Η Τρέισι Εμιν δεν υπήρξε «παιδί της μοίρας», αλλά σίγουρα είναι μια survivor. Μια γυναίκα που έχει βιώσει την απώλεια, τον πόνο, τη βία, την ασθένεια και την αμφισβήτηση, και όμως έχει καταφέρει να μετατρέψει αυτές τις εμπειρίες σε τέχνη που συγκλονίζει και προκαλεί.
Η ζωή της δεν υπήρξε ποτέ ευθύβολη ή εύκολη: από την παιδική της ηλικία στην παραθαλάσσια πόλη Μάργκεϊτ του Κεντ και την κακοποίηση στην εφηβεία της, μέχρι την αναγνώρισή της ως μίας από τις σημαντικότερες καλλιτέχνιδες της γενιάς της – των πάλαι ποτέ αλλά διαχρονικά παρόντων YBAs (Young British Artists) –, η διαδρομή της χαρακτηρίζεται από μια αδιάκοπη επιμονή και ειλικρίνεια, ενίοτε αδυσώπητη, απέναντι στον εαυτό της και στο κοινό.
Πιο πρόσφατα, μίλησε ανοιχτά για το «big C» που αντιμετώπισε, τις χειρουργικές επεμβάσεις που υπέστη μετά τη διάγνωση επιθετικού καρκίνου της ουροδόχου κύστης και τη ζωή της πλέον με ουροστομία, αποδεικνύοντας με την πορεία της ότι η επιβίωση και η δημιουργία μπορούν να συμβαδίζουν ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές. Αυτή η δύναμη διαπερνά ολόκληρο το έργο της και γίνεται πηγή έμπνευσης για τους θεατές της σε όλον τον κόσμο.
Ο κόσμος της τέχνης, και όχι μόνο, αναμένει λοιπόν με ενδιαφέρον την αναδρομική έκθεσή της στην Tate Modern, με τίτλο «Tracey Emin: A Second Life», η οποία αποτελεί τη μεγαλύτερη και σημαντικότερη ανασκόπηση της καριέρας της μέχρι σήμερα.

«I Followed You to the End» (2024). Photo © Tracey Emin
Αυτή η σημαντική έκθεση θα χαρτογραφήσει 40 χρόνια της πρωτοποριακής πρακτικής της μέσα από περισσότερα από 90 έργα, τα οποία καλύπτουν ζωγραφική, γλυπτική, βίντεο, νέον, κεντημένα υφάσματα ή soft sculptures και εγκαταστάσεις που φλερτάρουν με την εννοιολογική τέχνη αλλά δεν της μένουν και πιστά.
Ορισμένα από αυτά υπήρξαν καθοριστικά για την καριέρα της και θα συνυπάρξουν με άλλα που θα παρουσιαστούν για πρώτη φορά. Η Tate Modern επισημαίνει πως η έκθεση αναδεικνύει τη «χωρίς συμβιβασμούς εξομολογητική προσέγγιση» της Εμιν και την αφοσίωσή της στην απροκάλυπτη αυτοέκφραση, στοιχεία που έχουν επηρεάσει βαθιά τη σύγχρονη τέχνη.
Η Dame – από το 2024 – Τρέισι Καρίμα Εμιν απογειώθηκε στο δημόσιο προσκήνιο τη δεκαετία του 1990 με εμβληματικά έργα, όπως το υποψήφιο για το Βραβείο Turner το 1999 «My Bed» – παρόν και αυτό στην έκθεση: κοινώς, το ακατάστατο κρεβάτι της, με χρησιμοποιημένα προφυλακτικά, λεκιασμένα εσώρουχα και προσωπικά αντικείμενα, το οποίο προκάλεσε έντονες συζητήσεις τόσο ανάμεσα στους κριτικούς όσο και στο ευρύ κοινό για το αν πρόκειται ή όχι περί τέχνης.
«Καθένας/καθεμία θα μπορούσε να το κάνει αυτό» ήταν το ανέμπνευστο επιχείρημα. «Ναι, αλλά εγώ το έκανα πρώτη» ήταν η πληρωμένη απάντηση. Είχε προηγηθεί, τέσσερα χρόνια νωρίτερα, ένα άλλο κομβικό έργο, το «Everyone I Have Ever Slept With 1963-1995», μια σκηνή με ραμμένα τα ονόματα όλων εκείνων που είχαν περάσει από το κρεβάτι της – εραστές αλλά και η γιαγιά της ή η μητέρα της.

Το γλυπτό «Ascension» (2024). Photo © Tracey Emin
Το συγκεκριμένο καταστράφηκε το 2004 στη μεγάλη πυρκαγιά της αποθήκης Momart όπου φυλάσσονταν έργα της συλλογής Τσαρλς Σαάτσι στην οποία ανήκε η εν λόγω εγκατάσταση, προκαλώντας τον γέλωτα μέρους του βρετανικού Τύπου, που θεώρησε πως η τέχνη της βρήκε τη μοίρα που της αρμόζει.
Την ίδια χρονιά, το 1995, η Εμιν απέκτησε σημαντική δημοσιότητα στα μέσα ενημέρωσης όταν εμφανίστηκε μεθυσμένη σε ζωντανή τηλεοπτική συζήτηση με τίτλο «Is painting dead?», γεγονός που ενίσχυσε τον μύθο της ως απρόβλεπτης και αφοπλιστικά παρορμητικής φιγούρας. Αυτές οι στιγμές, όσο αμφιλεγόμενες και αν υπήρξαν, συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση μιας καλλιτεχνικής περσόνας που δεν διαχωρίζει ποτέ τη ζωή από την τέχνη.
Ζωή σαν μυθιστόρημα
Με μια τόσο έντονη ζωή, ίσως και να ήταν δύσκολο να γίνει ένας τέτοιος διαχωρισμός. «Η παιδική μου ηλικία ήταν γεμάτη μοναξιά, έλλειψη σταθερότητας και πρώιμη συνειδητοποίηση των κοινωνικών και φυλετικών προκαταλήψεων» έγραφε πρόσφατα σε κείμενό της στην ιστοσελίδα της «The Standard». «Τη μητέρα μου την έφτυναν στον δρόμο επειδή ο πατέρας μου δεν ήταν λευκός» θα εξομολογούνταν.
Ο πατέρας της ήταν Τουρκοκύπριος που βρέθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο το 1948, όταν συγγενείς του από τη Μελβούρνη τού έστειλαν τηλεγράφημα να μην ταξιδέψει στην Αυστραλία όπως σκόπευε γιατί δεν θα του επέτρεπαν να μπει στη χώρα εξαιτίας του σκούρου δέρματός του.
Σύμφωνα με την αφήγησή της, είχε μεγαλώσει σε ελληνικό χωριό και μιλούσε αγγλικά με ελληνική προφορά, ενώ ο δικός του πατέρας, σουδανικής καταγωγής, είχε χρησιμοποιηθεί ως σκλάβος υπό το καθεστώς της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Το έργο νέον «I Whisper to My Past Do I Have Another Choice» (2010). Photo © Tracey Emin
Η μητέρα της ήταν από το Ιστ Εντ, με καταγωγή Ρομά από το Γουόργουικ. Οταν γνωρίστηκε με τον πατέρα της, το 1948, ήταν και οι δύο παντρεμένοι, αλλά ξεκίνησαν έναν παράνομο, παθιασμένο δεσμό που τελείωσε στις αρχές της δεκαετίας του ’70 με έντονες αντιπαραθέσεις.
Εννοείται ότι η Τρέισι και ο δίδυμος αδελφός της αποκαλούνταν «mulatto babies» και «bastards», λόγω του γεγονότος ότι οι γονείς τους δεν ήταν παντρεμένοι.
Οπως έχει πει η ίδια: «Ο κόσμος μπορεί να είναι σκληρός και γεμάτος μίσος. Η μητέρα μου πάντα μας έλεγε ότι γεννηθήκαμε από αγάπη».
Δεν ήταν μάλλον αρκετή ή τουλάχιστον όχι συστηματικά παρούσα, μια και την ατίθαση τελικά εφηβεία της ενίσχυσε δραματικά το γεγονός ότι βιάστηκε στα 13 της. «Ηταν κάτι που συνέβαινε σε πολλά κορίτσια» θα δήλωνε για τα ήθη της παραθαλάσσιας πόλης του Μάργκεϊτ, όπου μεγάλωσε, όταν ήταν πλέον διάσημη και παράλληλα μοιραζόταν με το κοινό τoν εθισμό της στο αλκοόλ – όχι απαραίτητα μέσα από τις λέξεις.
«Ο αλκοολισμός είναι ασθένεια, αλλά δεν θα έλεγα ότι ήμουν αλκοολική: θα έλεγα ότι ήμουν πολύ μόνη και πολύ φοβισμένη» είχε αναφέρει πριν από δύο χρόνια όταν τον είχε πλέον ξεπεράσει. Οπότε, στην εξομολογητική τέχνη της είχε ανέκαθεν πολλά να εκμυστηρευθεί, και ήταν αυτό που έκανε από την πρώτη στιγμή που άρχισε να δημιουργεί έργα.

«Exorcism of the last painting I ever made»1996 © Tracey Emin
Η Tate Modern υποκλίνεται
Από την πρώτη της ατομική έκθεση στη White Cube το 1993, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «My Major Retrospective 1963-1993», έδωσε τα πρώτα δείγματα αυτοσαρκασμού και αυτοαναφορικού χιούμορ αλλά και μιας πληθωρικής όσο και πληγωμένης έπαρσης.
Αυτή θα είναι και η εισαγωγή της έκθεσης στην Tate Modern, όπου θα παρουσιάζονται φωτογραφίες έργων που δημιούργησε όσο σπούδαζε Καλές Τέχνες τη δεκαετία του 1980 (στα Maidstone College of Art και Royal College of Art), τα οποία κατέστρεψε σε δύσκολες περιόδους της ζωής της, καθώς και το ντοκιμαντέρ «Why I Never Became a Dancer» (1995), όπου αφηγείται τα τραυματικά γεγονότα της εφηβείας της στο Μάργκεϊτ, όπως ότι εγκατέλειψε το σχολείο στα 13 της (θα επανερχόταν σε αυτό αργότερα), την «ενασχόλησή» της με το σεξ – άλλωστε «ήταν κάτι που απλώς έκανες και ήταν δωρεάν» – όπως και τις συνευρέσεις της με πολύ μεγαλύτερους άνδρες.
«Ο λόγος που αυτοί οι άνδρες ήθελαν να γ… ένα κορίτσι δεκατεσσάρων ετών ήταν επειδή δεν ήταν άνδρες. Ηταν υπάνθρωποι» θα αποφαινόταν χρόνια αργότερα, με τη νηφαλιότητα της εμπειρίας.
Αναμενόμενα, λοιπόν, μία από τις πιο δυνατές ενότητες της έκθεσης θα αφορά την επεξεργασία τραυματικών ή και δύσκολων εμπειριών μέσα από την τέχνη, όπως η σεξουαλική κακοποίηση και οι αμβλώσεις. Το soft sculpture «The Last of the Gold» (2002), που παρουσιάζεται δημόσια για πρώτη φορά, περιλαμβάνει το «A-Z of abortion» (Αλφαβητάρι της άμβλωσης), παρέχοντας πρακτικές και συναισθηματικές συμβουλές σε γυναίκες που έχουν βρεθεί σε ανάλογη κατάσταση.

«Mad Tracey from Margate. Everyone’s Been There» (1997). Photo © Tracey Emin
Αυτή η ωμή ειλικρίνεια και η κοινωνική συνείδηση καθιστούν την Εμιν καλλιτέχνιδα που συνδέει την προσωπική εμπειρία με τη δημόσια συζήτηση μέσα από την τέχνη της.
Η δε «δεύτερη ζωή» της, μετά την αντιμετώπιση του καρκίνου και τις χειρουργικές επεμβάσεις, απεικονίζεται μέσα από έργα όπως το μπρούντζινο γλυπτό «Ascension» (2024) αλλά και στιγμιότυπα από ένα νέο ντοκιμαντέρ, τα οποία θα δείχνουν τη νέα ζωή με τον σάκο ουροστομίας της. Είπαμε, η Εμιν δεν χωρίζει το προσωπικό από το δημόσιο, και η εμπειρία της ασθένειας γίνεται καλλιτεχνικό θέμα, αλλά ταυτόχρονα και ένα μήνυμα δύναμης και ανθεκτικότητας.
Οι πρόσφατοι μεγάλης κλίμακας πίνακές της, ενώ εξακολουθούν να φέρουν ίχνη πόνου και απώλειας, έχουν μια υπερβατική ποιότητα, δείχνοντας την αποφασιστικότητα της Εμιν να ζει πλήρως και στο παρόν.
Αν, τέλος, συνυπολογίσει κανείς τις θεσμικές διακρίσεις που έχει αποσπάσει, με κορυφαίο τον διορισμό της το 2011 ως καθηγήτριας Σχεδίου στη Βασιλική Ακαδημία Τεχνών – μαζί με τη Φιόνα Ρέι, είναι οι πρώτες γυναίκες που κατέλαβαν αυτή τη θέση από την ίδρυση της Ακαδημίας το 1768 –, τότε η μετάβασή της από το περιθώριο στο κέντρο της καλλιτεχνικής σκηνής αποκτά τον χαρακτήρα μιας ιστορικής δικαίωσης.
Θα έχει πάντα το Μάργκεϊτ
Η σχέση της Εμιν με την πόλη όπου μεγάλωσε (γεννήθηκε στο Κρόιντον) αποτελεί έναν άλλο κεντρικό άξονα της έκθεσης. Εργα όπως το «Mad Tracey From Margate: Everyone’s Been There» (1997), μια μεγάλη κουβέρτα φτιαγμένη με κομμάτια ρούχων φίλων της, γεμάτη χειρόγραφες φράσεις και προσωπικές εκμυστηρεύσεις, λειτουργούν σαν οπτική αυτοβιογραφία, καταγράφοντας αναμνήσεις, συναισθήματα και μικρές ιστορίες.
Η εγκατάσταση «It’s Not the Way I Want to Die» (2005), ένα μίνι roller coaster εμπνευσμένο από το Dreamland, το λούνα παρκ της πόλης, δείχνει πώς η Εμιν μετατρέπει μνήμες και αγωνίες σε έργα που προκαλούν συναίσθημα και στοχασμό.
Το Μάργκεϊτ παραμένει καθοριστικό στη ζωή της, καθώς μετά την περιπέτεια με τον καρκίνο επέστρεψε μόνιμα και δημιούργησε το Tracey Emin Artist Residency (TEAR), προσφέροντας έναν χώρο δημιουργίας σε νέους καλλιτέχνες.
Το πληγωμένο κορίτσι που αναζητούσε παρηγοριά στο σεξ και το αλκοόλ επέστρεψε στην πόλη θριαμβεύτρια. Ηταν ένα από τα πρώτα βήματα σε μια σειρά επενδύσεων real estate, που χρηματοδότησε και χάρη στην πώληση έργων της, όπως ο πίνακας «Like a Cloud of Blood», τον οποίο φιλοτέχνησε µετά την περιπέτεια της υγείας της και πωλήθηκε από τον οίκο Christie’s για 2,3 εκατομμύρια στερλίνες.
Στο έργο νέον «I Never Stopped Loving You», που είναι τοποθετημένο στην πρόσοψη του Droit House, ενός πρώην τελωνειακού κτιρίου στο Μάργκεϊτ, η Εμιν δείχνει ότι η πόλη δεν λειτουργεί πια ως τραύμα ή ως τόπος φυγής, αλλά ως πατρίδα, μνήμη και καταφύγιο. Eνας χώρος όπου το προσωπικό παρελθόν, η καλλιτεχνική ταυτότητα και η ανάγκη για επιστροφή ενώνονται σε μια πράξη αγάπης και συμφιλίωσης.
INFO
«Tracey Emin: A Second Life», Tate Modern, Λονδίνο, από τις 27 Φεβρουαρίου 2026.






