Οι νέες θεωρίες του αρχαιολόγου Ζε’εβ Χέργκοζ ταράζουν τα νερά της πατροπαράδοτης άποψης των εβραίων για την ιστορική τους καταγωγή, που απορρέει από τα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης
Σήμερα το εθνικό πάρκο του Μεγκίντο μοιάζει με σαξονικό νεκροταφείο σε κάποιον λόφο που υψώνεται διακριτικά από τη βόρεια πεδιάδα του Ισραήλ. Στα βιβλικά χρόνια πίστευαν ότι αυτός ο λόφος ήταν ο Αρμαγεδδών. Για περισσότερο από 4.000 χρόνια το ισχυρά οχυρωμένο μέρος στην κορυφή ενός στρατηγικού περάσματος στους λόφους Καρμέλ υπήρξε πεδίο μαχών μεταξύ Αιγυπτίων και Καναϊτών, Ασσυρίων και Ισραηλιτών, ακόμη και Βρετανών και Τούρκων. Είναι τόσο ματωμένο το παρελθόν του που στην Αποκάλυψη προβλεπόταν πως η τελική αναμέτρηση του καλού με το κακό θα λάβει χώρα σε αυτό το μέρος. Οι σκιές ακόμη καλύπτουν την περιοχή. Την τελευταία ημέρα της περασμένης χιλιετίας ο λόφος του Μεγκίντο ήταν περικυκλωμένος από αστυνομικούς. Μέλη θρησκευτικών οργανώσεων απείλησαν ότι θα συγκεντρωθούν στο αρχαίο πεδίο μάχης, όπου θα προέβαιναν σε ομαδική αυτοκτονία και άλλου είδους πράξεις «αποκαλυπτικής» τρέλας με αφορμή την… Ημέρα της Κρίσεως.
Μία εβδομάδα αργότερα ένα σαββατιάτικο πρωινό όλες αυτές οι εκδηλώσεις παραφροσύνης έλαβαν τέλος και τα τουριστικά λεωφορεία γέμισαν ασφυκτικά την περιοχή. Στην πραγματικότητα μετά την ήττα των Τούρκων από τους Βρετανούς το 1918 το Μεγκίντο είναι κατά γενική ομολογία ειρηνικό μέρος. Αποτελεί πόλο έλξης για πολλούς αρχαιολόγους από το 1920, όταν έπειτα από μια μεγάλη ανασκαφή άρχισαν να έρχονται στην επιφάνεια τα ευρήματα της θαμμένης ιστορίας του. Αυτή ήταν και η αφετηρία της «βιβλικής αρχαιολογίας» και ο στόχος των αρχαιολόγων ήταν πλέον να αντιστοιχίσουν τα ευρήματά τους με τις ιστορίες της Βίβλου. Τα «σημάδια» του λόφου οδήγησαν στην επιτυχία τους. Εδώ βρίσκεται η πύλη που κτίστηκε, σύμφωνα με την Αγία Γραφή, από τον βασιλιά Σολομώντα, εδώ βρίσκονται οι στάβλοι του Σολομώντος.
Η παλαιά Διαθήκη αμφισβητείται
Τώρα αυτές οι θεωρίες αμφισβητούνται και το Μεγκίντο εμπλέκεται σε μια νέα μάχη, αλλά αυτή τη φορά όχι μεταξύ πάνοπλων στρατιωτών, αλλά μεταξύ αρχαιολόγων οι οποίοι «παρατάσσουν» τα ευρήματα της σύγχρονης αρχαιολογίας. Αποτέλεσμα: η ερμηνεία της Παλαιάς Διαθήκης τίθεται υπό συνολική αμφισβήτηση.
Οπως αναφέρεται και στη Γένεση, τα πρώτα κεφάλαια της βιβλικής ιστορίας είναι ένα έπος που υποστηλώνει την εβραϊκή θρησκεία και τη γένεση του έθνους του Ισραήλ. Αρχίζοντας από τη δημιουργία της Γης, ακολουθούν τα κεφάλαια τα οποία αναφέρονται στον κατακλυσμό του Νώε, στη θυσία του Αβραάμ, του βοσκού που άφησε το σπίτι του στη Μεσοποταμία και κινήθηκε δυτικά, προς την έρημο της Κανά. Τον Αβραάμ διαδέχθηκε ο γιος του Ισαάκ και ο εγγονός του Ιακώβ που είναι γνωστοί ως οι πατριάρχες των γενεών που ακολούθησαν. Ο Αβραάμ ήταν ήδη πολύ μεγάλης ηλικίας όταν ο Θεός τού υποσχέθηκε τη γη της Κανά και του είπε ότι η γυναίκα του, η Σάρρα, θα φέρει στον κόσμο τον γιο του Ισαάκ. Η πίστη του Αβραάμ δοκιμάστηκε όταν ο Θεός τού ζήτησε να θυσιάσει τον μοναχογιό του Ισαάκ. Η ζωή του μικρού παιδιού σώθηκε την τελευταία στιγμή.
Ο γιος του Ισαάκ, ο Ιακώβ, ο ευγενής άνθρωπος, φιλονίκησε με τον αδελφό του, τον Εσάου, και σφετερίστηκε την ευχή του πατέρα του. Ο γιος του Ιακώβ, ο Ιωσήφ, πουλήθηκε σκλάβος στην Αίγυπτο από τους ζηλόφθονους αδελφούς του. Ο Ιωσήφ όμως γνώρισε την ευημερία. Ερμηνεύοντας τα όνειρα του Φαραώ, κατάφερε να αναρριχηθεί στις υψηλές τάξεις των αξιωματούχων και να πάρει την οικογένειά του στην Αίγυπτο σε μια περίοδο που η Κανά μαστιζόταν από λιμό. Μέσα στα επόμενα χρόνια όμως ο λαός του Ισραήλ υποδουλώθηκε στους Αιγυπτίους. Η απελευθέρωση ήλθε με τον Μωυσή, τον οποίο, όταν ήταν βρέφος, έβαλαν σε ένα καλάθι που το άφησαν στον ποταμό Νείλο για να γλιτώσει από τα χέρια των Αιγυπτίων. Ο Μωυσής φύλαγε το κοπάδι με τα πρόβατά του όταν άκουσε τη φωνή του Θεού και αντίκρισε την καιομένη βάτο. Ο Θεός τον συμβούλευσε να οδηγήσει τον λαό του πίσω στη Γη της Επαγγελίας. Ακολουθεί το κεφάλαιο της Εξόδου με το κεντρικό επεισόδιο στην εθνική ιστορία των Εβραίων. Στο όρος Σινά ο Θεός δίνει στον Μωυσή την πλάκα με τις Δέκα Εντολές. Τον διαδέχθηκε ο στρατιωτικός Ιωσίας, ο οποίος εισέβαλε στην Κανά αιφνιδιαστικά, με αποτέλεσμα την καταστροφή της Ιεριχούς και άλλων πόλεων. Στη συνέχεια οι Ισραηλίτες χωρίστηκαν σε 12 φυλές (οι οποίες πήραν τα ονόματά τους από τους γιους του Ιακώβ) και διασκορπίστηκαν στη λοφώδη περιοχή της Κανά. Ο έλεγχος στις φυλές αυτές ασκείτο από χαρισματικούς ηγέτες, οι οποίοι ονομάζονταν δικαστές. Δέχονταν συνεχώς ενοχλήσεις από τους Φιλισταίους, ενώθηκαν υπό τη βασιλεία του Σαούλ και κατόπιν του Δαβίδ, ο οποίος κατατρόπωσε τον αρχηγό των Φιλισταίων Γολιάθ. Ο Δαβίδ έκανε την Ιερουσαλήμ πρωτεύουσα της ενωμένης μοναρχίας του. Ο γιος του, ο Σολομών, ενδυνάμωσε την κυριαρχία, έκτισε έναν υπέροχο ναό στην Ιερουσαλήμ και ενίσχυσε και άλλες πόλεις, μεταξύ των οποίων και το Μεγκίντο (τουλάχιστον αυτά λέει η Παλαιά Διαθήκη). Οταν ανέλαβε την εξουσία ο γιος του Σολομώντος, η μοναρχία διαλύθηκε και το Ισραήλ χάραξε τη δική του πορεία στον Βορρά και στην Ιουδαία στον Νότο. Αυτή η μοιραία διαίρεση έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους γείτονές του. Το Ισραήλ καταστράφηκε από τους Ασσυρίους περίπου το 722 π.Χ. Η Ιουδαία κατακτήθηκε από τον βαβυλώνιο βασιλιά Ναβουχοδονόσορα το 586 π. Χ. και οι ηγέτες εξορίστηκαν στη Βαβυλώνα (στο Βόρειο Ιράκ).
Η άποψη του κατεστημένου
Από τότε η νεότερη ιστορία των Εβραίων υπήρξε έντονα πολιτική. Ενας λόγος για τον οποίο η Βίβλος γράφτηκε στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. ήταν για να αναδείξει την αιτία της αναμόρφωσης της μονοθεϊστικής Ιουδαίας και της δυσφήμησης του Ισραήλ, το οποίο η πολιτική αστάθεια και η ειδωλολατρία, όπως αναφέρουν οι συγγραφείς της Βίβλου, οδήγησαν στην καταστροφή.
Πρόσφατα οι σιωνιστές κοίταξαν την Παλαιά Διαθήκη για στοιχεία που θα αποδείκνυαν την ιστορική σχέση των Εβραίων με τον υπόλοιπο κόσμο. Και για περισσότερα από 50 χρόνια από τον σχηματισμό του σύγχρονου κράτους του Ισραήλ το 1948, αυτές οι ιστορίες της Βίβλου παρείχαν μια εθνική ηρωική ιστορία, ένα ενοποιητικό και ιστορικό ντοκουμέντο για ένα μεγάλο ποσοστό μεταναστών.
Οι ισραηλινοί αρχαιολόγοι ελάχιστες φορές διαφοροποιήθηκαν από τα δεδομένα της βιβλικής αρχαιολογίας. Αν επί αιώνες κάποιοι ανασκαφείς έχουν εξερευνήσει τη συγκεκριμένη περιοχή για ανεύρεση στοιχείων που επιβεβαιώνουν τη Βίβλο, γιατί οι σύγχρονοι διάδοχοί τους θα πρέπει να διαφοροποιηθούν έστω και στο ελάχιστο; Εξάλλου σε ό,τι αφορά αυτή την επιβεβαίωση και οι πολιτικοί έχουν παίξει σημαντικό ρόλο… Οι ενδείξεις; Ουκ ολίγες. Ο πιο διάσημος αρχαιολόγος του Ισραήλ, ο Γιγκαέλ Γιαντίν, ήταν επικεφαλής μιας στρατιωτικής ομάδας στη διάρκεια του πολέμου το 1948 εναντίον των Αράβων. Ο στρατηγός Μοσέ Νταγιάν υπήρξε ήρωας του Πολέμου των Εξι Ημερών και είχε παθιαστεί με τη νεότερη ιστορία της πατρίδας του. Μια από τις πρώτες του ενέργειες μετά τη στρατιωτική νίκη του το 1967 ήταν η εφαρμογή ενός προγράμματος αρχαιολογικών ανασκαφών στην Ιερουσαλήμ και στη Χεβρώνα, περιοχές όπου πρόσφατα επανήλθαν οι Αραβες. Επικεφαλής της Υπηρεσίας Αρχαιοτήτων του Ισραήλ είναι ο Αμίρ Ντρορί, στρατηγός εν αποστρατεία, με θητεία στην εκστρατεία των ισραηλινών στρατευμάτων στην εισβολή κατά του Λιβάνου το 1982.
Οι νέες ανακαλύψεις
Το πλέον όμως ασυνήθιστο και παράξενο γεγονός ήταν αυτό που συνέβη τον περασμένο Νοέμβριο, όταν ο αρχαιολόγος Ζε’εβ Χέργκοζ, καθηγητής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ, διατάραξε την ηρεμία, και σε ένα άρθρο στην ισραηλινή εφημερίδα «Ha – aretz» είπε ότι η βιβλική αρχαιολογία ήταν χάσιμο χρόνου και ότι ως ιστορία τουλάχιστον η Παλαιά Διαθήκη ήταν ανοησία.
Επειτα από έναν χρόνο εκτεταμένων ερευνών στο Ισραήλ, έγραφε ότι οι αρχαιολόγοι μπορούσαν να βεβαιώσουν πως «οι Ισραηλινοί δεν ήταν ποτέ στην Αίγυπτο, δεν περιπλανήθηκαν στην έρημο, δεν κατέκτησαν τη Γη της Επαγγελίας ύστερα από μια στρατιωτική εκστρατεία και δεν την έδωσαν στις 12 φυλές του Ισραήλ. Ακόμη πιο ψευδές είναι το γεγονός ότι το βασίλειο του Δαβίδ και του Σολομώντος εμφανίζεται ως η τοπική κυριαρχία, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για ένα μικρό φυλετικό βασίλειο». Ρίχνοντας και άλλο λάδι στη φωτιά, προσέθεσε ότι «ίσως προκαλέσει δυσάρεστο σοκ αυτό, αλλά ο θεός του Ισραήλ, ο Ιεχωβάς, είχε σύζυγο και οι αρχαίοι Εβραίοι υιοθέτησαν τον μονοθεϊσμό περίπου τον 7ο αιώνα π.Χ. και όχι στο όρος Σινά το 1250 π.Χ.».
Η αναστάτωση που δημιουργήθηκε ήταν πολύ μεγάλη όχι μόνο γι’ αυτά που είπε, αλλά και για τον τρόπο και για τη χρονική στιγμή που επέλεξε για να τα πει. Ο Χέργκοζ κατηγορήθηκε ότι έσπασε τον κώδικα των αρχαιολόγων αποκαλύπτοντας δημοσίως ακαδημαϊκά μυστικά. Μία από τις ενστάσεις του σχετικά με το Μεγκίντο ήταν ότι πρόσφατες ανασκαφές επιβεβαίωσαν ότι το πρώτο ισραηλινό κράτος, στο οποίο ήταν μονάρχης ο βασιλιάς Δαβίδ, δεν υπήρξε ποτέ ή, αν υπήρξε, ήταν μια περιορισμένη περιοχή και ότι η υπέροχη αυτοκρατορία του βασιλιά Σολομώντος, γιου του Δαβίδ και διαδόχου του, ήταν προπαγάνδα των εκδοτών της Βίβλου.
Η συνεισφορά του Μεγκίντο σε αυτή την αναθεώρηση είναι «τεχνητή», αλλά ενδεικτική της τάσης για παραπλάνηση της μοντέρνας αρχαιολογίας. Εδώ και πολλά χρόνια πίστευαν πως το Μεγκίντο παρείχε αξιόπιστες ενδείξεις για την αυτοκρατορία του Σολομώντος. Αυτή η άποψη ενισχύθηκε από τα ευρήματα μιας εκ των μεγαλυτέρων ισραηλινών ανασκαφών σε ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο, στο Χαζόρ, βόρεια της Θάλασσας της Γαλιλαίας. Μέρος στρατηγικό, με πολλά αρχαιολογικά ευρήματα, που παρείχαν στοιχεία για κάποια κεφάλαια από τη βιβλική ιστορία. Το 1960 ο Γιγκαέλ Γιαντίν ανακάλυψε μια πρόσοψη με έξι θύρες, η οποία χρονολογούνταν από τον 10ο π.Χ. αιώνα, στη διάρκεια της μοναρχίας του Σολομώντος. Στη Βίβλο στο κεφάλαιο 1 Βασιλειών (9,15) , διάβασε ότι ο Σολομών είχε ενισχύσει και άλλες πόλεις εκτός της Ιερουσαλήμ, όπως τη Χαζόρ, το Μεγκίντο και την Γκέζερ.
Οι αποδείξεις από τις ανασκαφές
Γνωρίζοντας πως παρόμοια πρόσοψη υπήρχε και στο Μεγκίντο, ανέτρεξε στα αρχεία μιας παλαιότερης ανασκαφής και ανακάλυψε το ίδιο πράγμα και εκεί. Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ήταν ότι όχι μόνο ο Σολομών υπήρξε, αλλά, εφόσον η Γκέζερ είναι πολύ νοτιότερα της Ιερουσαλήμ, επιβεβαιωνόταν η κυριαρχία του βασιλιά σε μια αυτοκρατορία η οποία εκτεινόταν σε μεγάλη περιοχή, με βάση την αρχιτεκτονική των μνημείων. Ετσι οι αρχαιολόγοι επιβεβαίωσαν τη Βίβλο και όλοι έμειναν ευχαριστημένοι.
Η ανασκαφή όμως που έγινε από το Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ στο Μεγκίντο απέδειξε ότι η εξάθυρη πρόσοψη χρονολογείται όχι στον 10ο, αλλά στον 9ο αιώνα π.Χ. Και, αν και αναγραφόταν το όνομα του Σολομώντος εκεί, η πρόσφατη επιστημονική μελέτη χρονολογεί τη θύρα του Μεγκίντο έναν αιώνα αργότερα.
Γενικότερα ο Χέργκοζ δέχθηκε επίθεση ότι προσπαθούσε να υποβαθμίσει το Ισραήλ ως κράτος, σε μια περίοδο μάλιστα κατά την οποία προωθούνταν η ειρηνική διαδικασία. Η βασική του ένσταση ήταν ότι οι αρχαίοι Ισραηλίτες ήταν ιθαγενείς Καναΐτες, οι οποίοι για διάφορους λόγους εγκαταστάθηκαν στους λόφους της Ιουδαίας της Ιερουσαλήμ. Σύμφωνα με αυτή τη θέση, το Ισραήλ δεν είναι η γη που υποσχέθηκε ο Θεός στον Μωυσή και ο λαός του δύσκολα διακρίνεται από άλλους λαούς οι οποίοι έζησαν εκεί για πολλές χιλιετίες.
Αποτέλεσμα ήταν το άρθρο του Χέργκοζ να δεχθεί οξεία κριτική όχι από τους ορθόδοξους Εβραίους, αλλά από τους σιωνιστές, που θεώρησαν αυτές τις απόψεις επίθεση στις αξίες, αλλά και στην ταυτότητα του Ισραήλ.
Ωστόσο ο Χέργκοζ υποστηρίζει: «Δεν χρειαζόμαστε τη Βίβλο για να κατοχυρώσουμε τα δικαιώματά μας σε αυτή τη γη. Δεν υπάρχει απειλή για εμάς. Αλλωστε, αν η θεωρία μου γίνει αποδεκτή, θα μειωθούν οι ανταγωνισμοί με τους Αραβες, ανταγωνισμοί οι οποίοι προκαλούνται από το γεγονός ότι εμείς πιστεύουμε πως αυτό το μέρος είναι η Γη της Επαγγελίας».
Ωστόσο υπάρχουν πολλές διαφορετικές ερμηνείες ιστορικών και επιστημόνων για τις ιστορίες της Βίβλου. Οι μελέτες αναφέρουν πως στον αιώνα του χαλκού υπήρχαν πόλεις-κράτη στη Χαναάν οι οποίες πότε είχαν εμπορικές σχέσεις και πότε πολεμούσαν διαρκώς με τους Αιγυπτίους. Δεν υπάρχουν όμως ενδείξεις ότι αυτοί οι πρώτοι ήταν Ισραηλίτες. Σε ό,τι αφορά την Εξοδο και τους 600.000 που διέφυγαν, δεν υπάρχουν αποδείξεις. Ακόμη και η παρουσία του Μωυσή στο όρος Σινά αμφισβητείται. Ο Χέργκοζ στηρίζει τη θεωρία του στο ότι οι ιστορίες αυτές αφορούσαν οικογένειες και με το πέρασμα του χρόνου πήραν διαστάσεις και υιοθετήθηκαν ως ιστορία του Ισραήλ. Ο επικεφαλής του Αρχαιολογικού Τμήματος του Πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ Ισραήλ Φιλκενστάιν υποστηρίζει ότι οι πρώτοι Εβραίοι ήταν νομάδες της Χαναάν που ζούσαν σε λόφους της Δυτικής Οχθης στην Ιερουσαλήμ και εγκαταστάθηκαν εκεί μόνιμα εξαιτίας του πολέμου των Χαναανιτών με τους Αιγυπτίους. Και προσθέτει ότι η Ιερουσαλήμ δεν ήταν ποτέ ισχυρή πόλη-κράτος, αλλά και ότι ο Δαβίδ και ο Σολομών δεν ήταν παρά τοπικοί φεουδάρχες. Η Ιερουσαλήμ κατάφερε να γίνει το κέντρο της περιοχής, υποστηρίζει ο καθηγητής, μετά την καταστροφή της Σαμάρειας το 722 π.Χ.
Πάντως όλες οι σύγχρονες ανασκαφές ενισχύουν την άποψη των σκεπτικιστών, οι οποίοι δεν αποδέχονται την ιδέα του μεγάλου ενωμένου βασιλείου και υποστηρίζουν ότι οι ιστορίες της Βίβλου μπορούν να επιβεβαιωθούν ιστορικά μόνο σε ό,τι αφορά τα γεγονότα από τα μέσα του 9ου π.Χ. αιώνα και μετά.
Ο Χέργκοζ έρχεται να συμπληρώσει και ότι ο μονοθεϊσμός επεβλήθη πολύ αργότερα απ’ ό,τι υποστηρίζει η Βίβλος και στηρίζεται σε επιγραφές που ανακάλυψε στα εβραϊκά και που χρονολογούνται στον 8ο αιώνα π.Χ.
Ολα αυτά όμως δεν φαίνεται να απασχολούν ιδιαίτερα τους Ισραηλινούς ακόμη και αν αποδειχθεί ότι η αρχαία τους ιστορία είναι μύθος και ότι ο Δαβίδ ήταν κάτι ανάλογο του βασιλιά Αρθούρου. Η Βίβλος παραμένει όχι μόνο ιερό τους βιβλίο, αλλά και η πηγή από όπου αντλείται η ηθική του δυτικού πολιτισμού. Οπως χαρακτηριστικά λέει και ο καθηγητής Μεντόρ: «Οπως και η μουσική του Μότσαρτ, έτσι και η Βίβλος δεν χρειάζεται στήριξη».



