Από τις Ατθίδες ή Λεύκωμα των Ατθιδών σώζεται μόνο το πρώτο τεύχος στη βιβλιοθήκη του ΕΛΙΑ. Σε αυτό το τεύχος δίνεται η πληροφορία ότι οι Ατθίδες επρόκειτο να ολοκληρωθούν σε επτά μηνιαία τεύχη. Το έντυπο αποτελείται από ποιήματα του Αχιλλέως Νέη, λάτρη και υμνητή της αθηναϊκής ομορφιάς, συνοδευόμενα από τις φωτογραφίες των γυναικών που υπήρξαν πηγές της εμπνεύσεώς του. Στο τέλος του τεύχους υπάρχει κατάλογος των ονομάτων αυτών των καλλονών.
Στο πρώτο τεύχος που εκδόθηκε το 1904 ή 1905, αντί προλόγου αναδημοσιεύεται αφιέρωμα στον Αχιλλέα Νέη από το περιοδικό «Beaux Arts» των Παρισίων (τεύχη της 1ης και της 15ης Ιουνίου του 1903). Τα αναδημοσιευόμενα άρθρα εντάσσουν τον Νέη στη μακρόχρονη παράδοση της Ελλάδας ανάμεσα στον Ομηρο, στον Πίνδαρο, στον Αισχύλο, στον Σοφοκλή και στον Ευριπίδη και για του λόγου το αληθές παρατίθενται ποιήματά του μεταφρασμένα στα γαλλικά. Στο τεύχος, που έχει ως εξώφυλλο μια αδηρίτου κάλλους αθηναία κυρία, ανακοινώνεται ότι στα επόμενα τεύχη θα δημοσιευθούν πρωτότυπες φιλοσοφικές και αισθητικές μελέτες των Κράους, Ζάμπα, Φιλαδελφέως και άλλων.
Φαίνεται πάντως ότι οι Ατθίδες και ο δημιουργός τους, Αχιλλέας Νέης, δεν έτυχαν ποτέ της αναγνώρισης που τους άξιζε. Ο Χαρίλαος Πατέρας (Χαρίλαος Πατέρας: 100 και… γραφικοί τύποι της παλιάς Αθήνας, Συλλογές, Αργ. Βουρνάς, Αθήνα 1999, σελ. 25, 84-86) περιγράφει φαιδρά τη μορφή του Νέη: «Ο Αχιλλέας Κωνσταντινίδης Νέης, νεαρός ποιητής, ήρθε στα τέλη του περασμένου αιώνα στην Αθήνα από τη Μυτιλήνη. Ο Νέης ήταν ψηλός, αδύνατος, με μακριά γένια, φορούσε πάντα ένα πλατύγυρο καπέλο και τους χειμερινούς μήνες μία μπέρτα, που είχε ριγμένη στην πλάτη μόνιμα». Ο ίδιος αναφέρει ότι ο ευαίσθητος αυτός «ποιητής των σαλονιών», που υπήρξε και θεατρικός συγγραφέας, δεν έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης από τους καλλιτεχνικούς κύκλους της εποχής του. Και στο περιοδικό Πολύμνια (τεύχος 2, περίοδος Β’, Σεπτέμβριος 1905) όμως, που εξέδιδε ο Νέης μαζί με τους Κ. Ζάμπα και Ν. Κάνοβα, αναδημοσιεύεται κριτική του Ι. Κονδυλάκη από την εφημερίδα Εμπρός για το πρώτο τεύχος των Ατθιδών, η οποία μόνο φαινομενικά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ευνοϊκή.
Να ένα παράδειγμα της ποιήσεως του Αχιλλέως Νέη από τις Ατθίδες του:
«Θεά μαρμαρογέννητη! ξαναζωντανεμμένη!
Που σαν τη νύμφη την Ηχώ πούναι ξενητεμμένη
Εις του Ναρκίσσου τώμορφο ξαναγυρίζεις μέρος»
Και ακόμη:
«Μορφιά μελαγχολόλευκη κι εξωτική εμμορφιά
Στους πέπλους μέσα – Ηλιόχαρη – τους ομιχλοφαμμένους
Πώχεις για φωτοστέφανο ακτινωτά μαλλιά
Και των ματιών τους ουρανούς πάντα συννεφιασμένους».



