Το «ΣκράΪκερ» της βρετανίδας συγγραφέως Caryl Churchill, «ένα παραμύθι για το 2000» με νεράιδες, δαιμόνια και όλα τα συναφή περιεχόμενα του συλλογικού ασυνειδήτου που μας κατοικούν, δεν θα μπορούσε να μην περιλαμβάνει χορό. Σε αυτόν επιδίδονται μετά μανίας τα ξωτικά αφού είναι το κυριότερο ταλέντο των fairies. Και το ίδιο το θεατρικό έργο όμως είναι γραμμένο όχι μόνο για ηθοποιούς αλλά και για περφόρμερ. «Υπάρχουν οι τρεις κεντρικοί ρόλοι του Σκράικερ (Καρυοφυλλιά Καραμπέτη), της Λίλυ (Πέγκυ Τρικαλιώτη) και της Τζόουζι (Νατάσα Καλογρίδη) και από εκεί και πέρα μια πλειάδα ρόλων για ξωτικά προορισμένων για περφόρμερ» εξηγεί η Αντιγόνη Γύρα, η χορογράφος που δεν υπογράφει απλά την κίνηση αλλά συμπράττει με όλη την ομάδα της, τον «Κινητήρα», στην παράσταση.
Σε ένα τόσο ιδιαίτερο έργο, που έχει να κάνει με το ένστικτο, το υποσυνείδητο και τις σκοτεινές περιοχές του Εγώ, η κίνηση αφεαυτή αποκτά ιδιάζουσα βαρύτητα, δεν είναι απλά το κερασάκι στην τούρτα. Γιατί, ακόμη και αν η μυθολογία των ξωτικών δεν είναι γνωστή ίσως ούτε στους ίδιους τους Αγγλους, αυτό που αντιπροσωπεύουν διαπερνά με μαγικό τρόπο τον θεατή.
Η πρόταση του σκηνοθέτη (Αντώνης Καλογρίδης) στο νεανικό σχήμα ήρθε την πιο κατάλληλη στιγμή. «Ενα έργο κομμένο και ραμμένο για μας και συγχρόνως μια μεγάλη ευκαιρία αλλά και μια βουτιά στα βαθιά». Το ενδιαφέρον της Αντιγόνης Γύρα για το θέατρο δεν είναι όψιμο. «Ακόμη κι όταν σπούδαζα στο Λάμπαν Σέντερ ήθελα να λοξοδρομήσω προς τη σκηνοθεσία, όλο κάτι συνέβαινε όμως και επέστρεφα στον χορό. Από το 1995 και μετά δουλεύω ασταμάτητα στο θέατρο και σήμερα πια ζω επαγγελματικά από αυτό με τις χορογραφίες και τη διδασκαλία κίνησης σε δραματικές σχολές και όχι από τις παραστάσεις του “Κινητήρα”. Η δουλειά στην ομάδα όμως είναι ο πυρήνας της δημιουργικότητας, είναι το όραμά μου».
Η Αντιγόνη Γύρα (γενν. 1970) από την πρώιμη ακόμη χορογραφική δουλειά της τοποθετούσε ευθαρσώς τον εαυτό της εκτός χορευτικού γκέτο. Δεν θυσίασε ποτέ το χιούμορ και τις ιδέες της στη σοβαροφάνεια. Αποφάσισε μάλιστα να αποκαλέσει την ομάδα της «χοροθέαμα» και όχι χοροθέατρο για να απεικονίζει πιστότερα την ανάλαφρη διάθεση που ήθελε να τη διαπερνά. Τα έξι μέλη του «Κινητήρα» ηθοποιοί και χορευτές μαζί αντιστοιχούν στην ποικιλομορφία των περφόρμερ που κατά τη γνώμη της συνθέτουν ένα χοροθεατρικό συμβάν, γιατί «η κίνηση δεν κλείνει την πόρτα σε κανέναν», όπως της αρέσει να λέει.
Η ένταξη του «Κινητήρα» σε ένα επαγγελματικό θεατρικό σχήμα προέκυψε με φυσικό τρόπο, χωρίς διλήμματα για την ίδια. «Δεν πιστεύω στις διαχωριστικές γραμμές, από ‘δώ ο χορός, από ‘κεί το θέατρο. Ο,τι ανεβαίνει στη σκηνή αποκτά θεατρική υπόσταση, που σημαίνει ότι και ο χορός είναι ένα θεατρικό συμβάν. Φυσικά κάθε δημιουργός εστιάζει κάπου την προσπάθειά του και εγώ με τον “Κινητήρα” προτιμώ να θυσιάζω την αισθητική της ωραίας κίνησης προκειμένου να αναδεικνύεται το νόημα. Είναι ένας δρόμος που έχω πολύ συνειδητά διαλέξει. Μην ξεχνάς ότι αγαπώ πολύ να δουλεύω με ηθοποιούς. Ο ηθοποιός, σε αντίθεση με τον χορευτή, δεν ψάχνει το πώς θα κάνει την κίνηση αλλά το γιατί. Είναι πιο εσωτερικές διαδρομές, τον ενδιαφέρει να διαπερνά την κίνηση το συναίσθημά του».
Στο «Σκράικερ» οι αναζητήσεις αυτές βρήκαν γόνιμο έδαφος. Ενα σύγχρονο θεατρικό έργο που δίνει απλά χώρο να υπάρξει ισότιμα προς τον λόγο η σωματική – κινητική διάσταση αλλά καταφέρνει να στεγάσει και όλα τα μέλη του «Κινητήρα».
Στη διάρκεια της τρίμηνης και ιδιαίτερα επίπονης προεργασίας βασικό εργαλείο για αμφότερους, σκηνοθέτη και χορογράφο, στάθηκε ο αυτοσχεδιασμός και η συζήτηση.
«Με σημείο εκκίνησης το κείμενο, χρειαζόταν να σκιαγραφηθεί ο κόσμος των ξωτικών σε όλη την ποικιλία και την παραδοξότητά του. Πέρα από το ίδιο το Σκράικερ, η συγγραφέας συμπεριλαμβάνει και άλλα 26 ξωτικά ο αγγλοσαξονικός κόσμος διαθέτει την πλουσιότερη μυθολογία με αυτά τα αλλόκοτα όντα. Αναζητήσαμε τρόπους για να περνάει ο ηθοποιός – ερμηνευτής σε αυτή την εξω-λογική κατάσταση που λέγεται έκσταση αλλά και την τεχνική ώστε να μπορεί να αναπαράγεται στις παραστάσεις. Οι διονυσιασμοί των ξωτικών στις περισσότερες εμφανίσεις τους στην πασαρέλα του κινητού διαδρόμου είναι τελικά πολύ πυκνοί γιατί διαρκούν ελάχιστα».
Ολα τα παραπάνω ενταγμένα σε μια σκηνοθετική άποψη που θέλει το θεατρικό σώμα να επιστρέφει στον θεατή την εικόνα των κοινωνικών αλλαγών καθώς μετράμε τις ημέρες που μας χωρίζουν από την αλλαγή της χιλιετίας. Ενα κατακερματισμένο Εγώ μπρος σε καταιγισμό εικόνων και πληροφοριών, μεταφέρει κανονικά στη σκηνή την αισθητική του MTV. Οπως θα άρμοζε (;) σε ένα σύγχρονο παραμύθι που κινείται μεταξύ μαγείας και πραγματικότητας, μεταξύ κλάμπινγκ και νεραϊδόσκονης, μεταξύ τρέλας και λογικής, μεταξύ όρασης και ενόρασης. Το καθετί διεγείρει διαρκώς τον αμφιβληστροειδή. Η τεχνολογία της εικόνας άλλωστε έχει φέρει ήδη στο προσκήνιο τη γενιά αυτή που σκέφτεται με εικόνες και λιγότερο με λέξεις. Με το πραγματικό σώμα στη σκηνή στην επικοινωνία του με τον θεατή να παραμένει έσχατο προσωπικό καταφύγιο για να αισθανθούμε τη φύση μας αλλά και να βιώσουμε τις αναπηρίες μας, αφού μετατρέπεται σε καθρέφτη συναισθηματικών απωθημένων και παραμορφώσεων. Και μόνη ίσως πιθανότητα να επανεκπαιδεύσουμε τις αισθήσεις μας.
Για την Κατερίνα Σκιαδά, χορεύτρια και μέλος του Κινητήρα που υποδύεται πέντε διαφορετικούς ρόλους ξωτικών, «η εμπειρία του Σκράικερ είναι ό,τι σημαντικότερο μου έχει ζητηθεί ως σήμερα. Οχι μόνο ποσοτικά, αφού κάθε ξωτικό ζει στο δικό του σύμπαν: αλλού επικρατεί το καλό, αλλού η παράνοια και αλλού η δαιμονική διάθεση. Αλλά και ποιοτικά οι ισορροπίες είναι λεπτές για να μη γίνει ο ρόλος καρικατούρα αλλά να παραμένει σύμβολο ανακαλώντας κάτι από τον μυστικό μας εαυτό».
Ο Χρήστος Πολυμενάκος, μέλος του Κινητήρα ως ηθοποιός, πριμοδοτεί όχι μόνο το ίδιο το έργο για τη σπάνια ιδιαιτερότητά του αλλά και τον τρόπο προετοιμασίας. «Δουλέψαμε τρομερά επί τρεις μήνες. Ξεκινήσαμε την ανάλυση του έργου ταυτόχρονα με τους ηθοποιούς και αποκτήσαμε κοινούς κώδικες μαζί τους. Οταν τελικά ανεβαίνεις στη σκηνή, το εκπέμπεις πολύ ξεκάθαρα αυτό. Είναι σαν αυτό που έλεγε ο Χέμινγκγουεϊ με το παγόβουνο. Τα 9/10 είναι από κάτω και δεν φαίνονται, όταν όμως βρεθείς μπροστά του, τότε συνειδητοποιείς την πραγματική του διάσταση. Και στο Σκράικερ, πέρα από τις όποιες επιφυλάξεις που μπορεί να διατηρεί κανείς, το αποτέλεσμα είναι πολύ δυνατό».
Για την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, την πρωταγωνίστρια του Σκράικερ στον ομώνυμο ρόλο, το να ανταποκριθεί στην κινητική συμπεριφορά των 10 διαφορετικών προσώπων στα οποία μεταμορφώνεται το Σκράικερ ήταν μόνο μία από τις προκλήσεις. «Οταν πρωτοδιάβασα το έργο, αρχικά πίστεψα ότι δεν θα μπορούσα να το αναλάβω. Με αιφνιδίασε. Είναι όμως κάτι που, ως φαίνεται, ψάχνω ως ηθοποιός. Είχα λοιπόν να αντιμετωπίσω την κίνηση του Σκράικερ στην πιο καθαρή του μορφή στον πρώτο και στον τελευταίο μονόλογο αλλά και στις ενδιάμεσες μεταμορφώσεις σε μικρότερο βαθμό. Μεταξύ άλλων υποδύομαι και τον άνδρα. Με το που βάζεις το κοστούμι όμως δεν σημαίνει ότι αυτόματα αλλάζεις φύλο, ψυχισμό και κινητική συμπεριφορά. Υπάρχουν λεπτομέρειες από το πώς κρατάς το τσιγάρο ως το πώς πατάς το πέλμα στο πάτωμα που δεν υπάρχουν στη σωματική μου μνήμη και εδώ απαιτείται τρομερή πειθαρχία και ταχύτητα για να αντεπεξέλθω με πειστικότητα. Μπορεί να μη μου ζητήθηκε φυσικά να κάνω ακροβατικά, όλα αυτά όμως απαιτούν και τεχνική και εγρήγορση των αισθήσεων. Ευτυχώς έβλεπα ανέκαθεν το σώμα ως εκφραστικό όργανο, αφότου με τη δασκάλα μου Κική Αγραφιώτη στο ΚΘΒΕ ανακάλυπτα τις δυνατότητές του. Στις πρόβες για το Σκράικερ δουλέψαμε αυτοσχεδιαστικά μόνο με το σώμα, οπότε οι τεχνικές δυσκολίες μπόρεσαν να αντιμετωπιστούν στα γρήγορα περάσματα από την ανάλαφρη συμπεριφορά του σκανδαλιάρικου ξωτικού ως τον βαρύ βηματισμό μιας γριάς με κύφωση».



