Αν κάποιος ήθελε να κάνει ένα δώρο στη Γη, η οποία εφέτος γιορτάζει το Παγκόσμιο Ετος Ωκεανών, ένα θαλάσσιο πάρκο για την προστασία των φαλαινών και των άλλων κητωδών θα ήταν η καλύτερη ιδέα. Ισως αυτό να ήταν και το σκεπτικό δύο διεθνών περιβαλλοντικών οργανώσεων, του Παγκόσμιου Ταμείου για τη Φύση (WWF) και του Europe Conservation, οι οποίες συνεχίζουν τις προσπάθειες που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 το ιταλικό γραφείο της Greenpeace για τη δημιουργία ενός θαλάσσιου πάρκου για τα κητώδη στη Μεσόγειο. Οι πιέσεις τους σε Γαλλία, Ιταλία και Μονακό αναμένεται να φέρουν θετικό αποτέλεσμα και ίσως μέσα στον επόμενο χρόνο να επικυρωθεί η συμφωνία για την εγκατάσταση καταφυγίου για φάλαινες στη θάλασσα της Λιγυρίας την οποία είχαν υπογράψει οι τρεις χώρες το 1993.
Σήμερα προστατεύεται μόνο το 0,22% της Μεσογείου. Η ίδρυση του διεθνούς πελαγικού καταφυγίου, το οποίο θα καλύπτει περίπου 100.000 τ. χλμ., θα αυξήσει τις προστατευόμενες περιοχές στο 4%. Η συμφωνία που είχαν υπογράψει η Γαλλία, η Ιταλία και το Μονακό προβλέπει την απαγόρευση των παρασυρόμενων αφρόδιχτων και των αγώνων ανοιχτής θάλασσας, τη λήψη μέτρων για τον έλεγχο της θαλάσσιας ρύπανσης και την επόπτευση των δραστηριοτήτων των φαλαινών. Να σημειωθεί ότι κάθε χρόνο περίπου 20 φάλαινες – φυσητήρες βρίσκονται νεκρές, παγιδευμένες σε αφρόδιχτα.
Η επιλογή της θαλάσσιας περιοχής της Λιγυρίας δεν ήταν τυχαία. Επιστημονικές έρευνες αποκαλύπτουν ότι το δυτικότερο τμήμα του κόλπου είναι πλούσιο σε κητώδη, ψάρια και άλλους οργανισμούς. Ο αριθμός των κητωδών είναι δύο ως τέσσερις φορές υψηλότερος από ό,τι σε άλλα σημεία της Μεσογείου. Αξιοσημείωτη είναι και η βιοποικιλότητα αφού εκεί ζουν 18 είδη κητωδών, εκ των οποίων επτά θεωρούνται μόνιμοι κάτοικοι: το ζωνοδέλφινο, το κοινό δελφίνι, το ρινοδέλφινο, το σταχτοδέλφινο, η κοινή φάλαινα (πτεροφάλαινα), η φάλαινα – φυσητήρας και η φάλαινα – πιλότος. Τους καλοκαιρινούς μήνες συγκεντρώνονται περίπου 25.000 – 45.000 ζωνοδέλφινα και 2.000 πτεροφάλαινες. Μάλιστα, έχουν υπολογίσει ότι τη θερινή περίοδο ένα ζωνοδέλφινο αντιστοιχεί σε δύο τ. χλμ. ενώ μόλις μία φάλαινα σε 60 τ. χλμ. Η θάλασσα της Λιγυρίας όμως αντιμετωπίζει προβλήματα ρύπανσης από χερσαίες πηγές (βιομηχανικά και αστικά λύματα), έντονες ανθρώπινες δραστηριότητες (διαγωνισμοί ανοιχτής θάλασσας κ.ά.), ενοχλήσεις από τη συχνότατη διέλευση πλοίων και την ανεξέλεγκτη αλιεία με παρασυρόμενα αφρόδιχτα, με αποτέλεσμα τα κητώδη να αποτελούν συχνά παρεμπίπτον αλίευμα για τους ψαράδες. Γι’ αυτό επείγει η δημιουργία του πάρκου.
Από τις 65 φάλαινες – φυσητήρες που ξεβράστηκαν την περασμένη Πέμπτη στη βορειοδυτική ακτή της Τασμανίας καμία δεν κατάφερε να επιβιώσει παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που κατέβαλαν 30 κάτοικοι της περιοχής. Η επιστημονική κοινότητα αναμένεται να δώσει απαντήσεις για τους λόγους που τις οδήγησαν στην ακτή. Οι κίνδυνοι πάντως για τα κητώδη ανά τον κόσμο είναι πολλοί, με πρώτο το παράνομο εμπόριο.
Το κρέας των φαλαινών εξακολουθεί να πιάνει εξαιρετικά υψηλές τιμές στις αγορές της Νοτιοανατολικής Ασίας και της Ιαπωνίας. Το ένα κιλό φθάνει περίπου στις 60.000 δραχμές. Και είναι αυτές οι υψηλές τιμές που τροφοδοτούν το παράνομο εμπόριο κρέατος φαλαινών σε πολλές χώρες. Το 1993 οι ερευνητές του WWF βρήκαν κρέας φάλαινας στην αγορά Πούσαν της Ν. Κορέας. Για την ίδια αγορά προοριζόταν και ένα παράνομο φορτίο τριάμισι τόνων κρέατος φάλαινας το οποίο είχε δηλωθεί ως «γαρίδες». Το φορτίο κατασχέθηκε στο αεροδρόμιο του Οσλο τον Οκτώβριο του 1993. Το παράδοξο είναι ότι στη Νορβηγία λειτουργεί αγορά για κρέας φάλαινας. Οι τιμές όμως είναι πολύ υψηλότερες στην Κορέα και στην Ιαπωνία. Πάντως οι καμπάνιες των περιβαλλοντικών οργανώσεων στη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου μάλλον δεν πήγαν χαμένες. Μόνο το 1994 περισσότεροι από 20.000 άνθρωποι πήγαν κρουαζιέρα αποκλειστικά και μόνο για παρακολούθηση μεγαπτεροφαλαινών, ξοδεύοντας περισσότερο από ένα εκατομμύριο δολάρια, γεγονός που δείχνει μια στροφή στη συμπεριφορά των Ιαπώνων.
Στον Καναδά η φαλαινοθηρία έχει σταματήσει. Τα θλιβερά αποτελέσματά της όμως είναι ακόμη εμφανή αφού οι πληθυσμοί των αρκτικών φαλαινών όπως η φάλαινα μπελούγκα (η μοναδική λευκή φάλαινα), η μαύρη φάλαινα κ.ά. είναι αποδεκατισμένοι. Λίγες εκατοντάδες μαύρες φάλαινες έχουν απομείνει από τη λεηλασία των ευρωπαίων φαλαινοθηρών ενώ ο αριθμός των μπελούγκα (ασπροδέλφινο, όπως είναι η ελληνική ονομασία τους) δεν ξεπερνά τις 500. Στο κακό εξίσου συνέβαλε και η ρύπανση από τοξικά. Σύμφωνα με μετρήσεις, τα κητώδη στον Καναδά είναι τόσο μολυσμένα από DDT και PCBs που τα νεκρά ζώα πρέπει να διατεθούν ως τοξικά απόβλητα!
Στις ακτές της Δομινικανικής Δημοκρατίας περίπου 3.000 μεγαπτεροφάλαινες (το 90% του παγκόσμιου πληθυσμού) του Βορειοδυτικού Ατλαντικού συγκεντρώνονται κάθε χρόνο, από τον Ιανουάριο ως τον Μάρτιο, για να ζευγαρώσουν και να γεννήσουν. Το 1993 περισσότεροι από 15.000 άνθρωποι πήγαν στον κόλπο Σαμανά για τουριστικό «σαφάρι» φαλαινών αποδίδοντας περισσότερα από 3 εκατ. δολάρια. Σήμερα το κράτος, τοπικές και διεθνείς οργανώσεις προσπαθούν με προγράμματα ευαισθητοποίησης και νόμους να προστατεύσουν τα σπάνια κητώδη. Η συγκέντρωση πολλών φυσητήρων, οι οποίες ακολουθούν τα κοπάδια ρέγκας, έλκει πολλούς τουρίστες και στα φιόρδ της Νορβηγίας αλλά και μελετητές οι οποίοι ερευνούν τη συμπεριφορά της όρκας, της ρυγχοφάλαινας και της φάλαινας – φυσητήρα. Ωστόσο, η μοναδική περιοχή στον κόσμο όπου μπορούν να παρατηρήσουν τις φάλαινες – φυσητήρες κοντά στην ακτή είναι η Νέα Ζηλανδία και συγκεκριμένα η περιοχή Καϊκόουρα, την οποία επισκέπτονται περίπου 60-200 φάλαινες κάθε χρόνο. Στη Νότιο Αφρική ο πληθυσμός των φαλαινών αρχίζει να ανακύπτει, αν και παραμένει ακόμη στο 10% του αρχικού. Το WWF υποστηρίζει έρευνες για τις μεγαπτεροφάλαινες, τα ρινοδέλφινα και τα ενδημικά Heaviside’s dolphins των ακτών της Νοτίου Αφρικής και της Ναμίμπιας. Στις Ηνωμένες Πολιτείες αναλύσεις έδειξαν υψηλά ποσοστά χημικών σε φάλαινες. Στη Μεσόγειο είδη όπως η φώκαινα που άλλοτε υπήρχαν σε αφθονία θεωρούνται πλέον εξαφανισμένα. Οι τελευταίες πληροφορίες γι’ αυτές ανάγονται στις αρχές του αιώνα.
Οι εφιαλτικές συνθήκες για τα κητώδη έχουν επιδεινωθεί τα τελευταία χρόνια από μια σειρά ανθρώπινων δραστηριότητων όπως η ανεξέλεγκτη απόρριψη τοξικών ουσιών στη θάλασσα, η χρήση μη επιλεκτικών μεθόδων αλιείας και η εξαντλητική εκμετάλλευση του θαλάσσιου οικοσυστήματος. Η ρύπανση είναι ο «αόρατος» κίνδυνος. Χιλιάδες τόνοι τοξικών ουσιών καταλήγουν κάθε χρόνο στη θάλασσα και προσβάλλουν το ανοσοποιητικό και το αναπαραγωγικό σύστημά τους. Η εντατική αλιεία έχει οδηγήσει στη μείωση των διαθέσιμων ψαριών και έχει κάνει ανταγωνιστικές τις σχέσεις μεταξύ ψαράδων και κητωδών. Η χρήση καταστροφικών αλιευτικών εργαλείων όπως τα παρασυρόμενα αφρόδιχτα οδηγεί πολλές χιλιάδες στον θάνατο. Ακόμη όμως και η ηχορρύπανση από τα διερχόμενα πλοία μπορεί να τις αποπροσανατολίσει και να εμποδίσει τη λειτουργία του ακουστικού κώδικα επικοινωνίας που έχουν μεταξύ τους.
Σε ορισμένες περιπτώσεις η ανάκαμψη των πληθυσμών μπορεί να επιβραδυνθεί και από τις επιτρεπόμενες θανατώσεις φαλαινών. Για παράδειγμα, το 1995 για τις ανάγκες των ιθαγενών θανατώθηκαν περίπου 65 μαύρες φάλαινες έξω από την Αλάσκα, 165 ρυγχοφάλαινες από τη Δυτική Γροιλανδία, 19 πτεροφάλαινες έξω από τη Γροιλανδία και δύο μεγαπτεροφάλαινες έξω από το Σαν Βίνσεντ της Καραϊβικής. Στη Νορβηγία η φαλαινοθηρία 301 ρυγχοφαλαινών από τον ήδη αποδεκατισμένο πληθυσμό του Βορειοανατολικού Ατλαντικού μειώνει τους ρυθμούς ανάκαμψης.



