Σύρα, Αλεξάνδρεια, Σμύρνη, Θεσσαλονίκη, Μυτιλήνη. Πολιτείες ελληνικές που τον περασμένο αιώνα ήκμασαν από το εμπόριο και τη βιομηχανία και στην αυγή του 20ού σημείωσαν τη μεγαλύτερη άνθησή τους οριοθετώντας την ελληνική εξάπλωση και δραστηριότητα στον χώρο της Ανατολικής Μεσογείου. Πολιτείες δισυπόστατες, μεταξύ Ανατολής και Δύσης, όπου η συνύπαρξη του ξένου στοιχείου με το ελληνικό αποδείχθηκε εξαιρετικά γόνιμη. Με την περίπτωση της τελευταίας από αυτές, της Μυτιλήνης, ασχολείται στην εκτενή μελέτη της «Λέσβος: Οικονομική και Κοινωνική Ιστορία (1840-1912)», που υποστηρίχθηκε πριν από δυόμισι χρόνια ως διδακτορική διατριβή στην παρισινή Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales, η Ευρυδίκη Σιφναίου.


Γόνος ονομαστής οικογενείας εμπόρων του νησιού η συγγραφέας, που επί τριετία έχει διδάξει φιλοσοφία στη Σχολή Οικονομικών Επιστημών του Εθνικού Πανεπιστημίου της Νικαράγουας, δεν αρκείται σε μια ψυχρή καταγραφή της οικονομικής κατάστασης αλλά διεισδύει με λεπτομέρειες στην καθημερινή ζωή της τοπικής κοινωνίας και στα στοιχεία που τη συγκροτούν, κάτι που προσδίδει στο κείμενό της μια γοητευτική γλαφυρότητα. Εκτός του γεγονότος ότι αποτελεί την πρώτη ουσιαστική και συγκροτημένη συμβολή στη μελέτη της λεσβιακής κοινωνίας των τελευταίων 72 πριν από την απελευθέρωση του 1912 χρόνων, καλύπτοντας ένα σημαντικό κενό στη βιβλιογραφία, η μελέτη τής Σιφναίου παρουσιάζει ενδιαφέρον και από μιαν άλλη άποψη. Πέρα από τις πρωτογενείς πηγές της που περιλαμβάνουν 8.567 δικαιοπραξίες της Χριστιανικής Κοινότητας Μυτιλήνης, τα οικογενειακά αρχεία της πόλης και την προξενική αλληλογραφία από τα υπουργεία Εξωτερικών Γαλλίας, Αγγλίας και Ελλάδας, υλικό ανέκδοτο που παρουσιάζεται για πρώτη φορά, η συγγραφέας εξισορρόπησε τα μειονεκτήματα που προήλθαν από τις δεδομένες δυσκολίες προσπέλασης στα τουρκικά αρχεία με τις προφορικές πηγές που συνέλεξε στα έξι χρόνια της εργασίας της· επίσης, με τα τεκμήρια που προσφέρουν τα βιομηχανικά κατάλοιπα ­ κυρίως εγκαταστάσεις ελαιοτριβείων, πυρηνεργοστασίων, σαπωνοποιείων, υφαντουργείων κλπ. Το σπάνιο, τέλος, φωτογραφικό υλικό, που μέρος του προέρχεται από το οικογενειακό αρχείο της ­ με τα επιβλητικά αστικά μέγαρα, τους χαριτωμένους πύργους στα Πάμφιλα και τις ειδυλλιακές επαύλεις με τους οπωρώνες στο Ακλειδιού ­ συμπληρώνει την εικόνα μιας πόλης ζωντανής και δραστήριας, μιας κοινωνίας αεικίνητης που επωφελείται από την ευνοϊκή ιστορική συγκυρία και ευημερεί, ξέρει να τέρπεται αλλά και δεν περιφρονεί την επίδειξη γοήτρου.


Στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού η Μυτιλήνη είναι μια από τις λίγες πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ελλάδα βαδίζουν με γοργά βήματα προς τον αστικό μετασχηματισμό. Στο πολύβουο αυτό λιμάνι με την αξιοσημείωτη βιομηχανία που στηρίζεται κυρίως στην επεξεργασία των καρπών του ελαιοδένδρου, πρωταρχικό ρόλο στην οικονομική ανάπτυξη παίζει το ελληνικό στοιχείο, το οποίο καταφέρνει, αν και εθνικά υπόδουλο, να κυριαρχήσει οικονομικά. Η κατάργηση του μονοπωλίου στο εμπόριο λαδιού γύρω στο 1837 και η εισαγωγή του ατμού στον τρόπο κατεργασίας του, μισόν αιώνα αργότερα, αλλά και η μετατροπή του λιμανιού σε διαμετακομιστικό κόμβο με προϊόντα εισαγωγής που προορίζονται για τα μικρασιατικά παράλια ­ πάντα η Μυτιλήνη κοιτούσε προς ανατολάς, εκεί όπου είχε τα ζωτικά της συμφέροντα ­ είναι καθοριστικά για την εξέλιξη της οικονομίας του νησιού. Ολα αυτά πυροδοτούν κοινωνικές ανακατατάξεις και διαμορφώνουν νέα κοινωνικά στρώματα, όπως οι έμποροι, ενώ οι αντίξοες συνθήκες στην καλλιέργεια της γης σπρώχνουν μαζικά τον αγροτικό πληθυσμό στο άστυ. «Ούτε μια ροπάδα φέτος, βλάφτηκε η σοδειά» διαβάζουμε στην εμπορική αλληλογραφία του Θ. Μαρίνου με ένδειξη Φλεβάρης 1893. Τη δραματικότητα αυτής της εγγραφής μπορούμε να κατανοήσουμε αν αναλογισθούμε ότι το εισόδημα των ξωμάχων που αποτελούν τη μεγάλη πλειονότητα των κατοίκων της Λέσβου εξαρτάται από τα δέκα περίπου εκατομμύρια ελαιόδενδρα, που αν και καταστράφηκαν στη «Μεγάλη Καμάδα» του 1850 φυτεύθηκαν ξανά, μεθοδικά από τους ίδιους και τις οικογένειές τους. Αυτοί είναι που τροφοδοτούν τώρα με φθηνό εργατικό δυναμικό τα πρώτα εργοστάσια που αρχίζουν να λειτουργούν με ατμό.


Οι πρωτόγονοι ελαιόμυλοι μεταβάλλονται σε σύγχρονες μονάδες που, αν και η ιπποδύναμή τους δεν ξεπερνά κατά μέσον όρο τους 20 ίππους, δίνουν μια διόλου ευκαταφρόνητη παραγωγή. Ενας λυσσαλέος ανταγωνισμός ξεσπά για τις προμήθειες μηχανημάτων και τρία χρόνια προτού εκπνεύσει ο 19ος αιώνας οι εισαγωγείς Λουκάς και Καραμιτζόπουλος υπογράφουν συμφωνητικό για προμήθεια ατμοκίνητων μηχανημάτων που ανέρχεται στο ποσόν των 2.339 λιρών Τουρκίας. Ενα υποτυπώδες βιομηχανικό προλεταριάτο συγκροτείται δειλά, ενώ δεν αργούν να φανούν και τα πρώτα σημάδια μιας κρίσης που οφείλεται στην ανισομερή κατανομή του πλούτου.


Σε αυτές τις συνθήκες αστάθειας και αβεβαιότητας ο παραδοσιακός θεσμός της προίκας ισχυροποιείται ακόμη περισσότερο. Για τις φτωχές οικογένειες με θυγατέρες σε ηλικία γάμου βασική μέριμνα αποτελεί η εξοικονόμηση των πόρων για να αγορασθεί «ένα οσπίτιον, βακηρικά και λοιπά οικιακά σκεύη και έπιπλα, κατά το ειωθός», ενώ οι εύπορες οικογένειες επιδίδονται σε μια πυρετώδη προσπάθεια προκειμένου να εξασφαλισθεί γαμπρός περιωπής, κάτι που μετατρέπει εν μια νυκτί αρκετούς χρεοκοπημένους δανδήδες σε κατόχους μεγάλων περιουσιών.


Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Εμπορικού Οθωμανικού Οδηγού, το 1905 η Μυτιλήνη αριθμεί 17.000 ψυχές. Ενα ευρύ δίκτυο υπηρεσιών εξυπηρετεί τις καθημερινές ανάγκες τους: 30 παντοπωλεία, 26 εστιατόρια, 7 κρεοπωλεία, 7 γαλακτοπωλεία, 2 μακαρονοποιίες, 2 κουρεία, 3 αρτοποιεία και 20 καφενεία έχουν καταγραφεί στην αναφορά του αστιάτρου της πόλης. Υπάρχουν ακόμη οκτώ εκκλησίες, ένα νοσοκομείο, τρία σχολεία που δέχονται 1.830 μαθητές και μία γαλλική σχολή με 74 τροφίμους. Κύματα επισκεπτών από τη Σμύρνη και άλλα μέρη της αυτοκρατορίας κατακλύζουν την περίφημη «Μεγάλη Βρεταννία» και τα πολυάριθμα ακόμη ξενοδοχεία της και επωφελούνται από τις φημισμένες ιαματικές πηγές της. Επιβλητικά δημόσια κτίρια όπως το Τουρκικό Γυμνάσιο, το Ελληνικό Παρθεναγωγείο, το Τελωνείο, το Διοικητήριο, το Δημαρχείο, το μέγαρο του Αμπεντίν πασά Ντίνο προσθέτουν αίγλη στην κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα. Η ευμάρεια επιτρέπει στους αστούς να απολαμβάνουν όλες τις ανέσεις που τους εξασφαλίζει η ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη: τα ατμόπλοια, τον τηλέγραφο, τις λάμπες αερίου, τη φωτογραφία· τέλος, το αυτοκίνητο ­ ήδη το 1910 δώδεκα από αυτά τα θορυβώδη οχήματα κυκλοφορούν βρυχώμενα στους δρόμους της Μυτιλήνης. Σε αντίθεση με τον αγροτικό πληθυσμό που τρέφεται με όσπρια, σαλάτες, τυρί, ελιές και λάδι, στα αστικά σπίτια η διατροφή περιλαμβάνει από χαβιάρι και αγγλικές μαρμελάδες ώς μπίρες Τεργέστης και γαλλικά κρασιά. Τα φράγκικα ρούχα που φέρνουν μαζί τους οι φοιτητές στο εξωτερικό και οι εμπορευόμενοι εκτοπίζουν σιγά σιγά τα φέσια, τις βράκες και τα σαλβάρια και τα καταστήματα γαλλικής μόδας ξεπηδούν σαν τα μανιτάρια για να εξυπηρετήσουν τις κομψευόμενες κυρίες της πόλης. Σε αυτές τις τελευταίες ­ όπως άλλωστε και σε όλο τον αστικό πληθυσμό ­ προσφέρονται κάμποσες ευκαιρίες να διασκεδάσουν: πότε με την «Τόσκα» και την «Τραβιάτα» στη Ναυτική Λέσχη, πότε με τον αθηναϊκό θίασο Γενάδη – Βερώνη, πότε με την «Απιστη» και την «Κλεοπάτρα» που παίζονται στον κινηματογράφο «Σαπφώ», πότε με τον Φασουλή που παρουσιάζεται κάθε βράδυ στο μικρό θεατράκι του Μόλου, πότε στο αναψυκτήριο «Ελεκτρίκ» όπου «απολαμβάνει κανείς μουσική, δροσιά, μπύρα κρύα και εξέδρα», πότε στις εσπερίδες της «Λέσχης των Εκδρομέων» που δίδονται στο θέατρο Καψιμάλη. Παρ’ όλα αυτά η ζωή στην πόλη δεν φαίνεται να ξεφεύγει από τα όρια ενός καθώς πρέπει επαρχιωτισμού. Αυτή την πλήξη οι δέσποινες του νησιού την εκφράζουν με θλιμμένες παρατηρήσεις και παράπονα και χωρίς να γνοιάζονται να κρύψουν μιαν ελαφρά ζήλεια που φαίνεται να τυλίγει την αισθαντική ψυχή τους στις επιστολές προς συγγένισσες και φιλενάδες που ζουν στον «μεγάλο κόσμο».