέται κανείς με μεγάλη φωνή;


«Μπορεί αλλά και πάλι αυτό το χάρισμα πρέπει να το καλλιεργήσεις. Πρέπει να σπουδάσεις κοντά σε δασκάλους, πρέπει να υπάρξουν άνθρωποι οι οποίοι θα σε ενθαρρύνουν και πρέπει να συνεργαστείς και με ανθρώπους που θα σου δίνουν το ερέθισμα να γίνεσαι όλο και καλύτερος, που θα σε εμπνέουν στη δουλειά σου».


­ Εσείς το ανακαλύψατε μόνη σας ότι έχετε ωραία φωνή ή υπήρξαν κάποιοι άνθρωποι οι οποίοι σας το επεσήμαναν;


«Κοιτάξτε, σε αυτές τις περιπτώσεις το ένα φέρνει το άλλο. Είσαι νέος, έχεις ωραία φωνή, μετά κάνεις μαθήματα κοντά σε κάποιον δάσκαλο ο οποίος σε βοηθάει να την καλλιεργήσεις, μελετάς, το επίπεδο των σπουδών σου ανεβαίνει… Στα 22 μου, όταν πήγα στο Λονδίνο, ασχολήθηκα πολύ σοβαρά με τις σπουδές μου, γιατί ντρεπόμουν να πάω στο μάθημα και να πω στους δασκάλους μου ότι δεν είχα μελετήσει. Η πρώτη εμπειρία μου στο Κόβεντ Γκάρντεν με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι τα πράγματα δεν ήταν αστεία, ότι αυτό που έκανα δεν ήταν ασήμαντο αλλά μια πάρα πολύ σοβαρή απασχόληση. Από εκείνη τη στιγμή νομίζω ότι άρχισα να παίρνω τον εαυτό μου ακόμη πιο σοβαρά, ένιωσα αποφασισμένη να το κάνω όσο καλύτερα μπορούσα και να μάθω γύρω από αυτό όσο το δυνατόν περισσότερα πράγματα. Η καριέρα μου δεν επικεντρώθηκε μόνο στην όπερα. Εδωσα κοντσέρτα, έκανα ηχογραφήσεις, σιγά σιγά άρχισα να γίνομαι… δεν θα ήθελα να πω είδωλο, γιατί δεν είναι η σωστή λέξη… Ας πούμε καλύτερα παράδειγμα προς μίμηση, για κάποιους ανθρώπους της χώρας μου για τους οποίους ως τότε μπορεί να φάνταζε απρόσιτο ή μακρινό το να κάνουν καριέρα στον κόσμο της μουσικής αυτού του είδους. Γενικά τα πράγματα εξελίχθηκαν πολύ γρήγορα αυτά τα 30 χρόνια και σήμερα μπορώ να πω ότι μου αρέσει πάρα πολύ να δουλεύω. Με μόνη εξαίρεση τα ταξίδια, αγαπώ τη δουλειά μου πάρα πολύ. Βέβαια μόνο όταν ταξιδεύω έτσι όπως θέλω εγώ ­ έχοντας τον χρόνο να ξεκουράζομαι, να κάνω τις πρόβες μου ­ νιώθω υπέροχα. Το πιο δύσκολο είναι μέσα σε πολύ λίγο χρόνο να χωρέσεις πρόβες και παραστάσεις μαζί».


­ Τι σας κουράζει περισσότερο στα ταξίδια;


«Το να δώσεις παράσταση τη μια μέρα και την επομένη να πρέπει να μετακινηθείς σε άλλο μέρος ­ αυτό είναι κάτι πολύ κουραστικό. Τέσσερις με οκτώ που είναι η πρόβα θέλω τα πάντα στη σκηνή να είναι τέλεια, ο φωτισμός να είναι έτσι όπως πρέπει, τα συνεργεία που δουλεύουν να ξέρουν τι ακριβώς πρέπει να κάνουν. Δεν μου αρέσει καθόλου να έρχεται κάποιος καθυστερημένα και να μου λέει: “Αυτό δεν το έκανα, το άλλο δεν το είδα… δεν μας είπε κανείς πού να βάλουμε το πιάνο, δεν μας είπε κανείς ότι εδώ έπρεπε να φωτίσουμε…”. Τα θεωρώ πολύ ενοχλητικά όλα αυτά, θυμώνω όταν συμβαίνουν και γενικά νιώθω ότι βγάζουν μια αρνητική ενέργεια που δεν βοηθάει ούτε τις πρόβες ούτε το τελικό αποτέλεσμα».


­ Το ότι αλλάζετε κοινό από τόπο σε τόπο δεν είναι λιγάκι περίεργο; Δηλαδή το ότι είστε υποχρεωμένη το ίδιο πράγμα να το λέτε σε διαφορετικούς ανθρώπους, με διαφορετικές κουλτούρες;


«Οντως, κάθε κοινό είναι διαφορετικό. Αλλού οι άνθρωποι ξέρουν να συμπεριφέρονται και αλλού συμπεριφέρονται απαίσια. Πριν από λίγους μήνες, στην Αμερική, τραγούδησα μπροστά σε ένα πολύ συγκεκριμένο κοινό που χειρότερο δεν γίνεται να συναντήσεις. Μπορεί κάποιος άλλος να μην το καταλάβαινε, αλλά εγώ το αισθανόμουν. Κινητά να χτυπάνε, οι άνθρωποι να μιλάνε μεταξύ τους, φλας να ανάβουν την ώρα που εγώ προσπαθούσα να συγκεντρωθώ και γενικώς να μου αποσπούν την προσοχή και να μη με σέβονται καθόλου. Τα συνεργεία το ίδιο: να μη θέλουν να φτιάξουν τον φωτισμό, να μη θέλουν να φτιάξουν τίποτε… Είχα πάει για 10 εμφανίσεις και αυτή που σας λέω ήταν η δέκατη. Οπότε τελειώνοντας λέω: “Εννέα παραστάσεις καλές και μία χάλια… Ε, εντάξει… δεν είναι και τόσο άσχημα”».


­ Πιστεύετε ότι υπάρχει ταλαντούχο κοινό;


«Φυσικά. Στο Παρίσι, ας πούμε, το κοινό έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Σου δείχνει πάντοτε πόσο του άρεσες. Αν δεν τους αρέσεις, σου το δείχνουν. Θυμάμαι μια συγκεκριμένη παράσταση όπου κάθε βράδυ την καημένη την τραγουδίστρια τη γιουχάρανε. Σας μιλάω για φρίκη».


­ Υπάρχουν κάποια είδη μουσικής που δεν μπορούν να ακούσουν κάποιοι άνθρωποι αν δεν έχουν την απαιτούμενη καλλιέργεια;


«Δεν ξέρω κατά πόσο ισχύει αυτό. Προσωπικά τραγουδάω ό,τι μου κάνει κέφι να τραγουδήσω. Επειδή λοιπόν μου αρέσει να τραγουδάω καλά το οτιδήποτε, το κοινό το εισπράττει έτσι όπως το ακούει και χαίρεται. Μιλούσα τις προάλλες με μια νεαρή Αμερικανίδα. Υπάρχουν κάποια αργεντίνικα τραγούδια που τα είχα λατρέψει και ήθελα πολύ να τα τραγουδήσω. Μου λέει λοιπόν: “Μα καλά, θα πεις τραγούδια της Νότιας Αμερικής; Πώς;”. Της λέω: “Τι εννοείς πώς; Αφού μου αρέσουν, γιατί να μην τα πω;”. Δεν είχα καταλάβει ακριβώς ποια ήταν η απορία της. Ηταν σαν να μου έλεγε πώς θα πω τα τραγούδια μιας περιοχής εφ’ όσον δεν είμαι από εκεί. Μου το είχαν ξαναρωτήσει και παλαιότερα αυτό. “Πώς θα τραγουδήσεις Κολ Πόρτερ εφ’ όσον δεν είσαι από την Αμερική;”. Η δική μου αίσθηση είναι: “Γιατί όχι; Φυσικά και μπορώ να τραγουδήσω Κολ Πόρτερ και ό,τι άλλο μου αρέσει”… Αυτό που με καθοδηγεί στη ζωή είναι το τι αρέσει σ’ εμένα και όχι το τι αρέσει στους άλλους… Είναι σπουδαίο πράγμα να κάνεις την προσωπική σου απόλαυση δουλειά… Αυτό σε δένει βαθιά με το κοινό».


­ Για σας δηλαδή δεν υπάρχουν φωνές οι οποίες μπορούν και τραγουδούν μόνο συγκεκριμένα είδη μουσικής;


«Εννοείτε ότι οι κλασικές φωνές δεν κάνουν και τόσο πολύ για το Μπρόντγουεϊ, ας πούμε. Και πάλι όμως, αν κάποιος το κάνει σωστά, μπορεί να δώσει μια άλλη εκδοχή. Αν σκεφθείτε την Ελα Φιτζέραλντ, ποτέ δεν ακολούθησε κανόνες στον τρόπο με τον οποίο τραγουδούσε. Τραγουδούσε περισσότερο κλασικά παρά τζαζ ή μπλουζ. Την έχω ακούσει πολλές φορές. Η φωνή της είναι σαν να γλιστράει πάνω στο νερό και να φεύγει. Υπέροχος τρόπος για να τραγουδάει κανείς. Της έβγαινε φυσικά αυτό. Βέβαια αυτό δεν το έχουν πολλοί τραγουδιστές. Και τον κανόνα τον κάνουν οι πολλοί, όχι οι λίγοι. Οι λίγοι αποτελούν τις εξαιρέσεις σε αυτή τη ζωή, δυστυχώς. Αν και εγώ πάντοτε πίστευα στο αντίθετο. Οταν έστω και ένας καταφέρνει το αδύνατο, αυτός αποτελεί τον κανόνα… για μένα. Αλλιώς βυθιζόμαστε στη μετριότητα των πολλών, στη μετριότητα της ποσότητας. Το μέτρο για μένα είναι η ποιότητα και όχι πόσοι τα καταφέρνουν».


­ Για ποιον λόγο, ενώ η παρτιτούρα είναι πάντοτε η ίδια για όλους τους τραγουδιστές, οι ερμηνείες διαφέρουν;


«Είναι θέμα προσωπικής προσέγγισης. Αυτό το έχω δει να συμβαίνει κυρίως στην όπερα: Να ερμηνεύεις έναν ρόλο τελείως διαφορετικά από έναν άλλο τραγουδιστή. Να υποδύεσαι την Ντόνα Ελβίρα, π.χ., σαν να ήταν καμιά αγνή παρθένα. Εχει να κάνει με το τι έχεις μέσα σου, με το πώς είσαι εσύ δηλαδή ως άνθρωπος. Πιστεύω ότι ο τραγουδιστής στην ερμηνεία ενός ρόλου βγάζει τον χαρακτήρα του».


­ Δεν σας απασχολεί τι ήταν αυτό που είχε στο μυαλό του ο συνθέτης όταν έγραφε; Κατά τη διάρκεια δηλαδή της πρόβας ή της παράστασης αισθάνεστε ποτέ το αφτί του συνθέτη να είναι κάπου εκεί και να σας ακούει, να σας ελέγχει;


«Το τι είχε στο μυαλό του ο συνθέτης είναι γραμμένο, σαν σενάριο, το έχεις μπροστά σου. Με σαφείς οδηγίες σού λέει ακριβώς πώς θέλει να ακούγεται το κομμάτι. Και εσύ απλώς τις ακολουθείς. Κάνεις δηλαδή κάθε φορά ακριβώς αυτό που σου λέει ο συνθέτης».


­ Επομένως η ψυχή και το μυαλό του συνθέτη κρύβονται στις νότες και όχι κάτω από αυτές;


«Για μένα κρύβονται στις ίδιες τις νότες και στις σημειώσεις που υπάρχουν πάνω στην παρτιτούρα. Οι δικές σου οι ελευθερίες ως ερμηνευτή αρχίζουν από τη στιγμή που θα έχεις ήδη τηρήσει κατά γράμμα τις οδηγίες που σου δίνει ο συνθέτης».


­ Αρα η παρτιτούρα είναι σαν ένα δωμάτιο στο οποίο όποιος μπαίνει του δίνει και έναν άλλο χαρακτήρα;


«Ακριβώς. Το μόνο που μπορείς είναι αλλάζοντας τη θέση των επίπλων να το κάνεις να μοιάζει διαφορετικό!».


­ Μέσα από την ερμηνεία μπορούμε να καταλάβουμε τον χαρακτήρα του ερμηνευτή;


«Οι περισσότεροι τραγουδιστές που ξέρω συνήθως κρύβονται. Ετσι έχουν μάθει να φέρονται, κρύβοντας ποιοι πραγματικά είναι. Αν γνωρίσετε έναν ηθοποιό, του μιλήσετε και τον ξαναδείτε ύστερα από έναν μήνα, θα δείτε έναν άνθρωπο τελείως διαφορετικό απ’ αυτόν που είχατε συναντήσει στην αρχή. Στον δικό μας χώρο οι άνθρωποι έχουν μάθει να κρύβονται. Και προσωπικά τις συνεντεύξεις δεν τις θεωρώ καθόλου αποκαλυπτικές σε σχέση με τα πρόσωπα. Μπορεί να συναντήσεις έναν άνθρωπο, να μιλήσεις λίγες ώρες μαζί του, να τον γνωρίσεις όσο πιο πολύ μπορείς και αυτό που θα βγει από αυτή τη συνάντηση να είναι κάτι τελείως διαφορετικό από αυτό που πραγματικά είναι ο άλλος άνθρωπος στη ζωή του. Πολύ σπάνια σε μια συνέντευξη βγαίνει η αλήθεια του συνεντευξιαζομένου. Και αυτό γιατί οι περισσότεροι συνεντευξιαζόμενοι προσέχουν πάρα πολύ».


­ Εσείς τι δεν θα λέγατε σε μια συνέντευξη για να δηλώσετε την αλήθεια σας;


«Ρωτάτε με εσείς και εγώ θα δω σε τι δεν θα σας απαντήσω. (γέλια) Στο τέλος θα σας πω αν καταφέρατε να με κάνετε να πω κάτι από αυτό που θεωρώ την αλήθεια της ζωής μου».


­ Σε μια συνέντευξη θα αποφεύγατε, ας πούμε, να πείτε ότι είστε υιοθετημένο παιδί;


«Μάλλον».


­ Γιατί;


«Μπορεί κάποιοι να νομίζουν ότι αυτός που είναι υιοθετημένος κουβαλάει ένα αίσθημα απόρριψης. Εγώ δεν ένιωσα ποτέ έτσι. Οι γονείς μου με αγαπούσαν τόσο πολύ που κάθε φορά που με ρωτούσαν αν θα ήθελα να ψάξω να βρω τους πραγματικούς μου γονείς, έλεγα: “Οχι βέβαια, τι να τους κάνω; Δεν βλέπετε τι γονείς έχω· με τίποτα δεν θα μπορούσαν οι πραγματικοί μου γονείς να είναι καλύτεροι από εσάς”. Δεν θα άλλαζα με τίποτα τους γονείς μου, κύριε Λάλα. Για μένα ο πατέρας μου ήταν ό,τι πιο πολύτιμο είχα σε αυτή τη ζωή».


­ Πόσο ρόλο παίζει το περιβάλλον σε αυτό που τελικά γινόμαστε στη ζωή;


«Απόλυτο. Εσείς τι πιστεύετε;».


­ Συμφωνώ απολύτως μαζί σας… Πιστεύετε ότι μπορεί μια μεγάλη φωνή να χαθεί;


«Ναι».


­ Πώς;


«Επειδή δεν θα υπάρχει μια μητέρα σαν και αυτή που είχα εγώ ή ένας πατέρας που ό,τι και αν γινόταν ένιωθε την ανάγκη να με υποστηρίξει και να τον υποστηρίξω. Πολλοί άνθρωποι δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα με αυτή τη θεατρική πλευρά του πράγματος. Ο γιος ή η κόρη του γιατρού πρέπει να γίνει γιατρός, του δικηγόρου δικηγόρος… Αυτό είναι το μεγάλο μαρτύριο για ένα παιδί: η αναγκαιότητα του να αποδειχθεί η φυσική συνέχεια των γονιών του».


­ Το ταλέντο είναι βάσανο για τον άνθρωπο που το έχει;


«Για τον ίδιο όχι, συνήθως είναι βάσανο για τους άλλους γύρω του. Τα παιδιά μου, ας πούμε, κατά καιρούς έχουν δυσκολευτεί. Θα ήθελαν ορισμένα πράγματα να τα κάνουν μόνα τους, να μη νιώθουν ότι αν μπει στη μέση η μαμά θα λυθούν όλα με τη μία».


­ Εκτός από τη μητέρα σας και τον πατέρα σας, υπάρχουν άλλοι άνθρωποι που αν δεν τους είχατε συναντήσει ίσως να μην είχατε γίνει αυτό που είστε σήμερα;


«Πολλοί, αλλά δεν μπορώ να μη βάλω πρώτα τους γονείς μου και ειδικά τον πατέρα μου, ο οποίος για μένα ήταν ένα πολύ ξεχωριστό άτομο. Στη συνέχεια όμως γνώρισα και άλλους ανθρώπους. Τη δασκάλα μου στο τραγούδι, που την έχω ακόμη μαζί μου, μαέστρους όπως ο Κοέν Ντέιβιντσον, ο Γκέοργκ Σόλτι… Ολοι τους και με επηρέασαν και με βοήθησαν πάρα πολύ. Και φυσικά όλοι οι αφανείς ήρωες που τόσα χρόνια δουλεύουν σιωπηλά στα παρασκήνια του Κόβεντ Γκάρντεν. Και αυτοί όλοι με βοήθησαν και με ενθάρρυναν».


­ Τι είναι για σας καλός δάσκαλος;


«Α, να και μια δύσκολη ερώτηση. Εγώ έχω μια καλή δασκάλα και την έχω μαζί μου πολλά χρόνια. Ξέρετε ποια είναι η δυσκολία με τους δασκάλους; Οτι στην αρχή δείχνουν να είναι καλοί και μετά τα πράγματα αρχίζουν σιγά σιγά και καταρρέουν. Μετά τα δύο-τρία πρώτα χρόνια αρχίζουν να φαίνονται οι διαφορές, τα πράγματα αρχίζουν να μην εξελίσσονται όπως θα έπρεπε. Εγώ είμαι πολλά χρόνια με αυτή τη δασκάλα και ό,τι και αν μου έχει ζητήσει το έχω ερμηνεύσει. Με έχει κάνει να νιώθω πάρα πολύ υπερήφανη που υπήρξα και συνεχίζω να είμαι μαθήτριά της».


­ Τελικά έχετε καταλάβει τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο να ακολουθήσει μια επιτυχημένη διαδρομή στη ζωή του; Τι είναι αυτό που δεν ξέρουμε στην αρχή, που δεν φανταζόμαστε σε σχέση με αυτό που θα επακολουθήσει;


«Πολύ απλά έτσι είναι η ζωή, προχωράς βήμα βήμα από το άγνωστο στο φως. Το ταξίδι μου από τη Νέα Ζηλανδία στο Λονδίνο έγινε με ένα ελληνικό καράβι που είχε το όνομα “Αυστραλίς”. Η μητέρα μου στη Νέα Ζηλανδία είχε δουλέψει για πολλούς Ελληνες. Και συγκεκριμένα ψαράδες. Ε, αυτό ήταν ένα κομμάτι στο παζλ της ζωής μου. Ξεκινώντας το ταξίδι για το Λονδίνο, το ότι άφηνα πίσω μου την πατρίδα μου, τον πατέρα μου ήταν για μένα μια καταστροφή, η οποία όμως να πού με οδήγησε… Ολα αυτά είναι πολύ σημαντικά πράγματα που πρέπει κανείς να γυρίζει πού και πού το κεφάλι και να τα ξαναβλέπει ενώ τα έχει αφήσει πίσω του. Η επιτυχία στηρίζεται στο γκρέμισμα πολλών υπέροχων σχέσεων. Η επιτυχία είναι πάντοτε χτισμένη πάνω σε μεγάλες και δραματικές αποφάσεις μας. Για μένα η αποτυχία ανήκει σε αυτούς που δεν τολμούν να ανακατέψουν τη ζωή τους. Τέλος πάντων. Σε αυτό το ταξίδι μου από τη Νέα Ζηλανδία στο Λονδίνο με είχε ακολουθήσει και η μητέρα μου… Είχε έρθει μαζί μου. Επί τρεις-τέσσερις εβδομάδες ήμασταν πάνω σε ένα καράβι και ταξιδεύαμε να συναντήσουμε κάτι που ακόμη μας ήταν άγνωστο. Επειδή το ταξίδι ήταν μεγάλο, γίνονταν διάφορα χάπενινγκ. Σε ένα από αυτά θυμάμαι ότι είχα τραγουδήσει».


­ Προτού αρχίσετε να ασχολείστε με την όπερα τραγουδούσατε άλλα είδη;


«Ναι. Στην αρχή δεν ήξερα καν ότι θέλω να ασχοληθώ με την όπερα. Φτάνοντας στο Λονδίνο, πήγα σε μια σχολή όπου διδάσκουν όπερα και έτσι ξεκίνησα. Με κατηύθυναν κατά κάποιον τρόπο σε αυτό το είδος. Θα μπορούσα να έχω πάει σε μια άλλη σχολή όπου δίδασκαν υποκριτική και διάφορα άλλα είδη τραγουδιού. Αλλά θεώρησα αμέσως ότι η ποιότητα της φωνής μου ήταν τέτοια που μπορούσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της όπερας και έτσι πήγα εκεί. Και αυτό για μένα υπήρξε παρά πολύ σημαντικό».


­ Λίγο-πολύ δηλαδή μιλάμε για σύμπτωση.


«Μα η ζωή η ίδια είναι μια σειρά από συμπτώσεις; Εσείς τι λέτε;».


­ Δεν θα διαφωνήσω, αν και αυτό που λέμε σύμπτωση πολύ με απασχολεί…


«Δεν θέλει και πολλή σκέψη… Η ζωή είναι σαν να παίζεις λόττο ποντάροντας στους τυχερούς σου αριθμούς με την πεποίθηση ότι η επιτυχία εξαρτάται περισσότερο από το ένστικτο. Το ότι θα κερδίσεις είναι κάτι που το αισθάνεσαι και όχι κάτι που το γνωρίζεις. Σου λένε οι άλλοι: “Μα πώς ξέρεις ότι αυτό το νούμερο θα κερδίσει;”. Και εσύ λες: “Το ξέρω”. Κάπως έτσι γίνεται και στη ζωή».


­ Υπάρχει μια στιγμή πολύ τυχερή στη ζωή σας, η οποία αν δεν είχε συμβεί ίσως η ζωή σας να μην είχε αλλάξει;


«Πολλές, όχι μία. Ο ερχομός μου στο Κόβεντ Γκάρντεν, η πρώτη φορά που τραγούδησα στους “Γάμους του Φίγκαρο”, η πρώτη εμπειρία μου στη Μετροπόλιταν Οπερα, το γεγονός ότι τραγούδησα στους γάμους του πρίγκιπα Καρόλου τη στιγμή που θα μπορούσαν να έχουν επιλέξει έναν άλλο τραγουδιστή… Πολλές στιγμές, και μάλιστα διαφορετικές μεταξύ τους. Επίσης το να μειώσω τις εμφανίσεις μου στην όπερα και να δώσω έμφαση στα κοντσέρτα ήταν άλλη μία πολύ σοβαρή επιλογή. Διότι τώρα έχω τη δυνατότητα να ταξιδεύω πολύ περισσότερο σε όλον τον κόσμο. Επομένως τα πάντα μπορώ να πω ότι ήταν για μένα τύχη, αλλά πιστεύω ότι όσο πιο σκληρά εργάζεσαι τόσο πιο πολύ η τύχη είναι με το μέρος σου».


­ Κάθε φορά που αποφασίζατε να ερμηνεύσετε έναν καινούργιο ρόλο μέσα από ποια διαδικασία τον επιλέγατε;


«Κατ’ αρχάς προσπαθώ να σιγουρευτώ ότι ο συγκεκριμένος ρόλος μού ταιριάζει. Δίνω επίσης πολύ μεγάλη σημασία στο καστ, γιατί μερικές φορές μπορεί να μην τα πας καλά με τους υπόλοιπους συντελεστές και αυτό σίγουρα επηρεάζει. Επομένως άλλο ένα πράγμα που προσπαθώ να σιγουρέψω είναι το ποιοι θα συμμετέχουν σε μια παράσταση όπου πρόκειται να τραγουδήσω».


­ Για σας παίζει ρόλο το πώς ήταν στην προσωπική του ζωή ο συνθέτης που θα ερμηνεύσετε; Νιώθετε την περιέργεια να τον γνωρίσετε καλύτερα;


«Ναι, το μπακράουντ ενός συνθέτη είναι κάτι που με ενδιαφέρει πάρα πολύ».


­ Πιστεύετε ότι μπορεί ένας μεγάλος συνθέτης να μην είναι και ένας υπέροχος άνθρωπος;


«Α, ναι, το πιστεύω. Απλώς εμένα δεν με ενδιαφέρει αυτό. Δεν μπορεί αυτό το στοιχείο να με επηρεάσει στο να μη θελήσω να ερμηνεύσω τη μουσική του. Υπάρχουν όμως χώρες όπου πρέπει να είσαι πολύ προσεκτική ποιον συνθέτη αποφασίζεις να ερμηνεύσεις. Υπάρχουν χώρες που δεν θέλουν να ακούσουν κάποιους συνθέτες επειδή έχουν πρόβλημα με τον άνθρωπο και όχι με τον συνθέτη. Τον Ρίχαρντ Στράους, π.χ., δεν μπορεί να τον ερμηνεύσεις οπουδήποτε».


­ Πώς γίνεται κάποιος να είναι μικρός άνθρωπος και μεγάλος συνθέτης; Πώς το εξηγείτε;


«Δεν ξέρω κατά πόσο μπορώ να το πάρω ως δεδομένο αυτό που λέτε. Δεν γίνεται νομίζω να είναι κανείς μέτριος άνθρωπος και μεγάλος συνθέτης ταυτοχρόνως. Δεν νομίζω ότι γίνεται. Ο Μότσαρτ, ας πούμε, με τίποτα δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί μετριότητα. Ηταν όμως τρελός. ‘Η πάρτε για παράδειγμα τον Πουτσίνι. Ο Πουτσίνι ζούσε δύο ζωές. Από τη μια είχε την ερωτική του ζωή και από την άλλη τη μουσική. Και το ένα το μπέρδευε με το άλλο. Πιστεύω ότι ένας μεγάλος δημιουργός μπορεί να είναι τρελός, ποτέ όμως μετριότητα. Και πάλι, η λέξη “τρελός” δεν μου αρέσει. Λαμπερός… αυτό είναι. Ο μεγάλος δημιουργός λάμπει. Πώς μπορεί κάτι που λάμπει να είναι μέτριο; Ετσι δημιουργούνται και τα μεγάλα πράγματα, χάρη σε αυτή τη λάμψη».


­ Τι είναι αυτό που κάνει κάποια έργα τέχνης να αντέχουν στον χρόνο;


«Η ικανότητά τους να μιλάνε στον κόσμο».


­ Η απάντηση που παίρνω κατά καιρούς σε αυτή την ερώτηση είναι ότι είναι η αλήθεια που κρύβουν μέσα τους. Είναι αυτό ή είναι κάτι άλλο; Πού κρύβεται το μεγαλείο αυτών των έργων; Γιατί, π.χ., να είναι μεγάλος ο Μότσαρτ; Γιατί;


«Μα γιατί στον “Φίγκαρο”, ας πούμε, ακούμε αυτό που συμβαίνει και σήμερα. Είναι σαν να μιλάει για την πραγματικότητα, γι’ αυτό που συμβαίνει τώρα στη ζωή μας. Είναι σωστό ότι αντέχει ως σήμερα επειδή είναι βαθιά αληθινό. Και βαθιά αληθινό είναι ό,τι περιέχει μια αλήθεια που το πέρασμα του χρόνου δεν την αλλοιώνει».


­ Πιστεύετε ότι με το να προσπαθούμε να ερμηνεύουμε τα πράγματα είναι σαν να μειώνουμε την αξία τους;


«Είναι λιγάκι σαν τον σκύλο που κυνηγάει την ουρά του αυτό».


­ Χρειάζεται να υπάρχει συνεχώς ένα «γιατί» στο οποίο προσπαθούμε να απαντήσουμε;


«Ναι… Δεν υπάρχει κάτι υπέροχο που να μην πηγάζει από ένα “γιατί”…».


­ Για σας τι είναι πιο σημαντικό στη ζωή: οι ερωτήσεις ή οι απαντήσεις;


«Το να δοθεί μια καλή απάντηση έχει να κάνει με το πώς τίθεται η ερώτηση. Επομένως για μένα πιο σημαντική είναι η ερώτηση. Μπορεί να σε πάει οπουδήποτε. Εμένα μια ερώτηση σωστά διατυπωμένη από τον πατέρα μου με έφερε από τη Νέα Ζηλανδία στο Λονδίνο. Μια ερώτηση που αναζητεί απάντηση μπορεί να γίνει πλοίο και να σε ταξιδέψει εκεί όπου κρύβονται οι πραγματικές επιθυμίες σου, οι κρυφές ικανότητές σου. Και η ερώτηση είναι και πιο δημοκρατική, γιατί επιδέχεται πολλών απαντήσεων».


­ Νιώθετε ότι υπάρχουν ρόλοι οι οποίοι σας αφορούν και προσωπικά;


«Μερικές φορές… Σε κάθε έργο πρέπει να ανακαλύπτεις στοιχεία που σε αφορούν για να μπορέσεις να ερμηνεύσεις καλύτερα τον ρόλο, για να μπορέσεις να εκφραστείς. Αν όμως με ρωτάτε αν θα ήθελα να είμαι κάποια από τις ηρωίδες που έχω ερμηνεύσει, θα σας έλεγα: “Οχι, καμία”».


Ο χρόνος μπορεί να επηρεάσει την υποκριτική της φωνής;


«Ναι, πολύ. Είναι θέμα ωριμότητας, εξέλιξης. Μετά την πρώτη φορά που θα ερμηνεύσεις έναν ρόλο, εξακολουθείς να μαθαίνεις. Ωσπου στο τέλος ο κάθε ρόλος γίνεται κομμάτι από το σώμα σου. Δεν εκτελείς απλώς κάποιες κινήσεις, δεν τις μιμείσαι… βγαίνουν αβίαστα από μέσα σου».


­ Η εξέλιξη έχει σχέση με το πόσο βαθιά βουτάμε μέσα μας ή με το πόσο μακριά βλέπουμε έξω από εμάς;


«Νομίζω ότι έχει να κάνει με το πρώτο. Μέσα μας εξελισσόμαστε και προχωράμε. Για να ερμηνεύσεις έναν χαρακτήρα ή ένα τραγούδι, πρέπει να είσαι ικανός να το κάνεις. Αν αυτό δεν βγαίνει από μέσα σου, τότε είναι μισό, κάτι του λείπει».


­ Υπάρχει θάνατος της φωνής;


«Φυσικά. Από κάποιο σημείο και μετά η φωνή αρχίζει και ξεθωριάζει. Υπάρχουν φωνές που πεθαίνουν ­ έτσι, απλά. Πάρτε για παράδειγμα την Κάλλας. Κάποια στιγμή η φωνή της την εγκατέλειψε. Για όλους τους τραγουδιστές έρχεται αυτή η στιγμή».


­ Πώς μπορεί να συνεχίσει τη ζωή του ένας τραγουδιστής αν πεθάνει η φωνή του;


«Εξαρτάται από το πώς θα το αντιμετωπίσει. Καλώς ή κακώς, πρέπει κάποια στιγμή να μάθει να ζει χωρίς αυτήν. Τι να κάνουμε; Ετσι είναι η ζωή. Αλλοι άνθρωποι σταματάνε να περπατάνε, δεν είναι καν σε θέση να λειτουργήσουν. Κάτι που χάνεις πρέπει να μάθεις να το αντικαθιστάς με κάτι άλλο. Αυτό είναι η σωτηρία μας. Για όλους μας έρχεται η στιγμή που πρέπει να ζήσουμε την αίσθηση της απώλειας. Το θέμα δεν είναι ότι γερνάμε· το θέμα είναι πώς αντιμετωπίζουμε εμείς το ζήτημα των γηρατειών. Η Μέριλιν Μονρόε θα μείνει για πάντα μια όμορφη νέα γυναίκα 35 ετών. Η πριγκίπισσα της Ουαλλίας το ίδιο. Οι γυναίκες αυτές δεν θα πεθάνουν ποτέ. Θα μείνουν για πάντα αγέραστες, νέες και όμορφες. Την Γκρέτα Γκάρμπο για κάποιους λόγους έτυχε και την είδαμε να γερνάει. Τη Μάρλεν Ντίτριχ το ίδιο… Ανθρώπους οι οποίοι κάποτε ήταν τυλιγμένοι στη δόξα και δεν ήθελαν με τίποτε να γεράσουν. Γι’ αυτό σας λέω ότι έχει να κάνει με το πώς το αντιμετωπίζεις. Ορισμένες από αυτές τις γυναίκες προκειμένου να μην τις δούμε να γερνάνε αποφάσισαν να κρυφτούν. Αλλες να πεθάνουν».


­ Τι χάνει ένας άνθρωπος μεγαλώνοντας;


«Την αθωότητα. Αυτό όλοι το ξέρουμε».


­ Πρέπει να κάνει προσπάθεια ένας άνθρωπος να διατηρήσει την αθωότητά του;


«Προσωπικά πιστεύω ότι είναι αδύνατον. Είναι σημαντικό όμως να διαθέτει κανείς ανοιχτό μυαλό. Το να είσαι ειλικρινής και να μπορείς να παραδεχτείς ότι έκανες λάθος είναι από τα πιο δύσκολα πράγματα στη ζωή. Απ’ όσο μπορώ να διακρίνω γύρω μου, σχεδόν κανείς δεν την έχει αυτή την ειλικρίνεια. Οι περισσότεροι δυσκολεύονται πολύ να παραδεχτούν ότι έκαναν λάθος».


­ Η σύνθεση ενός μεγάλου μουσικού έργου είναι για σας υπόθεση ενός λαμπερού μυαλού ή μιας φλογισμένης ψυχής;


«Υπάρχουν μελωδίες που αισθάνεσαι ότι έχουν βγει κατευθείαν από την ψυχή του ανθρώπου που τις συνέθεσε. Ο Μότσαρτ, ας πούμε, έγραψε εκπληκτική μουσική της ψυχής του. Προσωπικά με αγγίζουν πάρα πολύ τα κείμενα του Φον Χόφμανσταλ. Μιλάει για τις κρυφές σκέψεις των γυναικών και θα ήθελα πάρα πολύ να τον ρωτήσω πώς τα ήξερε όλα αυτά».


­ Υπάρχει άλλος συνθέτης που θα θέλατε, αν μπορούσατε, να τον ρωτήσετε πράγματα;


«Θα ήθελα ο Ντυπάρκ να έχει αφήσει πίσω του μερικά τραγούδια ακόμη αντί να τα έχει καταστρέψει σχεδόν όλα. Ευτυχώς άφησε μερικά τα οποία είναι υπέροχα, αλλά θα ήταν πολύ ωραίο να είχαν μείνει και άλλα. Πάντως πιστεύω ότι αν κολλήσει κανείς στην ίδια τη μουσική ή στον τρόπο με τον οποίο διευθύνει ένας μαέστρος δεν υπάρχουν και πολλά πράγματα να ρωτήσεις. Υπάρχουν άνθρωποι που με ρωτάνε γιατί ερμήνευσα μια μουσική φράση με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Και τους απαντώ πολύ απλά: “Επειδή έτσι ένιωσα… Πιστεύετε ότι αν με άκουγε ο Μότσαρτ, θα είχε σοκαριστεί;”. Θέλω να πω ότι όσον αφορά τη μουσική υπάρχουν περιθώρια να ρωτήσει κανείς πράγματα αλλά να μην το παρακάνουμε κιόλας».


­ Πιστεύετε ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ πρόβας και παράστασης;


«Μεγάλη, διότι στις πρόβες δουλεύεις ως ομάδα. Είναι πολλά τα άτομα και μέσω της δουλειάς που έχει να κάνει ο καθένας έρχεσαι πιο κοντά, δημιουργούνται σχέσεις… Οταν όμως είσαι στη σκηνή, αυτό παύει να ισχύει. Εννοώ ότι δεν μπορείς να γυρίσεις στον άλλον και να του πεις: “Στάσου εκεί”, “είναι πιο καλά έτσι” ή “κάνε αυτό…”. Παύει να υπάρχει αυτή η άμεση σχέση κατά τη διάρκεια της παράστασης. Ξαφνικά πρέπει να γίνεις ο χαρακτήρας που υποδύεσαι ­ μιλάω πάντοτε για την όπερα».


­ Δεν μπορείς να κάνεις λάθος δηλαδή…


«Οχι, δεν μπορείς… αν και σας διαβεβαιώ ότι παρ’ όλα αυτά λάθη γίνονται, και μάλιστα συχνά».


­ Είναι γνώση το λάθος;


«Εγώ θα το έλεγα περισσότερο καμπύλη μάθησης, που κάθε τόσο σε φέρνει αντιμέτωπο με ένα καινούργιο “δεν πρέπει να το ξανακάνεις”…».


­ Γιατί επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη;


«Αυτό δεν συμβαίνει στη μουσική. Εκεί απαγορεύεται αυστηρά να επαναλάβεις το ίδιο λάθος. Αν μη τι άλλο, είναι σίγουρο ότι δεν θα σου το επιτρέψει ο διευθυντής της ορχήστρας, αλλά και οι υπόλοιποι συνάδελφοι, γιατί ένα λάθος που θα κάνεις εσύ θα τους υποχρεώσει και αυτούς να κάνουν άλλο ένα. Λειτουργεί λιγάκι σαν ντόμινο, καταλαβαίνετε;».


­ Μπορεί στη μουσική να μην ισχύει αυτό, ισχύει όμως στη ζωή…


«Κοιτάξτε, για μένα το θέμα με τα λάθη στη ζωή έχει ως εξής: Και εγώ και εσείς είμαστε άνθρωποι και κάνουμε συνεχώς λάθη. Το θέμα είναι ότι από τα δικά μας τα λάθη δεν διακυβεύονται ζωές. Το πρόβλημα είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν λάθη και θέτουν έτσι σε κίνδυνο ανθρώπινες ψυχές… Αυτά είναι τα σοβαρά λάθη και ως συνήθως αυτά τα λάθη τα κάνουν οι πολιτικοί. Για μένα αυτό είναι το πιο επικίνδυνο. Υποτίθεται ότι αυτοί δεν θα έπρεπε να κάνουν ποτέ λάθος».


­ Υπάρχει κάποια άλλη μεγάλη φωνή που να έχετε θαυμάσει;


«Πολλές… Τεμπάλντι, Λεοντίν Πράις… Πολύ σπουδαίες τραγουδίστριες».


­ Θα ήταν ίδια η ιστορία του λυρικού τραγουδιού αν δεν είχε υπάρξει η Κάλλας;


«Θεωρώ ότι η επιρροή της Κάλλας στον κόσμο της όπερας υπήρξε σαρωτική. Αυτό που όλοι της αναγνωρίζουμε είναι ότι πάλεψε για το δικαίωμα στην υπεροχή. Δεν δέχτηκε ποτέ κάτι λιγότερο από αυτό. Κάποια στιγμή το σώμα και η φωνή της την πρόδωσαν και τότε πρέπει να πέρασε πολύ δύσκολα. Θα μείνει όμως για πάντα μια από τις κορυφαίες. Ολος ο κόσμος μιλάει γι’ αυτήν ως σήμερα. Βέβαια εγώ ως τύπος φωνής είμαι πιο κοντά στην Τεμπάλντι. Η Κάλλας ήταν πιο δραματική και βέβαια και η ζωή της υπήρξε τραγική. Ισως είναι η καταδίκη μερικών ανθρώπων που φτάνουν στην κορυφή του Εβερεστ να μην ξαναγυρίζουν ποτέ. Από τη στιγμή που θα φτάσεις τόσο ψηλά, δεν υπάρχει επιστροφή· μόνο θάνατος. Και δεν εννοώ μόνο τον βιολογικό θάνατο, εννοώ την ψυχική κατάρρευση που μπορεί να επέλθει. Από την άλλη βέβαια, η τραγωδία πουλάει. Εχεις μεγαλύτερη επιτυχία, πουλάς περισσότερους δίσκους, οι πάντες ασχολούνται μαζί σου… Πόσες όμως από τις τραγουδίστριες που βγαίνουν σήμερα θα ήθελαν να ζήσουν τη ζωή της Κάλλας και να έχουν το δικό της το τέλος; Εγώ τουλάχιστον θα έλεγα όχι σε μια τέτοια ζωή και σε ένα τέτοιο τέλος».


­ Σας ευχαριστώ ειλικρινά.


«Κι εγώ… πολύ σας ευχαριστώ».