ΕΧΕΙ στήσει το μεγαλύτερο τηλεοπτικό δίκτυο του κόσμου, το CNN, φιγουράρει 15ος στη λίστα «Forbes 400» που περιλαμβάνει τους πλουσιότερους Αμερικανούς, έχει κερδίσει το America’s Cup του 1977 με τη θαλαμηγό του ονόματι «Courageous» (θαρραλέος), είναι ιδιοκτήτης της ομάδας μπέιζμπολ Atlanta Braves και της ομάδας μπάσκετ Atlanta Hawks, έχει χαρίσει ένα δισεκατομμύριο δολάρια στον ΟΗΕ, έχει παντρευτεί μία γυναίκα-τρόπαιο, την Τζέιν Φόντα, γιατί λοιπόν να μη βάλει στο μάτι και το βραβείο των βραβείων, την προεδρία της μοναδικής υπερδύναμης του κόσμου;
«Σκέφτομαι πολύ σοβαρά να βάλω υποψηφιότητα για πρόεδρος, αλλά η Τζέιν δεν θέλει» δήλωσε ο Τεντ Τέρνερ στα μέλη του Nuclear Age Peace Foundation (NAPF), ιδρύματος αφιερωμένου στην κατάργηση των πυρηνικών. Ο ιδρυτής τού CNN παρέστη σε δεξίωση του NAPF, στις 6 Νοεμβρίου στη νότια Καλιφόρνια, για να λάβει το Βραβείο του Πολίτη του Κόσμου, αλλά η δήλωσή του έφτασε στα αφτιά δημοσιογράφου του περιοδικού «New Yorker», αναμεταδόθηκε ανά τον κόσμο και θα δημοσιευτεί στο τεύχος που κυκλοφορεί αύριο. Σύμφωνα με το περιοδικό, η Φόντα, ως ευσυνείδητη σύζυγος, παρά τα φημολογούμενα προβλήματα του γάμου τους, παραμέρισε τις αντιρρήσεις της, σήκωσε τους ώμους της και δήλωσε με τη σειρά της: «Οπου πηγαίνει ο Τεντ πηγαίνω κι εγώ».
Την περασμένη Τρίτη ωστόσο ο Τέρνερ ισχυρίστηκε ότι τα λόγια του «μεταφέρθηκαν χωρίς τα συμφραζόμενα» και ότι «ήταν αμέσως μετά τις εκλογές (της 3ης Νοεμβρίου) και σκεφτόμουν μεγαλοφώνως» παραδέχθηκε όμως ότι η προεδρία είναι μια σκέψη που τον απασχολεί. «Το σκέφτομαι, αλλά δεν είναι τίποτε σοβαρό, τουλάχιστον προς το παρόν» είπε σε συνέντευξη Τύπου για την προώθηση της κατανάλωσης κρέατος βουβαλιού αντί βοδινού. «Εύχομαι να μην είχε βγει προς τα έξω».
Οταν όμως τον πίεσαν να αποκαλύψει αν έχει προεδρικές φιλοδοξίες, παραδέχθηκε πως το σκέφτεται «από το 1977» και ότι «αν δεν το κάνω σύντομα, αργότερα θα είναι πολύ αργά».
Για να επιβεβαιώσει τα λεγόμενά του, η Time Warner Inc., η εταιρεία που αγόρασε το CNN το 1996, έκανε την ίδια ημέρα την εξής σαφέστατη δήλωση διά στόματος εκπροσώπου της: «Από σήμερα (Τρίτη) ο κ. Τέρνερ δεν σχεδιάζει να βάλει υποψηφιότητα για την προεδρία».
Παρ’ όλα αυτά η προοπτική του Τέρνερ στον Λευκό Οίκο απασχόλησε πολλούς και σε βαθμό ίσως μεγαλύτερο και από τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο. Πρώτοι απ’ όλους έσπευσαν να τη σχολιάσουν οι πολιτικοί κύκλοι της Ουάσιγκτον.
«Προεκλογική εκστρατεία με τον Τέρνερ; Σίγουρα θα είναι ενδιαφέρουσα» είπε ο Λάρι Σάμπατο, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνιας και συγγραφέας του βιβλίου «Feeding Frenzy», το οποίο αναφέρεται στις προεδρικές εκλογές του 1996. «Πρέπει όμως να θέσει υποψηφιότητα με τους Δημοκρατικούς. Οι Ρεπουμπλικανοί δεν πρόκειται να κάνουν πρώτη κυρία την Τζέιν Φόντα. Δεν είμαι σίγουρος ούτε για τους Δημοκρατικούς. Μάλλον δεν πρόκειται να λάβει το χρίσμα από κανένα μεγάλο κόμμα, έτσι θα πρέπει να αποταθεί στο Μεταρρυθμιστικό Κόμμα. Θα ακολουθήσει το μοντέλο του Τζέσι Βεντούρα».
Η ιδέα ενός σαρκαστικού μεγιστάνα των μέσων ενημέρωσης, χωρίς καμία πολιτική πείρα, στο Οβάλ Γραφείο θα ηχούσε πιο αλλόκοτη αν δεν είχε προηγηθεί η εκλογή ενός πρώην επαγγελματία παλαιστή, του Βεντούρα, ως κυβερνήτη της Μινεσότας και μάλιστα στην πρώτη προσπάθειά του να μπει στην πολιτική. Αν ο μέτριας μόρφωσης Βεντούρα, ο οποίος διατυμπανίζει πως έχει «πλήρη άγνοια της πολιτικής», θέλει να τον αποκαλούν «Η κορμάρα» και κατέβηκε στις εκλογές με το σύνθημα «Δεν δίνω υποσχέσεις γιατί δεν θα τις τηρήσω», μπόρεσε να κερδίσει, έστω και ως υποψήφιος του ευκαιριακού Μεταρρυθμιστικού Κόμματος, γιατί όχι και ο Τέρνερ;
Επειτα υπάρχει και το παράδειγμα του Ρος Περό, ο οποίος απέδειξε ότι ένας αμφιλεγόμενος δισεκατομμυριούχος που τα λέει «έξω από τα δόντια», όπως ακριβώς και ο Τέρνερ, μπορεί να ξοδέψει χρήματα και να διοργανώσει μια αξιοπρεπή προεκλογική εκστρατεία. Οι συγκρίσεις είναι σχεδόν αναπόφευκτες:
«Ο Τέρνερ γεννήθηκε αμερικανός πολίτης και έχει κλείσει τα 35 χρόνια του (έγινε 60 ετών την περασμένη Πέμπτη), άρα το Σύνταγμα δεν του απαγορεύει να βάλει υποψηφιότητα. Σίγουρα θα έχει υπόψη του έναν άλλο επιδεικτικό δισεκατομμυριούχο, τον Ρος Περό, ο οποίος εξήγγειλε την υποψηφιότητά του από το CNN και κάποια στιγμή το 1992 βρισκόταν μπροστά από τους υποψηφίους των δύο μεγάλων κομμάτων στις σφυγμομετρήσεις» παρατηρεί ο αρθρογράφος της εφημερίδας «Newsday» Τζέιμς Πίνκερτον.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το γεγονός ότι ο Φίλιπ Εβανς, υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων του Τέρνερ, δήλωσε πως «αυτή τη στιγμή ο κ. Τέρνερ δεν σχεδιάζει να θέσει υποψηφιότητα» δεν αποκλείει τίποτε. Αλλωστε το λέει και ο Τζέιμς Λέικ, υπεύθυνος Τύπου του Ρόναλντ Ρίγκαν στις προεκλογικές εκστρατείες του 1976, του 1980 και του 1984: «Ακούγεται σαν κάποιος που προτίθεται να βάλει υποψηφιότητα… Μου φαίνεται ότι ο Τέρνερ δοκιμάζει τα νερά».
Οι Ρεπουμπλικανοί όμως αποκλείεται να τον χρίσουν υποψήφιό τους εξαιτίας της συζύγου του, η οποία υπήρξε «πονοκέφαλος» για τους συντηρητικούς επί τρεις σχεδόν δεκαετίες και είχε το παρατσούκλι «Ανόι Τζέιν», λόγω των αντιπολεμικών αγώνων της στη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ. Οσο για τους Δημοκρατικούς, «δεν έχουμε τίποτε να πούμε επί του θέματος αυτή τη στιγμή» λέει ο Τόνι Γουάιτς, εκπρόσωπος της Εθνικής Δημοκρατικής Επιτροπής.
Οι δημοσιογράφοι πάντως έχουν διαφορετική γνώμη. «Ελπίζω πως θα βάλει υποψηφιότητα» λέει ο Πίνκερτον. «Εφόσον η υπόθεση Μόνικα Λιουίνσκι έχει εξαντληθεί και η προοπτική να πάει το χρίσμα των Δημοκρατικών και των Ρεπουμπλικανών στον αντιπρόεδρο Αλ Γκορ και στον κυβερνήτη του Τέξας Τζορτζ Μπους καλούς ανθρώπους αλλά χωρίς να τους βαραίνει ούτε ένα σκάνδαλο , υπάρχει μία σοβαρή τρύπα στις ειδήσεις που πρέπει να γεμίσει. Αλλωστε δεν υπάρχουν πολλοί πιθανοί πρόεδροι που να έχουν παρατσούκλια όπως “Στόμα του Νότου” και “Καπετάν Εξωφρενικός” ή να διακηρύττουν, όπως ο Τέρνερ, ότι ο χριστιανισμός είναι “θρησκεία για χαμένους” και ότι ο εθνικός ύμνος πρέπει να αντικατασταθεί με κάτι λιγότερο φιλοπόλεμο ή που να δήλωσαν την επομένη της μαζικής αυτοκτονίας των μελών της Πύλης του Παραδείσου ότι “υπάρχουν υπερβολικά πολλοί άνθρωποι σε αυτόν τον κόσμο· αν λίγοι τρελοί θέλουν να αποχωρήσουν, καλό θα κάνουν”».
Είναι λοιπόν ο Τέρνερ ένας πολλά υποσχόμενος επίδοξος ένοικος του Λευκού Οίκου; αναρωτιέται ο Πίνκερτον. Και απαντά: «Η κοινή λογική ίσως να έλεγε “όχι”, αλλά άλλοι θα έλεγαν “Γιατί όχι; Ο Κλίντον έκανε την προεδρία ανθεκτική στα σκάνδαλα”».
«Σήμερα τα κόμματα είναι αδύναμα και το μήνυμα είναι δυνατότερο από οτιδήποτε άλλο» καταλήγει ο Πίνκερτον. «Αν ο Τέρνερ μπορέσει να μετατρέψει την ιστορία της ζωής του συνήλθε από την αυτοκτονία του πατέρα του, έχτισε μια παγκόσμια αυτοκρατορία και μετά ανέπτυξε κοινωνική και περιβαλλοντική συνείδηση σε έναν πειστικό προεκλογικό λόγο, θα μπορούσε να αγγίξει μεγάλο αριθμό Αμερικανών. Και αν ήταν πρόθυμος να ξοδέψει την περιουσία του για να διαδώσει αυτό το μήνυμα, ποιος ξέρει; Εγώ μονάχα ένα γνωρίζω: ο Τέρνερ ως υποψήφιος θα αποτελούσε την καλύτερη πολιτική ιστορία μετά τα πούρα και τα λεκιασμένα με σπέρμα φορέματα».
Πώς όμως θα ήταν η ζωή στις ΗΠΑ αν εκλεγόταν πρόεδρος ο «Κύριος Τζέιν Φόντα» όπως λανθασμένα τον αποκαλούν, εφόσον μετά τον γάμο τους το 1991 εκείνη αποτραβήχτηκε από την ηθοποιία ενώ εκείνος έχει επανειλημμένως απασχολήσει τα παγκόσμια μέσα ενημέρωσης. Ο πρώτος που θα υπέφερε θα ήταν ο Ρούπερτ Μέρντοκ, ο υπ’ αριθμόν ένα ανταγωνιστής του, τον οποίο έχει παρομοιάσει με τον Χίτλερ και έχει προκαλέσει σε αγώνα μποξ. Αμέσως μετά θα έφριτταν οι οπαδοί της χριστιανικής Δεξιάς κάποτε ο Τέρνερ είχε σηκώσει τα μάτια προς τον ουρανό και είχε αναφωνήσει: «Ολοι είμαστε πίθηκοι χωρίς ουρά. Λυπάμαι που σου το λέω, Πατέρα».
Θα εξέλιπαν όμως οι δυσάρεστες εκπλήξεις, εφόσον ο Τέρνερ σπεύδει μόνος του να αποκαλύψει τα μυστικά του. «Ερχόμαστε από έναν σύμβουλο γάμου στη Σάντα Μόνικα. Η Τζέιν θέλει να γίνω άγιος αλλά δεν είμαι» είπε αιφνιδιάζοντας τους 300 καλεσμένους στο δείπνο στο οποίο έκανε γνωστές τις πολιτικές φιλοδοξίες του.
Οι πλούσιοι θα αισθάνονταν άβολα με πρόεδρο έναν άνθρωπο που δηλώνει ευθαρσώς: «Οι πλούσιοι είναι ανόητοι. Μαζεύουν χρήματα που δεν τους χρειάζονται ενώ οι φτωχοί πεθαίνουν από πείνα και μια μέρα θα τους βάλουν το κεφάλι στη λαιμητόμο».
Τα πυρηνικά όπλα θα καταργούνταν, αφού ο Τέρνερ θεωρεί ότι οι ΗΠΑ τα διατηρούν μόνο και μόνο «επειδή πιστεύουν ότι θα τα χρησιμοποιήσουν για να σωθούν από τις λιμοκτονούσες μάζες του Τρίτου Κόσμου, όταν αυτές φθάσουν στην πόρτα μας». Και ο μέσος κόσμος μάλλον θα διασκέδαζε με την όλη ιστορία αν ο «Κύριος Αμερικανικό Ονειρο» έθετε στη διάθεσή του τις επιχειρήσεις του το CNN, αθλητικές ομάδες, τη βιβλιοθήκη ταινιών της MGM, μεταξύ άλλων. «Ο κόσμος θέλει τις ειδήσεις για να μαθαίνει τι συμβαίνει και μετά θέλει σπορ και σινεμά για να τις ξεχνάει» πιστεύει.
Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα. Αν ο «Τρομερός Τεντ» θέλει να μπει στην πολιτική, πρέπει να απαρνηθεί τα συμφέροντά του στην τηλεόραση είναι αντιπρόεδρος της Time Warner και στις επαγγελματικές αθλητικές ομάδες, όπως προστάζει ο αμερικανικός νόμος. Διαφορετικά, σύμφωνα με τον αρθρογράφο της ιταλικής εφημερίδας «La Repubblica» Βιτόριο Τζουκόνι, «θα φανεί η άγνοια ή ακόμη και ο φόβος των μηχανισμών προστασίας που έχουν χτιστεί γύρω από τους αμερικανικούς θεσμούς… Αλλά οι Αμερικανοί μπορεί να είναι τρελοί, δεν είναι όμως ανόητοι. Οπως ακριβώς και ο Τέρνερ».



