Οσοι διάβασαν και αγάπησαν το βιβλίο του Γιόστεϊν Γκάαρντερ Ο κόσμος της Σοφίας (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Νέα Σύνορα) σίγουρα θα εκτιμήσουν την προσπάθεια της Κατρίν Κλεμάν να γράψει ένα ανάλογο μυθιστόρημα για την ιστορία των θρησκειών. Η ίδια δεν αποκρύπτει ότι από τον Γκάαρντερ βρήκε τον τρόπο να αξιοποιήσει τα αρχεία και τις συλλογές της από ιερά βιβλία, θρησκειολογικές μελέτες, αντικείμενα λατρείας. Ο ήρωάς της είναι ένα αγόρι που, όπως η «Σοφία», έχει και αυτός συμβολικό όνομα. Ο Τεό είναι ένας Παριζιάνος που ξαφνικά προσβάλλεται από κάποια άγνωστη ασθένεια. Η δυναμική θεία του Μάρθα πιστεύει ότι μπορεί να γιατρευτεί με ένα ταξίδι, του οποίου ο στόχος είναι η γνωριμία με τις θρησκείες του κόσμου.
Γεννημένη το 1939 η Κατρίν Κλεμάν, γνωστή στο ευρύτερο κοινό από το βιβλίο της Η όπερα ή η ήττα των γυναικών, σπούδασε φιλοσοφία και μαθήτευσε κοντά στον Λεβί Στρος και στον Ζακ Λακάν. Το 1987 παραιτήθηκε από την επιτελική θέση της για τη διάδοση του γαλλικού πολιτισμού και ακολούθησε τον πρέσβη σύζυγό της στις Ινδίες, στην Αυστρία και στη Σενεγάλη, όπου ζει σήμερα. Η παρούσα συνέντευξη έγινε δι’ αλληλογραφίας.
Γιατί επιλέξατε το όνομα «Τεό» για τον ήρωά σας;
«Το πλήρες όνομά του είναι “Θεόδωρος”, δηλαδή δώρο από τον Θεό, όπως γνωρίζετε καλύτερα από εμένα. Απέφυγα επιμελώς το “Θεόφιλος”, που αγαπά τον Θεό, για να έχει το παιδί απόλυτη ελευθερία».
Φανταστήκατε τον Τεό προσβεβλημένο από ανίατη ασθένεια στην αρχή του ταξιδιού του. Θεωρείτε ότι αναζητούμε το θείο όταν είμαστε ευάλωτοι;
«Προτού αρρωστήσει ο Τεό δείχνει ένα ενδιαφέρον για τα ιερά κείμενα που αναφέρονται στον θάνατο. Στη συγκεκριμένη φάση όμως δεν έχει σε καμία περίπτωση τον Θεό στο μυαλό του. Δεν νομίζω ότι φέρνουμε στο μυαλό μας τον Θεό όταν βρισκόμαστε σε μια δύσκολη στιγμή, ανεξάρτητα από την ηλικία μας. Η περιέργεια του Τεό να γνωρίσει τα πάντα γύρω από τον θάνατο εξηγείται αργότερα στο βιβλίο από την ύπαρξη θνησιγενούς διδύμου αδελφού του, μια κλασική περίπτωση στην ψυχανάλυση, που λειτουργεί ως πρώτο σύμπτωμα της ασθένειάς του».
Ο Τεό είναι σε μια ηλικία που του επιτρέπει να διατυπώνει επιθετικά τις ερωτήσεις του. Ποιες συνισταμένες μάς κάνουν ανεκτικούς απέναντι στα λάθη των θρησκειών;
«Ο Τεό είναι επιθετικός αλλά πάνω απ’ όλα έχει μεγάλη ελευθερία σκέψης. Η πορεία του προς την “α-θρησκεία” μέσα από τη γνώση και τη σύγκριση. Υποστηρίζω ένα απλό αξίωμα: όσα περισσότερα ξέρουμε σχετικά με τις θρησκείες τόσο λιγότερο φανατικοί γινόμαστε. Ολες οι θρησκείες ξεκινούν από μια καλή ιδέα και κάθε θρησκεία καταστρέφει την καλή της ιδέα από τη στιγμή που αντιλαμβάνεται το μέγεθος της εξουσίας της. Δεν υπάρχει καμία εξαίρεση, ούτε γεωγραφική ούτε ιστορική».
Τι αποκομίσατε από τη μελέτη της ιστορίας των θρησκειών, ώστε θελήσατε να διαδώσετε την εμπειρία σας;
«Η δική μου εμπειρία δεν αφορά κανέναν και σε καμία περίπτωση δεν σχετίζεται με αυτήν του Τεό. Δεν ταυτίστηκα μαζί του. Εκείνος είναι δημιούργημα φαντασίας και εγώ είμαι αληθινός άνθρωπος, με τις δικές μου ιδέες, τις οποίες κρατώ για τον εαυτό μου. Θα σας εξέπληξα!..».
Από το βιβλίο φαίνεται ότι οι εκπρόσωποι των εκκλησιών δεν είναι οι καλύτερες περιπτώσεις ανθρώπων. Δεν πιστεύετε ότι η θρησκεία μάς κάνει καλύτερους;
«Σίγουρα δεν είναι η θρησκεία που μας κάνει καλύτερους (ακόμη και αν δεν μπορώ να ξέρω πώς εσείς ορίζετε το “καλύτερο”). Ο Τεό δείχνει στις συζητήσεις του ότι οι ιερείς συχνά κάνουν σφάλματα, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι σφάλλουν συστηματικά. Μέσα από το ταξίδι του ο Τεό θέλει να δείξει ότι οι θρησκείες είναι πολλές και διαφορετικές, έχουν όμως δύο κοινά χαρακτηριστικά: βασίζονται σε καλές ιδέες που καταστρέφονται από οργανωτική ιεραρχία. Στη συνέχεια καθένας καλείται να τα βγάλει πέρα μόνος του. Δεν υπάρχει καλός οδηγός χρήσης!».
Κατά πόσο μπορεί να γνωρίσει κάποιος μια θρησκεία από ένα βιβλίο αν δεν βιώσει την εμπειρία της;
«Γενικότερα, τι μπορούμε να μάθουμε μέσα από τα βιβλία; Τι γνωρίζουμε για μια χώρα μέσα από ένα ταξιδιωτικό έργο; Τι μαθαίνουμε για έναν άνθρωπο μέσα από τη βιογραφία του; Απολύτως τίποτε. Η ερώτησή σας ισχύει για κάθε είδους βιβλίο».
Πώς ερμηνεύετε το φαινόμενο να γίνονται μόδα οι θρησκείες; Η τελευταία τάση θέλει τους σταρ, όπως ο Ρίτσαρντ Γκιρ και η Μαντόνα, να ασπάζονται τον βουδισμό…
«Ο Γκιρ και η Μαντόνα είναι πολύ πλούσιοι, λευκοί Αμερικανοί. Δεν χρειάζεται να πω τίποτε άλλο».
Σε ποιο είδος κατατάσσετε το βιβλίο σας;
«Είναι μυθιστόρημα. Γι’ αυτό άλλωστε και αποφεύγω να απαντώ σε ερωτήσεις για τη δική μου διαδρομή, που δεν έχει καμία σχέση με εκείνη του Τεό. Αν ήθελα να γράψω μελέτη, θα την είχα γράψει, αλλά θα είχε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Δεν ήταν όμως αυτός ο στόχος μου, που είναι να εξηγήσω τα πράγματα μέσα από τις εμπειρίες ενός ήρωα 14 ετών. Αυτό και μόνο».
Πώς ερμηνεύετε τη μεγάλη επιτυχία του βιβλίου σας και εκείνου του Γκάαρντερ «Ο κόσμος της Σοφίας»;
«Η μεγάλη ζήτηση για επιμορφωτικά βιβλία δείχνει ότι υπάρχει κενό στην εκπαίδευση. Σε πολλές χώρες της Ευρώπης δεν διδάσκεται καθόλου θρησκειολογία (όπως στη Γαλλία) ή το μάθημα περιορίζεται στην επίσημη θρησκεία του κράτους (όπως στη Βρετανία). Η επιτυχία του βιβλίου μου “Το παιχνίδι των θεών” νομίζω ότι οφείλεται στο ότι διατρέχει 44 θρησκείες του κόσμου και δίνει μια λύση στη δίψα που υπάρχει για γνώση και που δεν ικανοποιείται σε έναν κόσμο κορεσμένο από πολιτικές πληροφορίες. Εξ ου και το κοινό έχει μια νεφελώδη εικόνα για το 90% των συγκρούσεων, που οφείλονται σε θρησκευτικούς λόγους και όχι σε οικονομικούς, όπως μας λένε: το παλαιστινιακό ζήτημα, της Μέσης Ανατολής και της Ασίας γενικότερα. Υπάρχει και μια τέτοια χροιά στο θέμα της δίωξης του βαπτιστή Κλίντον από τον μεθοδιστή Σταρ. Ο κόσμος διαισθάνεται ότι κάτι υπάρχει σε δεύτερο επίπεδο αλλά δεν το γνωρίζει πραγματικά».
Σε ποιο κοινό απευθύνεστε;
«Στην αρχή θεωρούσα ότι το κοινό είναι της ηλικίας του Τεό. Ως εκ θαύματος το βιβλίο έγινε “family book”: οι γονείς το αγοράζουν για τα παιδιά και το διαβάζει όλη η οικογένεια. Είναι καταπληκτικό!».
Ποια μέθοδο ακολουθήσατε για να γράψετε το βιβλίο σας;
«Ξεκίνησα ορίζοντας τα κριτήρια επιλογής των θρησκειών: όχι λιγότερο από έναν αιώνα ύπαρξης και όχι λιγότεροι από 10 εκατομμύρια πιστοί. Μετά αφαίρεσα κάποιες θρησκείες που όντας αρχαίες κατέληξαν να έχουν ελάχιστους πιστούς (όπως ο ζωροαστρισμός). Στη συνέχεια μελέτησα συγκριτικά περί τα πέντε βιβλία για κάθε θρησκεία. Καθένα από αυτά το πέρασα από το κόσκινο της δικής μου παιδείας, αφού έχω ασχοληθεί με τη φιλοσοφία, την εθνολογία και την ψυχανάλυση. Στη συνέχεια έδωσα το χειρόγραφο σε θεολόγους για να το διαβάσουν και να το διορθώσουν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ακολούθησα κατά γράμμα τις οδηγίες τους. Οταν ολοκληρώθηκε το έργο, έκανα ένα τεστ ζητώντας από αναγνώστες διαφορετικών ηλικιών να μου πουν τη γνώμη τους».
Υπήρξαν στιγμές που απλοποιήσατε υπερβολικά για να γίνουν κατανοητές οι φιλοσοφικές βάσεις κάθε θρησκείας;
«Αν απλοποίησα; Κατά τη γνώμη μου, όχι. Περισσότερο από 30 χρόνια φτιάχνω αρχεία για τις θρησκείες: έχω ταξιδιωτικά αρχεία, αντικείμενα από τόπους λατρείας σε όλο τον κόσμο, φυλλάδια, αγαλματίδια και εικόνες από όλες τις θρησκείες που γνώρισα. Από καθαρή περιέργεια ζήτησα να με μυήσουν οπουδήποτε ήταν δυνατόν: στις Ινδίες, στη Βραζιλία, στην Αφρική. Θέλω επίσης να πω ότι θα ήταν αδύνατο να γράψω αυτό το βιβλίο αν δεν είχα ζήσει 12 χρόνια μακριά από την πατρίδα μου, συγκεκριμένα στις Ινδίες και στην Αφρική. Επίσης σε όλα τα ταξίδια μου μετατράπηκα σε ντετέκτιβ των θρησκειών και πάντοτε ρωτούσα να μάθω για τη σχέση της θρησκείας και της πολιτικής. Να, για παράδειγμα, στην Ελλάδα μπορεί να μας σοκάρει το θέμα της υποχρεωτικής αναφοράς του θρησκεύματος στην αστυνομική ταυτότητα! Οταν όμως αναζητήσουμε την αιτιολογία στην ιστορία της Ορθοδοξίας, μπορούμε να καταλάβουμε τα αίτια της διαμάχης».



