Οι πορείες αρκετών ηρώων «διασταυρώνονται» κατά τη διάρκεια της εξέλιξης του μεταναστευτικού δράματος, της πρώτης μεγάλου μήκους ταινία του αμερικανού παραγωγού και σκηνοθέτη Μπραντ Αντερσεν, η οποία γυρίστηκε και στην Ελλάδα και από την περασμένη Πέμπτη προβάλλεται στις κινηματογραφικές αίθουσες. Μια σύρα γιατρός (Γιασμίν αλ Μασρί) αναγκάζεται να εγκαταλείψει το Χαλέπι μαζί με την κόρη της (Μάσα Νταούντ). Στο αγωνιώδες διάβα της θα βρεθεί ένας στρατιώτης (Γιάχια Μαχαϊνί) που παλεύει με τη συνείδησή του, ένας κυνικός διακινητής μεταναστών (Ομάρ Σι), που όμως ο ίδιος προσπαθεί να σώσει τον γιο του, ένας ποιητής (Ζιάντ Μπακρί) που αναζητεί πατρίδα και ένας έλληνας κυβερνήτης του Λιμενικού διχασμένος ανάμεσα στο καθήκον και την ανθρωπιά.

Ο τελευταίος, στο νησί που δεν κατονομάζεται αλλά θα μπορούσε να είναι η Λέσβος, λέγεται Σταύρος, έχει τη μορφή του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη και είναι εμπνευσμένος από πραγματικό πρόσωπο που δεν βρίσκεται πια στη ζωή. Πρόκειται για τον Κυριάκο Παπαδόπουλο, τον θρυλικό λιμενικό της Μυτιλήνης, που υπήρξε και θέμα του μικρού μήκους ντοκιμαντέρ «4.1 Miles» της Δάφνης Ματζιαράκη, το οποίο έφθασε ως τα Οσκαρ διεκδικώντας το βραβείο Ντοκιμαντέρ Μικρού Μήκους.

Η ιστορία,  με γιώτα μικρό

«Ο Παπαδόπουλος, ο οποίος τιμήθηκε από την Προεδρία της Δημοκρατίας, ήταν ένας λιμενικός που βρέθηκε σε ένα κρίσιμο σημείο της Ιστορίας και ήταν εκείνος που έπρεπε να σώζει καθημερινά εκατοντάδες ανθρώπους που βρίσκονταν στη θάλασσα» είπε στο ΒΗΜΑgazino ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, ένας καταξιωμένος ηθοποιός που έχει κάνει πολύ προσεκτικές κινηματογραφικές επιλογές και έχει εμφανιστεί σε λίγες ταινίες. «Ο Παπαδόπουλος λειτουργούσε με τρομερή αυταπάρνηση, με στοχοπροσήλωση και με ένα χαρακτηριστικό που προσωπικά βρίσκω ενδιαφέρον: δεν είχε καθόλου “ηρωισμό”. Και δεν ζήτησε ποτέ τίποτα» συμπλήρωσε για τον άνθρωπο που έχει εμπνεύσει έναν από τους βασικούς χαρακτήρες της ταινίας «I Was a Stranger».

«Οι ιδεολογικές και οι πολιτικές προεκτάσεις, το χρώμα ή το θρήσκευμα των ανθρώπων, όλα αυτά τα στοιχεία που συνθέτουν τη “μεγάλη εικόνα”, αυτή που κάποια στιγμή γράφεται στα βιβλία της Ιστορίας, θέλησα να μην απασχολούν καθόλου τον ήρωά μου».

Πάνω σε αυτά τα στοιχεία ο ίδιος βάσισε τον Σταύρο, προσπαθώντας να είναι «ένας άνθρωπος τον οποίο η μοίρα έχει φέρει στη συγκεκριμένη θέση, οπότε η στάση του απέναντι στην Ιστορία, με γιώτα κεφαλαίο, είναι να πραγματοποιήσει την ιστορία, με γιώτα πεζό. Να κάνει αυτό που κάθε άνθρωπος οφείλει να κάνει: να βοηθήσει τους άλλους ανθρώπους που κινδυνεύουν να πεθάνουν».

Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, τον οποίο από ελληνικής πλευράς στηρίζουν οι ηθοποιοί Αγγελική Παπούλια, Θάνος Τοκάκης, Κωνσταντίνος Δανίκας, Γρηγορία Μεθενίτη, Βίκυ Παπαδοπούλου και Νικόλας Αλαφάκης (υποδύεται τον γιο του), θέλησε να προσεγγίσει τον ήρωά του «ψυχικά», κάτι που θεωρεί ότι «φαίνεται στο βλέμμα και στο πρόσωπο. Αυτό βέβαια πηγάζει από κάπου βαθύτερα» συνέχισε. «Ο Σταύρος δεν έπρεπε να έχει τα χαρακτηριστικά του action hero, αλλά να αποπνέει κάτι πάρα πολύ ήπιο» εξήγησε. «Κάτι τον βασανίζει εσωτερικά, και αυτό σημαίνει ότι τη στιγμή που εκείνος ζει τη ζωή του, με την οικογένειά του, τη γυναίκα και το παιδί του, την ίδια στιγμή άνθρωποι χάνονται στη θάλασσα».

Για τον ίδιο, το ενδιαφέρον είναι ότι «το κομμάτι της Ιστορίας, με γιώτα κεφαλαίο, δεν απασχολεί καθόλου τον Σταύρο. Οι ιδεολογικές και οι πολιτικές προεκτάσεις, το χρώμα ή το θρήσκευμα των ανθρώπων, όλα αυτά τα στοιχεία που συνθέτουν τη “μεγάλη εικόνα”, αυτή που κάποια στιγμή γράφεται στα βιβλία της Ιστορίας, θέλησα να μην απασχολούν καθόλου τον ήρωά μου. Ηθελα να τον απασχολούν μόνο οι άνθρωποι. Γιατί αυτό που με ενδιαφέρει είναι ο άνθρωπος και η πράξη της στιγμής, εκείνο που πρέπει να γίνει κάθε στιγμή επειδή έτσι είναι τα πράγματα. Επειδή είμαστε άνθρωποι και βοηθούμε και σώζουμε τους ανθρώπους γύρω μας. Τόσο απλά».

Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης δεν συνάντησε ποτέ τον Κυριάκο Παπαδόπουλο, γιατί όταν ο πρώτος δεσμεύθηκε για την ταινία «I Was a Stranger» ο δεύτερος είχε ήδη φύγει από τη ζωή. Στην ερώτηση αν θα ζητούσε να τον συναντήσει σε περίπτωση που ζούσε, ο ηθοποιός απάντησε: «Θα με ενδιέφερε να τον συναντήσω για να του υποβάλω ως πολίτης αυτής της χώρας τα σέβη μου. Οι καλλιτεχνικοί λόγοι θα ήταν λιγότερο σημαντικοί, με την έννοια ότι τα στοιχεία που άντλησα από τη μικρού μήκους ταινία με είχαν καλύψει. Θα με βοηθούσε όμως περισσότερο μια συζήτηση μαζί του».

Μία από τις προτεραιότητες του Μαρκουλάκη σε ό,τι αφορά τη σχέση του με το φιλμ ήταν το κομμάτι του που αναφέρεται στους Ελληνες. Το «I Was a Stranger» καθρεφτίζει μία μόνο από τις εικόνες της στάσης των Ελλήνων και της ελληνικής πολιτείας απέναντι στους πρόσφυγες, και αυτή είναι η θετική εικόνα. «Ενώ δεν είναι η μοναδική εικόνα αντιμετώπισης των Ελλήνων απέναντι στο πρόβλημα, είναι η μόνη που βλέπουμε στην ταινία» επισήμανε ο ηθοποιός. «Αλλά γιατί; Η δική μας απάντηση είναι ότι το “I Was a Stranger” δεν μιλάει γενικώς για την αντιμετώπιση του ελληνικού κράτους απέναντι στους πρόσφυγες, δεν είναι δηλαδή ούτε ένα δοκίμιο ούτε ένα δημοσιογραφικό ρεπορτάζ που προσπαθεί να καλύψει σφαιρικά το θέμα. Η ταινία λέει μια συγκεκριμένη ιστορία ανθρώπων. Και σε αυτή την ιστορία το κομμάτι των Ελλήνων πράγματι υπάρχει, όπως υπήρξε και θα υπάρχει».

Στο τέλος του φιλμ, ο σκηνοθέτης Μπραντ Αντερσεν, έμπειρος παραγωγός σε πολλές ταινίες του Χόλιγουντ και ακτιβιστής ο ίδιος, εμφανίζεται ενώ πέφτουν οι τίτλοι για να ευχαριστήσει το κοινό που την είδε, μιλώντας παράλληλα για το τεράστιο αυτό πρόβλημα, των προσφύγων, που μαστίζει τον πλανήτη. Η παρουσία του είναι, τρόπον τινά, διδακτική και ο ίδιος έχει την όψη του φορέα κάποιου «μηνύματος», λέξη την οποία οι περισσότεροι καλλιτέχνες προσπαθούν να αποφύγουν όταν μιλούν για τα έργα τους. «Προσωπικά, δεν έχω κανένα πρόβλημα με τη λέξη “μήνυμα”» είπε ο Μαρκουλάκης, συμπληρώνοντας: «Κάθε έργο τέχνης, ακόμα και όταν το ίδιο δεν το γνωρίζει, μεταφέρει κάποιου είδους μήνυμα. Ναι, ΟΚ, δεν μας ενδιαφέρει η διδακτική τέχνη, αλλά δεν μας ενδιαφέρει επειδή συνήθως είναι πολύ βαρετή. Αν ένα έργο μπορεί να είναι αξίας και μαζί να έχει κάτι που θα σε διαπεράσει όχι μόνο ψυχικά αλλά και πνευματικά, σαν ένα μήνυμα, συγγνώμη, αλλά προσωπικά δεν το θεωρώ κακό».