Καλοκαιρινό «Σάλτο μορτάλε»





«Ηθοποιός.
Αυτό είμαι πάνω από όλα. Οταν παίζω, ωστόσο, είμαι στρατιώτης. Και αν καμιά φορά οι απόψεις μου δεν ταυτίζονται με αυτές που τελικά προκρίνονται, τότε υποφέρω. Οταν σκηνοθετώ, όμως, έχω ο ίδιος τη γενική σύλληψη της παράστασης και έτσι μου δίνεται η δυνατότητα να υλοποιήσω το όραμά μου. Τότε βέβαια η αναμέτρηση με τον εαυτό μου γίνεται ανελέητη. Αγωνίζομαι από τα χιλιάδες πράγματα που έχω στο μυαλό μου να απομονώσω τα δέκα που χρειάζεται η δουλειά. Μεγάλη πρόκληση…».



Με αυτές τις φράσεις ο Γρηγόρης Βαλτινός εξηγεί την εφετεινή απόφασή του να παλέψει στο «ρινγκ» της θερινής θεατρικής Αθήνας από το μετερίζι του σκηνοθέτη. Οσο για το αντικείμενο της «πάλης» του; Το έργο του άγγλου συγγραφέα Alan Bleasdale «Σάλτο μορτάλε» που παρουσιάζει μέσα στον Ιούνιο στο θέατρο «Αθήναιον» της οδού Πατησίων, σε μετάφραση Ελενας Ακρίτα, σκηνικά και κοστούμια Γιώργου Πάτσα και τους Γιάννη Βούρο, Βλαδίμηρο Κυριακίδη, Γιώργο Παρτσαλάκη, Τάσο Χαλκιά, Αρτο Απαρτιάν, Περικλή Αλμπάνη και Τάνια Τρύπη στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.


«Πρόκειται για ένα έργο γεμάτο μειονεκτήματα!» λέει με χιούμορ ο σκηνοθέτης. «Κατ’ αρχάς διαδραματίζεται εξ ολοκλήρου στο περβάζι μιας συνοικιακής πολυκατοικίας όπου έχουν ανέβει δέκα περίπου “περίεργοι” άνθρωποι για διαφορετικούς ο καθένας λόγους. Το γεγονός αυτό λοιπόν μας δημιουργεί προβλήματα ρυθμού, επικοινωνίας, ενώ το ύψος “γεννάει” έναν ακόμη κίνδυνο. Από την άλλη πλευρά, πρόκειται για έργο που κυριολεκτικά “φωτογραφίζει” τον άνθρωπο, την κοινωνία, την εξουσία στο μεταίχμιο δύο αιώνων. Και αν αυτό ακούγεται βαρύγδουπο, σπεύδω να διευκρινίσω ότι δεν υπάρχει φράση μέσα στο κείμενο που να μην την υπονομεύει το γέλιο. Είναι τελικά μια “άγρια” κωμωδία!».


Ενα έργο πολυπρόσωπο, που «υποστηρίζεται» ωστόσο από έναν θίασο πρωταγωνιστών. Καθώς ανάλογα σχήματα είδαμε να πυκνώνουν από τον περασμένο χειμώνα, μπορούμε ίσως να μιλάμε για τάση επιστροφής στους θιάσους «ονομάτων»; «Δεν ξέρω αν πρόκειται για τάση» απαντά ο Γρηγόρης Βαλτινός. «Για μένα στο θέατρο πρέπει να παίζουν άνθρωποι με ταλέντο, με εκτόπισμα, με ικανότητες, δηλαδή πρωταγωνιστές. Φιλοδοξία όλων όσοι καθορίζουν τα πράγματα είναι να δουλεύουν με καταξιωμένα ονόματα, κανένας δεν θέλει να είναι μόνος του».


Πόσο εύκολη είναι εν τούτοις η συνύπαρξη καταξιωμένων ονομάτων με δεδομένο το ευάλωτο «εγώ» που χαρακτηρίζει το επάγγελμα του ηθοποιού; «Τα πρωταγωνιστικά σχήματα έχουν και πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα» παραδέχεται ο Γρηγόρης Βαλτινός. «Από τη μία οι ηθοποιοί έχουν πείρα, τεχνική, έχουν όμως και υπερβολική αυτοπεποίθηση, ενώ ένα ακόμη πρόβλημα είναι η υπεραπασχόλησή τους σε άλλους χώρους. Εδώ πάντως ευτυχώς το σχήμα “δουλεύει”. Ισως γιατί οι περισσότεροι ανήκουμε στην ίδια γενιά, οπότε με ένα βλέμμα καταλαβαίνουμε τι θέλουμε να πούμε στον κόσμο. Από εκεί και πέρα μένει να αποφασίσουμε τον τρόπο που θα το πούμε…».


Μια υπερπαραγωγή με πολλά οπτικά και ηχητικά εφέ χαρακτηρίζει σε άλλο σημείο το «Σάλτο μορτάλε» ο σκηνοθέτης της παράστασης. Ο συσχετισμός του στοιχείου αυτού με τη σύνθεση του θιάσου συνιστά ίσως μια «ανώδυνη» συνταγή επιτυχίας; «Η επιτυχία έχει βέβαια κάποιες σταθερές αλλά αυτές δεν έχουν σχέση ούτε με τις τεχνικές δυνατότητες ούτε με τα γνωστά πρωταγωνιστικά ονόματα» απαντά ο Γρηγόρης Βαλτινός. «Αν υποτεθεί πως όντως υπάρχει κάποια συνταγή, αυτή βρίσκεται στον συνδυασμό καλού έργου, καλών ηθοποιών, καλής σκηνοθεσίας και πάνω από όλα καλού κοινού. Κοινού απαιτητικού, που καθορίζει τα πράγματα και καταδικάζει την προχειρότητα, τη φτήνια, το πονηρό, με έναν λόγο ό,τι γίνεται για λόγους ταμείου».


Πόσο μπορεί κανείς να αγνοήσει τον παράγοντα «ταμείο» ωστόσο, από τη στιγμή μάλιστα που το θέατρο δεν παύει να είναι μια επιχείρηση; «Κατά κάποιον τρόπο, όλες οι επιλογές έχουν στόχο το ταμείο» απαντά ο Γρηγόρης Βαλτινός. «Αυτό όμως δεν είναι καθόλου κακό. Αν δεν στοχεύουν στο ταμείο ή τουλάχιστον και σε αυτό, τότε πραγματικά κινδυνεύουμε να πουλάμε στον κόσμο “φύκια για μεταξωτές κορδέλες”.Αφού παίρνουμε επιχορήγηση, ας κάνουμε το κέφι μας και ας μην πατήσει άνθρωπος!”. Από εκεί και πέρα, όμως, εξαρτάται τι θεωρεί κανείς εμπορικό» συνεχίζει. «Προσωπικά όταν παίζω ή σκηνοθετώ έχω υπόψη μου δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα: από τη μία ότι ο κόσμος δεν είναι υποχρεωμένος να καταλαβαίνει ό,τι κάνω, από την άλλη ότι το κοινό είναι πολύ πιο έξυπνο από μένα».