Εντονη δραματικότητα και αριστοτεχνικός σχεδιασμός των χαρακτήρων. Οι παραπάνω δύο άξονες αποτελούν τις βασικές συνιστώσες της όπερας του Αμιλκάρε Πονκιέλι «Τζοκόντα» την οποία επέλεξε η Εθνική Λυρική Σκηνή ως εναρκτήριο έργο της καλλιτεχνικής περιόδου 2005-2006. Σε πείσμα των αντίξοων συνθηκών – χαρακτηριστικό είναι ότι ως την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές το πλήρες πρόγραμμα της σεζόν δεν έχει ακόμη επισήμως ανακοινωθεί – που ίσως δεν είναι ασύνδετες με τις γενικότερες ανακατατάξεις οι οποίες συμβαίνουν σε διεθνές επίπεδο, η όπερα παρουσιάζεται σε συνεργασία με το θέατρο Γκολντόνι του Λιβόρνο και με τη συμμετοχή καταξιωμένων καλλιτεχνών. Τη σκηνοθεσία και τη – σημαντική στο συγκεκριμένο έργο – χορογραφία υπογράφει ο Μίσα βαν Χέκε.


Βασισμένη σε λιμπρέτο του Αρίγκο Μπόιτο (υπό το ψευδώνυμο Τομπάια Γκόριο) η «Τζοκόντα» παρουσιάστηκε στη Σκάλα του Μιλάνου το 1876 και αποτελεί τη μοναδική όπερα του Πονκιέλι – ενός συνθέτη περίπου 20 χρόνια νεότερου του Βέρντι – η οποία κατόρθωσε να παραμείνει στο ρεπερτόριο.


H υπόθεση εκτυλίσσεται στη Βενετία του 17ου αιώνα. H Τζοκόντα, μια τραγουδίστρια του δρόμου, είναι ερωτευμένη με τον Εντσο, ο οποίος ωστόσο αγαπά τη Λάουρα, γυναίκα του ευγενούς Αλβίζε. Την Τζοκόντα επιχειρεί να κατακτήσει ο Μπάρναμπα, κατάσκοπος της Ιεράς Εξέτασης, ο οποίος προκειμένου να επιτύχει τον σκοπό του κατηγορεί ως μάγισσα την τυφλή μητέρα της, την Τσέκα. Τη δυστυχισμένη γυναίκα σώζει από βέβαιο θάνατο η Λάουρα και, για να ανταποδώσει την ευεργεσία αυτή, η Τζοκόντα, παρά τον έρωτά της, βοηθά την «αντίζηλό» της και τον Εντσο να φύγουν μακριά. Για να επιτύχει όμως το σχέδιο της φυγής η Τζοκόντα χρειάζεται τη βοήθεια του μισητού Μπάρναμπα. Αναγκάζεται λοιπόν να του υποσχεθεί πως, αν τη βοηθήσει, θα παραδοθεί στον έρωτά του. Οταν όμως εκείνος έρχεται για να ικανοποιήσει το πάθος του, η ηρωίδα αυτοκτονεί.


Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη της παράστασης Μίσα βαν Χέκε, η «Τζοκόντα» αντανακλά τις αντιθέσεις που χαρακτήριζαν τη βενετσιάνικη κοινωνία του 17ου αιώνα. Εκεί όπου οι γιορτές και οι διασκεδάσεις συνυπήρχαν με τη διαφθορά, την ίντριγκα και τον εκβιασμό. Αντιπροσωπευτικούς θεωρεί ως προς αυτό τους χαρακτήρες του έργου, με προεξάρχοντες την Τζοκόντα και τον Μπάρναμπα. «Απέναντι στο φως και στην καλοσύνη της κεντρικής ηρωίδας ο κατάσκοπος αντιτάσσει το σκοτάδι. Μόνο στην τελευταία κραυγή του Μπάρναμπα μπορεί ίσως να διακρίνει κανείς μια πίστη στον επουράνιο κόσμο. Με την αυτοκτονία της η Τζοκόντα επιλέγει να αποδράσει από τον κόσμο του Κακού» σημειώνει χαρακτηριστικά.


Τυπική όπερα του ρομαντισμού, στην «Τζοκόντα» μπορεί κανείς να διακρίνει τις διαφορετικές τάσεις της εποχής. Παρά το ότι έχει δομηθεί επάνω στο μοντέλο της μεγάλης γαλλικής όπερας – όπως χαρακτηριστικά φαίνεται από το μπαλέτο της τρίτης πράξης -, ακολουθεί πιστά την ιταλική παράδοση έτσι όπως αυτή χαράχθηκε από τον Βέρντι με τις γοητευτικές άριες, τα χορωδιακά μέρη και τη θαυμάσια ενορχήστρωση, ενώ η φωνητική γραφή και οι δραματικές καταστάσεις προοιωνίζονται στοιχεία τα οποία, όχι πολύ αργότερα, θα υιοθετηθούν από τον βερισμό.


Στο σημείο αυτό εντοπίζεται και το «δίλημμα» του σκηνοθέτη: «Κατά τη γνώμη μου ανοίγονται δύο δρόμοι: είτε, αξιοποιώντας την εμπειρία μου ως χορογράφου, να το αντιμετωπίσω ως ένα “μεγάλο θέαμα” είτε να βρω μια ιδέα η οποία θα αναδεικνύει την αίσθηση του μουσικού δράματος με τρόπο που να συνδέεται περισσότερο με την εποχή μας. Δεν επιζητώ την αναβίωση αλλά θέλω να φτάσω στην ουσία της αίσθησης που αποπνέει το έργο».


Ο σκηνοθέτης παραδέχεται ότι προτού του γίνει η πρόταση να σκηνοθετήσει την «Τζοκόντα» ελάχιστα πράγματα γνώριζε για το συγκεκριμένο έργο. Πολύτιμος οδηγός στη δουλειά του, λέει, υπήρξε η ερμηνεία της Μαρίας Κάλλας στη Σκάλα του Μιλάνου τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1950. «H φωνή της ήρθε σαν “μαγικό ραβδί” στον κόσμο μας και καθοδήγησε και το δικό μου “ταξίδι” στον κόσμο της “Τζοκόντα”. Ακόμη και για τις ανάγκες της χορογραφίας…».


H αλήθεια είναι ότι η ηρωίδα του Πονκιέλι – εξαιρετικά απαιτητική, είναι η αλήθεια – υπήρξε το πρώτο «διαβατήριο» της αείμνηστης ντίβας προς τη μυθική καριέρα που αργότερα διέγραψε. Με τον ρόλο αυτόν που πρωτοτραγούδησε το 1947 – σε ηλικία 24 μόλις ετών – στην Αρένα της Βερόνας η Κάλλας έκανε την είσοδό της στον ιταλικό χώρο. Παρά το ότι η εμφάνιση αυτή δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, σηματοδότησε την έναρξη της ανόδου της ερμηνεύτριας. Εστω και αν πρόκειται για ρόλο με τον οποίο μάλλον δεν συνδέθηκε ιδιαίτερα στα χρόνια της ακμής της, η κύρια άρια της Τζοκόντα, το «Suicidio» («Αυτοκτονία»), έμελλε να «συνοδεύσει» την Κάλλας σε κάποια από τα τελευταία ρεσιτάλ της την περίοδο 1973-74. Αλλωστε, έστω και αν ο περίφημος «Χορός των ωρών» αποτελεί αναμφίβολα το δημοφιλέστερο σημείο του έργου, είναι μία μόνο από τις – ουκ ολίγες – γοητευτικές σελίδες που έχει χαρίσει η «Τζοκόντα» στο παγκόσμιο ρεπερτόριο.


H πρεμιέρα της «Τζοκόντα» θα δοθεί στις 11/11 στο θέατρο Ολύμπια. Τη μουσική διεύθυνση έχει ο Ηλίας Βουδούρης, τα σκηνικά είναι του Κριστιάνο Μπάκι, τα κοστούμια της Μαρέλα Φερέρα, οι φωτισμοί του Μάσιμο Κόρσι, ενώ τη διεύθυνση της χορωδίας έχει η Φανή Παλαμήδη. H υψίφωνος Ντένια Ματσόλα-Γκαβατσένι ερμηνεύει τον ρόλο του τίτλου στις 11 και 13 Νοεμβρίου, ενώ στις 12, 16, 19 και 26 του μηνός θα τη διαδεχθεί η «δική μας» Τζούλια Σουγλάκου. Τον Μπάρναμπα ενσαρκώνουν οι βαρύτονοι Αλμπέρτο Μαστρομαρίνο (11, 13/11) και Δημήτρης Πλατανιάς (12, 16, 19, 26/11), ενώ στους υπόλοιπους ρόλους εμφανίζονται οι Βικτώρια Μαϊφάτοβα και Ελένη Λιώνα (Λάουρα Αντόρνο), Χριστόφορος Σταμπόγλης και Μάρκο Σπότι (Αλβίζε), Μαρία Μαρκέτου και Λυδία Αγγελοπούλου (Τσέκα), Εμίλ Ιβάνοφ και Σέρτζιο Παναγία (Εντσο).