Φραγκίσκος Αλβέρτης
Φραγκίσκος Αλβέρτης ή, αλλιώς, το… «κρύο χέρι» της Εθνικής Ελλάδος. Οταν βρίσκεται σε καλή μέρα, τον τρέμουν μέχρι και τα… διχτάκια των καλαθιών των αντιπάλων, γιατί ο «Φράνκι», όπως αρέσκονται να τον αποκαλούν οι εκάστοτε οπαδοί, μπορεί να κάνει τη ζημιά απ’ οπουδήποτε: μέσα στη ρακέτα ή πίσω από τη γραμμή των τριών πόντων, είναι εξίσου επικίνδυνος και η αντιμετώπισή του αποτελεί πάγιο πονοκέφαλο των αντίπαλων προπονητών.
Πώς τη βλέπετε την πρώτη θέση, κύριε Αλβέρτη;
«Για να είμαι ειλικρινής, δύσκολο το θεωρώ να καθήσει σ’ αυτήν η Εθνική Ελλάδος!».
Επειδή υπάρχουν πολλοί και ικανοί μνηστήρες για το τρόπαιο που τη συνοδεύει;
«Επειδή σε τέτοιες διοργανώσεις ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για τίποτε. Η πείρα λέει πως εκπλήξεις παρουσιάζονται πάντοτε και το μόνο που μπορεί να σε εξασφαλίσει, είναι να είσαι προσεκτικός και να παίζεις πάντοτε αυτό που μπορείς».
Δεν σας καθησυχάζει πάντως που θα παίζετε στην έδρα σας; Στα ίδια γήπεδα που παίζατε όλο το πρωτάθλημα;
«Νομίζω πως αυτή είναι η μόνη ομοιότητα του πρωταθλήματος με το Μουντομπάσκετ: Τα γήπεδα! Διότι κατά τα άλλα ουδεμία ομοιότητα υπάρχει. Αλλο κλίμα επικρατεί στις εξέδρες, αλλιώς το ζουν οι φίλαθλοι, άλλη ψυχολογία έχεις εσύ…».
Γιατί όμως;
«Γιατί υπάρχει αυτή η μεγάλη ευθύνη τού να αντιπροσωπεύεις έναν ολόκληρο λαό. Βέβαια, είναι από την άλλη πλευρά και η ικανοποίηση πως διάλεξαν εσένα να το κάνεις αυτό και όχι κάποιον άλλο… Αλλά αυτό το σκέφτεσαι όταν πια τα καταφέρεις, όταν ανταποκριθείς στην αποστολή σου».
Και ποια είναι η αποστολή αυτή;
«Ολη η υπόθεση είναι να δίνεις αφορμές. Κοιτάξτε προς τα πίσω, ας πούμε, στο 1987… Ο θρίαμβος της Εθνικής Ελλάδος ήταν η σπίθα. Από εκεί και πέρα, πήρε φωτιά ολόκληρο το μπάσκετ. Θυμάμαι τότε τις παρέες μου, τους φίλους μου ήμουν μόνο 13 χρόνων. Για όλους εμάς τους πιτσιρικάδες ήταν πρότυπα εκείνοι οι παίκτες: ήταν ινδάλματα. Δεν είναι τυχαίο που μετά το ’87 άρχισα κι εγώ να παίζω μπάσκετ συστηματικά».
Ξεκινήσατε να παίζετε για να παίξετε κάποτε μαζί τους;
«Τώρα που με ρωτάτε… ξέρετε κάτι; Θεωρώ πως είμαι ένας άνθρωπος πολύ τυχερός. Γιατί έπαιξα κατά καιρούς με όλους αυτούς τους παίκτες. Από εκεί που τους έβλεπα πιτσιρικάς στην τηλεόραση, βρέθηκα στο γήπεδο μαζί τους. Με τον Παναγιώτη Γιαννάκη, με τον Παναγιώτη Φασούλα στην Εθνική Ομάδα, με τον Νίκο Γκάλη στον Παναθηναϊκό με τον Φάνη τον Χριστοδούλου, με τον Κώστα τον Παταβούκα… Αληθινά, το θεωρώ μεγάλη τύχη!».
Τι κερδίζει κάποιος όταν παίζει μαζί τους πέρα από το ότι πραγματοποιεί το παιδικό του όνειρο;
«Είναι αυτό που λέμε «όσο μεγαλώνεις, μαθαίνεις». Οταν ανδρώνεσαι μπασκετικά δίπλα σε τέτοια αστέρια, όλο και κάτι κλέβεις από την τέχνη τους. Αυτά τα μαγικά πράγματα που βλέπεις να κάνουν με την μπάλα στα χέρια, αν κάτσεις δίπλα τους και αν το δικό σου το παιχνίδι τα σηκώνει, σιγά σιγά τα μαθαίνεις. Αφομοιώνεις κομματάκια από τη γνώση τους».
Αρκεί να αρπάξεις την ευκαιρία να πάρεις κάτι απ’ αυτούς.
«Κάθε ευκαιρία πρέπει να την αρπάζεις. Οπως κι αυτή τη μεγάλη ευκαιρία τού Μουντομπάσκετ. Εγώ έτσι το βλέπω. Σαν ευκαιρία, να δείξουμε τι είμαστε. Να κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να πάμε ψηλά».
Και ίσως επί προσωπικού επιπέδου αργότερα να εξαργυρώσετε την επιτυχία σε χρήμα και σε δόξα.
«Χρήμα; Ποιο χρήμα; Στην Εθνική δεν παίζεις για το χρήμα. Παίζεις γιατί είναι η ομάδα που αγαπάς».
Θα πρέπει να την αγαπάτε πολύ, για να θυσιάζετε κάθε καλοκαίρι την ξεκούρασή σας, τις διακοπές σας γι’ αυτήν.
«Εδώ που τα λέμε, αυτή είναι η μεγαλύτερη θυσία όταν είσαι μπασκετμπολίστας: να συνεχίζεις σερί χωρίς διακοπές τη μία χρονιά μετά την άλλη… Αλλά για να το κάνεις, θα πει ότι το διάλεξες και σου αρέσει. Αρα… χαλάλι!».
Ξέρετε, εμείς από τις εξέδρες είθισται να βλέπουμε μόνο τα καλά του δικού σας επαγγέλματος. Τα λεφτά, τη δόξα.
«Ξερω, ξέρω! Αλλά η ζωή μας δεν είναι εύκολη. Αυτό σας το διαβεβαιώνω!».
Δεν υπάρχουν φορές που οι ισορροπίες γίνονται επικίνδυνες; Δεν σκέφτεστε ποτέ πως περνούν από τα χέρια σας τόσα λεφτά κι όμως, μέσα σε μια τόσο πειθαρχημένη ζωή, δεν μπορείτε να τα χαρείτε;
«Αν είσαι καλός σ’ αυτό που κάνεις, τα λεφτά θα έρθουν. Και κίνδυνοι υπάρχουν πολλοί. Αλλά ο χαρακτήρας σου είναι αυτός που θα κάνει τη διαφορά. Αλλος θεωρεί σκόπιμο να κρατήσει τα πόδια του γερά πατημένα στο έδαφος. Αλλου τα μυαλά παίρνουν αέρα. Ολα παίζουν, και κανόνες δεν υπάρχουν. Κάθε φορά, κάθε παίκτης κάνει την επιλογή του».
Υπάρχει κάποιος παίκτης που τις επιλογές του τις ζηλέψατε; Που θα θέλατε, ας πούμε, να ανταλλάξετε τη φανέλα σας μαζί του για να κρατήσετε τη δική του;
«Δύσκολη ερώτηση… Αλλά ίσως… Ναι! Αν ζούσε ο Ντράζεν Πέτροβιτς, θα ήθελα να βρεθώ στο ίδιο γήπεδο μαζί του».



