Ο έντονος ανταγωνισμός ανάμεσα στις τράπεζες που εκδηλώνεται κάθε ημέρα με τις συνεχείς μειώσεις των επιτοκίων έχει ωφελήσει κυρίως τους πελάτες τους αφού μπορούν πλέον να δανείζονται με χαμηλότερο κόστος χρήματος. Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από τα ονομαστικά επιτόκια που αναγράφουν και διαφημίζουν οι τράπεζες. Ωστόσο όποιος έχει την ανάγκη μετρητών για την κάλυψη κάποιας έκτακτης ανάγκης ή για την αγορά κάποιων αγαθών και σκοπεύει να πάρει προσωπικό δάνειο ως ένα εκατομμύριο δραχμές θα πρέπει να γνωρίζει ότι το τελικό κόστος δεν καθορίζεται μόνο από το επιτόκιο αλλά εξαρτάται και από άλλους «αθέατους» παράγοντες, όπως τα έξοδα φακέλου, οι διάφορες επιβαρύνσεις κλπ που διαμορφώνουν το τελικό κόστος.
Είναι σύνηθες το φαινόμενο ορισμένες τράπεζες να προσφέρουν προσωπικά δάνεια με το ίδιο επιτόκιο. Ωστόσο με μια πιο προσεκτική ματιά μπορεί να διαπιστώσει κανείς ότι αυτό που εκ πρώτης όψεως φαίνεται το ίδιο κοστίζει εντέλει διαφορετικά. Ετσι αυτό που έχει τελικά σημασία δεν είναι τόσο το ονομαστικό και που συνήθως αναφέρουν στις διαφημίσεις τους οι τράπεζες, όσο το ύψος της δόσης και το συνολικό κόστος του δανείου.
Σημειώνεται ότι το ύψος της μηνιαίας δόσης ενός προσωπικού δανείου διαμορφώνεται επίσης από την εισφορά του Ν. 128/75, η οποία ανέρχεται σε 1,2 ποσοστιαία μονάδα, και τον Ειδικό Φόρο Τραπεζικών Εργασιών (ΕΦΤΕ) που ανέρχεται σε 3% επί των τόκων. Με την εισφορά του Ν. 128/75 δεν επιβαρύνεται το επιτόκιο της AspisBank ενώ τα προσωπικά δάνεια της Αγροτικής Τράπεζας δεν επιβαρύνονται με καμία από τις παραπάνω επιβαρύνσεις. Τονίζεται πάντως ότι πρόθεση της κυβέρνησης είναι να προχωρήσει στη σταδιακή κατάργηση των δύο αυτών επιβαρύνσεων.
Αν θελήσει κάποιος να πάρει προσωπικό δάνειο για να καλύψει τις προσωπικές του ανάγκες, θα πρέπει να λάβει υπόψη του όλες τις παραμέτρους που το επιβαρύνουν και όχι μόνο το ετήσιο ονομαστικό επιτόκιο. Μια εύκολη λύση να κρίνει κανείς αν ένα δάνειο είναι φθηνό ή ακριβό είναι να συγκρίνει το Ετήσιο Πραγματικό Επιτόκιο (ΕΠΕ) ή αλλιώς ετήσια πραγματική επιβάρυνση, που είναι υποχρεωμένες να αναφέρουν οι τράπεζες.
Οπως λέει η γενική γραμματέας Καταναλωτή κυρία Χριστίνα Παπανικολάου, το ΕΠΕ δείχνει στον καταναλωτή υπό την μορφή ποσοστού επί τοις εκατό τη συνολική, σε ετήσια βάση, επιβάρυνση που θα έχει ο δανειοδοτούμενος από το συγκεκριμένο δάνειο αφού περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία κόστους της πίστωσης και είναι εξ ορισμού μεγαλύτερο από το ονομαστικό ετήσιο επιτόκιο. Συνεπώς τον βοηθάει να επιλέξει την πίστωση που θεωρεί πλέον συμφέρουσα και να αποφεύγει την υπερχρέωση, ενισχύοντας έτσι και τον ανταγωνισμό μεταξύ των τραπεζών με τελικό ωφελημένο τον δανειολήπτη.
Ετσι ο υποψήφιος δανειολήπτης, αν θέλει να δει τι πραγματικά θα πληρώσει σε ετήσια βάση, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τον ΕΠΕ. Ακόμη, γνωρίζοντας το ΕΠΕ των δανείων διάφορων τραπεζών, μπορεί να κάνει τη σύγκριση μόνος του και να καταλήξει σε κάποια λύση που θα του κοστίσει λιγότερο.
Π.χ., αν ένας δανειοδοτούμενος λάβει από κάποια τράπεζα προσωπικό δάνειο 1 εκατ. δρχ., διάρκειας ενός έτους, με ετήσιο ονομαστικό επιτόκιο 19%, συνυπολογιζομένων της εισφοράς 1,2% του Ν. 128 και του ΕΦΤΕ, η συνολική επιβάρυνσή του πέραν της αποπληρωμής του κεφαλαίου θα είναι περίπου 116.000 δρχ. Ακόμη, ο δανειολήπτης του συγκεκριμένου παραδείγματος πιθανόν να πρέπει να καταβάλει και 20.000 δρχ. ως έξοδα τήρησης φακέλου που επιβαρύνονται και αυτά με τον ΕΦΤΕ. Υπάρχει περίπτωση όμως μερικές τράπεζες να συμπεριλαμβάνουν στα έξοδα φακέλου και τον ΕΦΤΕ. Ετσι το Ετήσιο Πραγματικό Επιτόκιο βάσει του μαθηματικού τύπου που έχει θεσπιστεί με κοινή υπουργική απόφαση από το 1991 και ισχύει ως σήμερα ανέρχεται στο 27,75%, δηλαδή κατά οκτώ ποσοστιαίες μονάδες περίπου παραπάνω από το ετήσιο ονομαστικό.
Πάντως η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή του υπουργείου Ανάπτυξης τονίζει προς τους καταναλωτές ότι τα καταναλωτικά δάνεια, ανεξαρτήτως της ονομασίας τους, υπάγονται στις διατάξεις της νομοθεσίας για την καταναλωτική πίστη (κοινή υπουργική απόφαση Φ1-983/91, όπως αυτή τροποποιήθηκε από την κοινή υπουργική απόφαση Φ1-5353/94). Κατά συνέπεια, κάθε γραπτή ή μέσω ηλεκτρονικών μέσων διαφήμιση ή προσφορά καταναλωτικού δανείου θα πρέπει να μην έχει παραπλανητικό χαρακτήρα και, αν δίνει στον καταναλωτή ποσοτικές πληροφορίες σχετικά με το κόστος του παρεχομένου δανείου, τότε αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον και τα ακόλουθα στοιχεία: το ποσό, τον αριθμό και τη συχνότητα των δόσεων, το ετήσιο επιτόκιο και το Ετήσιο Πραγματικό Επιτόκιο (ΕΠΕ).
Η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή τονίζει επίσης ότι «ο υποψήφιος δανειολήπτης-καταναλωτής θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να μη βιάζεται να υπογράψει για τη λήψη οποιουδήποτε δανείου χωρίς προηγουμένως να έχει συγκρίνει εναλλακτικές προτάσεις από διάφορες τράπεζες. Η πλέον συμφέρουσα είναι συνήθως αυτή που έχει το χαμηλότερο ΕΠΕ στις επιλογές του από το ύψος του ετήσιου ή του μηνιαίου επιτοκίου τα οποία συνήθως προβάλλονται ως απόδειξη του χαμηλού κόστους δανείου ενώ δεν λένε παρά τη μισή αλήθεια για αυτό».
Επιπλέον η σύμβαση θα πρέπει να είναι έγγραφη και να αναφέρει μεταξύ άλλων: το ΕΠΕ, τις προϋποθέσεις τροποποίησης του ΕΠΕ, περιγραφή του ποσού, του αριθμού και της συχνότητας των δόσεων που πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής για την εξόφληση του δανείου, συμπεριλαμβανομένων των τόκων και των λοιπών εξόδων κτλ.
Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι μερικές τράπεζες υπολογίζουν διαφορετικά το ΕΠΕ από τον τρόπο που έχει ορίσει η κοινή υπουργική απόφαση του 1991, με αποτέλεσμα αυτό να εμφανίζεται χαμηλότερο από όσο είναι στην πραγματικότητα.



