Παλιά η φωτογραφία του Σέσιλ Μπίτον (από το 1932) αλλά λόγω Ολυμπιάδος Ατλάντα επίκαιρη σαν το τάνγκα του εικονιζομένου. Είναι ο πιο διάσημος Ταρζάν του κινηματογράφου, ο καλοσχηματισμένος Τζόνι Βαϊσμίλερ και απέκτησε φήμη και δόξα και αμέτρητες θαυμάστριες καθώς και πέντε συζύγους. Εκείνο όμως το οποίο μας αφορά αυτή τη στιγμή είναι ότι υπήρξε και ολυμπιονίκης της κολύμβησης. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες των Παρισίων το 1924 κατέρριψε τρία κολυμβητικά ρεκόρ και έφυγε με ισάριθμα χρυσά μετάλλια. Συμμετείχε με επιτυχία και στους Ολυμπιακούς του Αμστερνταμ το 1928 και κατόπιν τον άρπαξε η Μέτρο και τον έβαλε να πηδά από δέντρο σε δέντρο και να ξεστομίζει τη θρυλική φράση «Me Tarzan, You Jane». Για κάθε του ταινία στην εικοσαετία 1930-50 ο Βαϊσμίλερ αμειβόταν με 175.000 δολάρια, ποσόν αστρονομικό για την εποχή. Τώρα που άκουσα ότι ο ολυμπιονίκης μας Γιάννης Μελισσανίδης θέλει να ακολουθήσει καριέρα ηθοποιού και να φοιτήσει σε δραματική σχολή έκανα τον συνειρμό και πάντρεψα το παλιό με το νέο. Αχ, τι χαρά που μου έδωσαν αυτά τα παιδιά. Μην το πείτε ούτε του Ταρζάν…
Η ευσυγκίνητη πλευρά τού κατά τα άλλα ψύχραιμου ή σύμφωνα με τη μοντερνίζουσα διεθνή ορολογία cool εαυτού μου φανερώθηκε αυτή την περίοδο μεταξύ τυρού φέτας, καρπουζίου και ζάπινγκ και νομίζω δικαιολογημένα. Τι «χαρμολύπη» είναι αυτή, όπως θα έλεγαν και οι αρχαιολάτρες νεορθόδοξοι λόγιοι των ημερών. Το δάκρυ πέφτει κορόμηλο και επ’ ουδενί «βερίκοκκο ρίκο-ρίκο-ρικοκό» όταν παρακολουθώ τα «Χτυποκάρδια στο θρανίο» και τα καρδιοχτύπια στην Ατλάντα. Μέσα σε τέτοιον κλαυσίγελω ακριβών χαμών και χρυσών μεταλλίων δεν μπορώ να μην παραδεχθώ ακόμη μία φορά τη σοφία των στίχων των λαϊκών μας τραγουδιών σαν εκείνο το «Πάλι θα κλάψω, πάλι θα γελάσω» που τραγούδησε η Μαρινέλλα λίγο μετά το «Ανοιξε πέτρα» ή «Πετράδι» της οδού Βουκουρεστίου, θα σας γελάσω. *
Αγύμναστη δεν υπήρξα ποτέ, τα κατάφερνα μάλιστα πολύ καλά στη σουηδική γυμναστική προτού με βολέψει η ινδική γιόγκα που δεν θέλει πολλές κινήσεις και έτσι δεν κατσαρώνει και το μαλλί. Οταν είδα στις 26 ίντσες μου τον Γιάννη Μελισσανίδη σε ασκήσεις εδάφους κατάλαβα τι εστί και πάλι βερίκοκκο και γιατί όπως έμαθα, και ας μείνω για λίγο στον κύκλο εποχικής φρουτολογίας, μερικοί κάναν το βαρύ πεπόνι και δεν το διευκόλυναν το παιδί – λάστιχο, όπως δεν διευκόλυναν και τον Νίκο Κακλαμανάκη κάτι «περσινά ξινά σταφύλια» της ιστιοπλοΐας. Ονόματα δεν αναφέρω ούτε θέλω να θίξω το ευγενές πνεύμα του αθλητισμού. Αρκετά βάρη ατυχώς σηκώνουμε στη γενέτειρά μας και ευτυχώς που μερικοί τα σηκώνουν έξω από εδώ καλύτερα και μας δοξάζουν ως έθνος και ως χώρα. *
Ως κοινωνικό άτομο διακρίνω όλον αυτόν τον καιρό μια καθημερινή ερημία στα νυχτερινά διασκεδαστήρια κέντρου και παραλίας και πολύ ανησυχώ. Το Αμφιθέατρο εκεί στα Αστέρια της Γλυφάδας έκλεισε πριν την ώρα του και αμφότεροι οι πολυδιαφημιζόμενοι καλλιτέχνες του Βλάσης Μπονάτσος και Λευτέρης Πανταζής έφυγαν για διακοπές. Δεν γνωρίζω αν ο κύριος Πανταζής μετά από εκείνο το «Το ‘πε, το ‘πε ο παπαγάλος» ετοιμάζει καινούργιο σουξέ αφιερωμένο στο διαλυμένο σχήμα με τίτλο «Τρεις κι ο κούκκος κάθε βράδυ – και μας τρώει το σκοτάδι». Σιγά μην ασχολούμεθα τώρα με τους λαϊκούς ντιζέρ και τον κούκκο όταν μας τρώει η αγωνία για τον Κουκοδήμο εκεί στην Ατλάντα που, όπως μου είπε και μια φίλη μου που ειδικεύεται στην ανατομία αθλητών, είναι και πολύ ωραίο παιδί. *
Το άλλο «συνταρακτικό» γεγονός που συνέβη στο νάιτ-λάιφ του συρμού είναι ότι ο πρώτος τη τάξει τηρουμένων των αναλογιών τραγουδιστής των εποχών μας Γιώργος Μαζωνάκης λείπει και δεν άδει το «Μου λείπεις» από το Bio-Bio διότι ανειλημμένες υποχρεώσεις προς την πατρίδα του τον καλούν να ντυθεί στο χακί, που δυστυχώς γι’ αυτόν και για τις θαυμάστριές του δεν σχεδιάζεται από τους Ντόλτσε και Γκαμπάνα. Ελπίζω να μη ζήσουμε ξανά το σίριαλ του Σάκη Ρουβά ούτε να ξαναδούμε στρατηγούς σε συγκινητικά λογύδρια περί αξιοσύνης του εκπληρώσαντος τη θητεία του ποπ φαντάρου διότι και άλλοι υπηρέτησαν τη μαμά Ελλάς και όταν πήραν το απολυτήριό τους δεν αμολήθηκαν τα μίντια να τους απαθανατίσουν. Εδώ δεν πήγαν να δουν τον Δημήτρη Πιατά στον «Καλό στρατιώτη Σβέικ». Και εμένα πάντως μου πηγαίνει το στυλ μιλιτέρ και σκέφτομαι να καταταγώ εθελόντρια ασυρματίστρια του Πολεμικού Ναυτικού γιατί το κινητό το βαρέθηκα, πολύ κενόδοξο το βρίσκω. Θυμήθηκα και την «Αλίκη στο Ναυτικό» να μου τραγουδά το «Τράβα μπρος» του Μάνου Χατζιδάκι και το χρονογράφημα του Σταμάτη Φασουλή στα «Νέα» της παρελθούσης Τρίτης με τίτλο «Μνήμη» αλλά δεν συμφωνώ μαζί του για τη «ζωή που μπήκε ξανά στο αυλάκι της, σκεπασμένη με την ομίχλη της συνήθειας». Οι ευαίσθητοι πάντα θυμούνται και μνημονεύουν τη χαρά της ζωής. Ακόμη και οι ξένες εφημερίδες σαν τον «Independent» γράφουν για την Αλίκη ότι ήταν «ένα ελληνικό φαινόμενο, μια γυναίκα γεμάτη φαντασία, joie de vivre, ένα δυναμικό σύμβολο της ελληνικής ζωής, χαριτωμένο και ανεξάρτητο». *
Μέσα σε όλο αυτό το συγκινησιακό τοπίο παροτρύνω από αυτή τη στήλη τους συναδέλφους μου να μη λησμονούν τη βασανισμένη Μύκονο γιατί και εγώ «δεν ξεχνώ», όπως δεν ξέχασαν να την επισκεφθούν και ορθώς έπραξαν υπουργοί της κυβέρνησης σαν τον Γεράσιμο Αρσένη, δήμαρχοι πρωτευουσών σαν τον Δημήτρη Αβραμόπουλο (ένας είναι αλλά τον βάζω στον πληθυντικό διότι φαντάζει πιο ωραία) και πρυτάνεις Πολυτεχνείου σαν τον Νίκο Μαρκάτο. Η Μύκονος είναι το δικό μας Κάπρι, οι δικές μας Κοτ ντ’ Αζύρ και Ιμπιζα, η δική μας Πουέντα ντελ Εστε (το θέρετρο της Αργεντινής). Πόσο δυνατή είμαι στη γεωγραφία των κοσμικοτήτων το ξέρουν μόνον οι συντεταγμένες μου και η πυξίδα από το Tiffany’s. Το πασιφανές είναι δυστυχώς ότι «Συννεφιάζει και στη Μύκονο» και φυσά τέτοιος αέρας ακριβείας που τον Ιούλιο δεν εσημειώθη η επιζητουμένη και συνήθως τουριστική κίνηση με αποτέλεσμα ω, τι όνειδος να βρίσκεις άνετα ξαπλώστρα στην Εληά και στο Σούπερ Παραντάιζ. *
Τη Μύκονο επεσκέφθη και ο διαπρεπής σκηνοθέτης του αμερικανικού κινηματογράφου Ολιβερ Στόουν, όχι βεβαίως για να γυρίσει εκεί τη συνέχεια του «Γεννημένοι δολοφόνοι» με τίτλο «Γεννημένοι φραγκοφονιάδες». Ο κύριος Στόουν ήλθε απλώς για να ξεσκάσει και να επιστρέψει ανανεωμένος στο Χόλιγουντ όπου τον περιμένουν νέα σενάρια και ολόφρεσκες μηνύσεις από την ταμία ενός εδωδιμοπωλείου στη Λουιζιάνα η οποία έμεινε παράλυτη από την επίθεση ζεύγους που δεν είχαν γεννηθεί δολοφόνοι. Απλούστατα είδαν την ομώνυμη ταινία και είπαν να ακολουθήσουν το επάγγελμα και λεφτά έχει και δόξα και τηλεοπτική κάλυψη. Δεν λαμβάνω θέση υπέρ ή κατά αφού, όπως υποστηρίζουν οι διανοούμενοι, η ελευθερία της σκέψης είναι αναφαίρετο δικαίωμα του καλλιτέχνη έστω και αν την πληρώσει πιθανώς με 20-30 εκατομμύρια δολάρια. Από την άλλη, την ταινία δεν πήγα να τη δω γιατί σκιάζομαι και αδυνατώ να εκφέρω γνώμη. Μα τόσο επιπόλαιοι και τόσο μιμητικά όντα είναι οι Αμερικανοί; Σαν να έβλεπα τη συνεπώνυμη του κυρίου Στόουν Σάρον στο «Βασικό ένστικτο» και να μοστραριζόμουν και εγώ στο Γ’ Αστυνομικό Τμήμα Κολωνακίου (όταν πήγα για να διορθώσω την ημερομηνία στην ταυτότητά μου) άνευ των απαραίτητων ντεσού. *
Πολλές φορές, το αισθάνομαι, υπερβάλλω όταν προσπαθώ να περάσω δολίως τάσεις διεθνείς τού λάιφσταϊλ. Δεν φταίω εγώ, τα ξένα φιγουρίνια φταίνε και τα ένθετα περιοδικά των κυριακάτικων βρετανικών εφημερίδων που με παρασύρουν σε εκκεντρικούς νεωτερισμούς. Τα ντοκουμέντα κατά τα άλλα είναι φωτοπιαστά και υποστηρίζουν ότι είναι της μόδας να εγκυμονείς «Μεγάλες προσδοκίες» και να βγαίνεις στον κόσμο με φουσκωμένη υπερηφάνεια. Σαν την Κιμ Μπάσινγκερ που από τις «Εννιάμισι εβδομάδες» πρωταγωνιστεί στο νέο έργο της ζωής της «Εννέα μήνες» με παραγωγό τον σύζυγό της Αλεκ Μπάλντουιν, την Αντι Μακ Ντάουελ που αμέσως μετά τους «Τέσσερις γάμους και μια κηδεία» πήγε κατευθείαν στα βαφτίσια του τρίτου τέκνου της και φυσικά τη Μαντόνα που, αφού μας έχει δείξει τα πάντα, σκέφθηκε να γίνει μητέρα. Τι μας περιμένει; Αγνωστον. Αυτά κάνουν στο εξωτερικό και αυξάνεται ο πληθυσμός, όχι σαν εδώ που φοβούνται οι διάσημες να χαλάσουν τη σιλουέτα τους. Με την κοιλιά στο στόμα δεν είχε βγει και η Ντέμι Μουρ στο «Vanity Fair» εξώφυλλο γυμνή και τώρα κάνει «Στριπ-τιζ» έναντι 12 εκατομμυρίων δολαρίων; Πού θα πάει, θα «το πιάσω» και εγώ το τρεντ όταν έρθει η ώρα μου. Προς το παρόν μυρίζω κρίνους σαν την άλλη… Μαντόνα. *
Τα άλλα νέα που έρχονται από το Λονδίνο είναι ενθαρρυντικά για τους μαγαζάτορες του Κολωνακίου. Η Ρέιτσελ Κουκ που μαγειρεύει νόστιμα άρθρα στο Style των «Sunday Times» διακρίνει μια νέα τάση που «έπληξε» τρόπος του λέγειν την καφέ σοσάιτι. Οι πλούσιοι και οι διάσημοι άφησαν τις ιδιωτικές λέσχες τους και τα μπαρ του καλού κόσμου και συχνάζουν σε καταστήματα υποδημάτων και ενδυμάτων όπου απολαμβάνουν τον εσπρέσο τους σε ειδικά διαρρυθμισμένους χώρους. Και εδώ δεν μιλάμε για τις καφετέριες των εμπορικών κέντρων, τέτοιες έχουμε και στις Agores μας από την Κηφισιά ως τη Γλυφάδα. Μιλάμε μέσα για μέσα ας μου επιτραπεί η έκφραση στα μαγαζιά όπως, ας πούμε, στον 6ο όροφο του «Ελευθερουδάκη» όπου συναντώ εγώ τις φίλες μου με τα «Απαντα» του Καβάφη και συζητάμε για τα «Κεριά», όχι το ποίημα αλλά για τα «κεριά και λιβάνια» που έριξε ο τάδε στη Βουλή ή για τα κεριά που βγήκαν πρόσφατα και είναι πολύ της μόδας, που τα καις και μυρίζουν γιαπωνέζικο σούσι, κοινώς «psarila». Μαθαίνω όμως, γιατί πάντα μου αρέσει να συνδέω τα ΚΚΕεξ (Καταναλωτικά Κέντρα Εξωτερικού) με τα ΚΚΕ (του Εσωτερικού) όπως δεν θα μπορούσα να συνδέσω ποτέ την κυρία Δαμανάκη με την κυρία Παπαρρήγα, Λένιν φυλάξοι, ότι με τη νέα σεζόν στην Αθήνα και συγκεκριμένα στην οδό Τσακάλωφ ετοιμάζονται αυτές οι φίνες διευκολύνσεις. Αν δεν κάνω λάθος, η κυρία Νίτσα Σαπουντζή του DKNY στον τελευταίο όροφο θα εγκαινιάσει καφέ ξαποστάματος για όλες τις Μαριάννες της Ελληνικής Δημοκρατίας ενώ ο κύριος Χρήστος Βελουδάκης θα ντύσει με βελούδα το νεοαποκτηθέν πολυκατάστημά του και θα προσφέρει «τσάι και βινύλ συμπάθεια» στους αβανγκαρντίστες της εγχώριας ενδυματολογίας. Δεν αναφέρω την κυρία Μπουτάρη των «Οινοπνευμάτων» της οδού Ηρακλείτου διότι έκαστον Σάββατον το έχει καθιερώσει ήδη με μεγάλη επιτυχία ακόμη και με διάθεση οικολογικών προϊόντων. Περιμένω πώς και πώς αυτά τα επώνυμα εντευκτήρια. Ηδη πρότεινα στον προσωπικό μου κοσμηματοπώλη που έχει «καρδιά από ατόφιο χρυσάφι» όπως λέει και το λαϊκόν άσμα της Καίτης Γαρμπή (γιατί να μην την αναφέρω; Ξέρουμε πολλές που βγάζουν 1,5 εκατομμύριο το νυχτοκάματο;), πρότεινα λοιπόν να ανοίξει μια λόζα στο κατάστημά του που θα προσφέρει σολομό, γραβιέρα και σαμπάνια για να διαλέγουμε πιο εύκολα τις ριβιέρες. Αλλωστε το λέει και η διαφήμιση: «Ο χρυσός μάς φέρνει πιο κοντά». Καθένας με τον πόνο του. Και έχει και ζέστη. Αύγουστο μήνα τώρα που φεύγω η δόλια αδειούχα. Πάλι κοντά σας η Λάιζα Μινέλι και εγώ στις αρχές του Σεπτέμβρη…



