Κυκλοφορεί την επόμενη εβδομάδα από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδη» το ημερολόγιο της Ελληνοεβραίας από τη Θεσσαλονίκη Ροζίνα Ασσέρ-Πάρδο, μια συγκλονιστική ποιητική μαρτυρία για τους διωγμούς της μεγάλης εβραϊκής κοινότητας της μακεδονικής πόλης αλλά ταυτόχρονα και ένα χρονικό επιβίωσης και ανάστασης, καθώς παρακολουθούμε και τα μετά, το πώς η ζωή προσπαθεί να συμβιώσει με την οδυνηρή μνήμη. Από το βιβλίο αυτό, που έχει τίτλο «548 ημέρες με άλλο όνομα, Θεσσαλονίκη, 1943, Μνήμες πολέμου» προδημοσιεύουμε ένα κείμενο.
Γενέτειρά μου η Θεσσαλονίκη. Εβραίοι ζούσαν στην πόλη από πολύ παλιά. Σύμφωνα με ιστορικά στοιχεία, ο απόστολος Παύλος κήρυξε τον Χριστιανισμό σε συναγωγή το 49 μ.Χ.
Ο Ραβίνος Βενιαμίν από την Τουδέλα, περιηγητής, γράφει ότι βρήκε 500 Εβραίους στην πόλη το 1119 μ.Χ.
Το 1470 Εβραίοι εσκεναζίμ, από την Ανατολική Ευρώπη, εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη.
Το 1492 η πόλη δέχτηκε ένα μεγάλο μεταναστευτικό κύμα από Εβραίους σεφαραδίτες, έρχονταν διωγμένοι από την Ισπανία και την Πορτογαλία. Οι Εβραίοι σεφαραδίτες έφεραν μαζί τους τον δυτικό πολιτισμό και την ισπανική γλώσσα, το λαντίνο. Προσέδωσαν στον τόπο κοσμοπολίτικη ακτινοβολία η οποία διατηρείται μέχρι και σήμερα που δυστυχώς έχουν απομείνει πολύ λίγοι.
Το 1917 μία μεγάλη πυρκαγιά κατάκαψε το κέντρο της πόλης και κυρίως τις συνοικίες που διέμεναν Εβραίοι.
Το 1933, χρονιά που γεννήθηκα, ισχυροί σεισμοί έπληξαν τη Θεσσαλονίκη, κι ήταν η χρονιά που ο κόσμος παρακολουθούσε άφωνος την άνοδο του Αδόλφου Χίτλερ στην εξουσία.
Στο ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η Θεσσαλονίκη αριθμούσε 260.000 κατοίκους. Από αυτούς το 25% ήταν Εβραίοι. Ανάμεσά τους έβρισκες πλούσιους και φτωχούς, υπάλληλους και μεροκαματιάρηδες, επιχειρηματίες, τραπεζίτες αλλά και επιστήμονες και διανοούμενους.
Η καλή οργάνωση της Ισραηλιτικής κοινότητας αλλά και οι πλούσιες δωρεές των ομοθρήσκων συντηρούσαν ιδρύματα όπως νοσοκομεία, γηροκομείο κι ορφανοτροφείο που φρόντιζαν για όσους είχαν ανάγκη καθώς ήταν και η πλειοψηφία. Η πνευματική ζωή ήταν έντονη, σχολεία εβραϊκά, εφημερίδες και βιβλία πρόβαλλαν στο εξωτερικό τον Θεσσαλονικιώτικο εβραϊσμό. Γενικά η Ισραηλιτική κοινότητα της Θεσσαλονίκης ευημερούσε.
Ομως οι ναζί έκλεψαν τ’ αρχεία της κοινότητας, στο νεκροταφείο ξέθαψαν τους νεκρούς και αφάνισαν τους ζωντανούς.
Το 96% του εβραϊκού πληθυσμού της Θεσσαλονίκης μεταφέρθηκε στα στρατόπεδα της εξόντωσης και σχεδόν όλοι απ’ αυτούς εξαφανίστηκαν στα κρεματόρια του Αουσβιτς-Μπιργκενάου στην Πολωνία.
Ημουν τυχερή που γεννήθηκα στους κόλπους μιας εύπορης σεφαραδικής οικογένειας που είχε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει τα έξοδα της διαφυγής.
Οι γονείς μου Χαίμ και Ευγενία Πάρδο αποφάσισαν να δραπετεύσουν από το γκέτο μαζί με τα τρία τους παιδιά 5, 10 και 14 ετών. Ο κίνδυνος μεγάλος, αν μας συλλαμβάνανε, θα μας εκτελούσαν και εμάς και όσους μας βοηθούσαν. Κι ακόμη τότε δεν γνωρίζαμε ότι τελικός σκοπός των ναζί ήταν να μας θανατώσουν στην Πολωνία.
Κρυφτήκαμε στη Θεσσαλονίκη σε σπίτι χριστιανών συμπολιτών μας, στην καρδιά της πόλης κοντά στα αρχηγεία των Γερμανών, προστατευμένοι από έναν Αυστριακό…
Στην κρυψώνα μας αυτοφυλακιστήκαμε κι η φυλακή μας βάσταξε έναν χρόνο και μισό, 18 ολόκληρους μήνες, 548 ατέλειωτες μέρες, από τον Απρίλη του 1943 ως τον Οκτώβρη του 1944.
Από τις πρώτες κιόλας μέρες άρχισα να γράφω ένα ημερολόγιο με το ψευδώνυμο Ρούλα Καρακώτσου. Το πραγματικό μου όνομα δεν αναφέρεται πουθενά στο παιδικό αυτό κείμενο. Φοβόμασταν ακόμη και να προφέρουμε τα ονόματά μας.
Γράφω για τα γεγονότα που είχαν προηγηθεί, από την αρχή του πολέμου έως τη δραπέτευσή μας από το γκέτο και πολύ λίγα για τη ζωή μας στη φυλακή.
Δημοσιεύοντας τούτο το κείμενο των δέκα μου χρόνων δεν αποβλέπω να με παρομοιάσουν με την Αννα Φρανκ. Ούτε αναζητώ καμιά λογοτεχνική καταξίωση. Στόχος μου είναι να μάθουν τα παιδιά μου κι οι άλλοι της γενιάς τους ότι τα χρόνια 1940-1945, χρόνια πολέμου και κατατρεγμού, με σημάδεψαν στην ψυχή και τον νου. Και είναι τούτο αυταπόδεικτο συμπέρασμα συνταιριάζοντας την ηλικία μου με την ένταση των γεγονότων. Γεγονότα, σημεία και τέρατα, που διαμόρφωσαν τον ψυχισμό μου και με ακολούθησαν ίσως και στη μετέπειτα ζωή και πολιτεία μου. Πιθανόν να με οδήγησαν και σε λανθασμένες συμπεριφορές όσο μεγάλωνα εγώ και ύστερα όταν μεγάλωνα τα παιδιά μου. Είναι ευτύχημα που ο Δαβίδ, ο άντρας μου, έφηβος πια στην κατοχή βρέθηκε πιο δυνατός κι έτοιμος ν’ αντιμετωπίσει τον πανικό της τραγωδίας… και τούτο βάρυνε στη ζυγαριά της οικογενειακής μας ισορροπίας.



