Για χρόνια κατηγορήθηκε για σιωπή απέναντι στον αυταρχισμό του καθεστώτος Μαδούρο. Ομως ο μαέστρος Γκουστάβο Ντουνταμέλ, ίσως ο πιο διάσημος «πρεσβευτής» της Βενεζουέλας στο εξωτερικό, δεν σιωπούσε επειδή φοβόταν: Η στενή του σχέση με το χρηματοδοτούμενο σε μεγάλο βαθμό από το κράτος El Sistema – ένα επαναστατικό πρόγραμμα επιμόρφωσης των φτωχών παιδιών μέσα από τη μουσική – τον ανάγκαζε να ισορροπεί σε τεντωμένο σκοινί και να μετράει κάθε λέξη του, με αποτέλεσμα οι επικριτές του να τον θεωρούν ακόμη και «πολιτικό εργαλείο» της κυβέρνησης.
Η μεγάλη ρήξη ήρθε το 2017: Επειτα από τη δολοφονία του 18χρονου βιολιστή Αρμάντο Κανισάλες, κατά τη διάρκεια αντικυβερνητικών διαδηλώσεων, ο Ντουνταμέλ έσπασε τη σιωπή του με ένα αγανακτισμένο «¡Basta ya!»: «Φτάνει πια! Τίποτα δεν δικαιολογεί την αιματοχυσία. Πρέπει να ακούσουμε τη δίκαιη κραυγή ενός λαού που ασφυκτιά». Με δημόσιες δηλώσεις του αλλά και με ένα κείμενο-τοποθέτηση που δημοσιεύθηκε στους «New York Times», απευθύνθηκε στην πολιτική ηγεσία της πατρίδας του, στέλνοντας ένα ηχηρό μήνυμα συμπερίληψης και δημοκρατίας.
Η απάντηση του καθεστώτος ήταν άμεση και εκδικητική: Ο Μαδούρο τον στοχοποίησε δημόσια, κατηγορώντας τον για πολιτική παρέμβαση και ακύρωσε τις προγραμματισμένες διεθνείς περιοδείες του με την Εθνική Ορχήστρα Νέων της Βενεζουέλας. Εκτοτε, η σχέση του Ντουνταμέλ με την κυβέρνηση παρέμεινε παγωμένη, αν και ο ίδιος δεν έπαψε ποτέ να συναντά και να στηρίζει τους συμπατριώτες του, όπως εξάλλου έκανε πάντα, και να οραματίζεται ένα μέλλον μακριά από τον αυταρχισμό.
Γεννημένος μέσα στη μουσική
Ο Γκουστάβο Ντουνταμέλ έρχεται στη ζωή στις αρχές του 1981, στην πόλη Μπαρκισιμέτο της Βενεζουέλας, γιος ενός τρομπονίστα και μιας δασκάλας φωνητικής. Μεγαλώνοντας μέσα σε ένα σπίτι όπου οι νότες ήταν εξίσου απαραίτητες με το οξυγόνο, το αγόρι δεν άργησε να δείξει πως η κλίση του ξεπερνούσε την απλή αγάπη για τη μουσική· ήταν μια οργανική ανάγκη έκφρασης. Από τα πρώτα του βήματα δεν έπαιζε με στρατιωτάκια, αλλά με μια αυτοσχέδια μπαγκέτα. Βάζοντας τα παλιά βινύλια των γονιών του στο πικάπ, διηύθυνε μια σειρά από λούτρινα ζωάκια και πλαστικά ανθρωπάκια που τα τοποθετούσε σε σχηματισμό ορχήστρας, σαν να είχε μπροστά του μουσικούς, μαθαίνοντας έτσι να «διαβάζει» τον ρυθμό προτού ακόμα μάθει να αναγνωρίζει τα γράμματα.
Σε ηλικία μόλις πέντε ετών ξεκίνησε τις σπουδές του στο βιολί, όμως το πνεύμα του ήταν ανήσυχο. Το εν λόγω όργανο του φαινόταν πως περιόριζε την ορμή του. Η αληθινή του φύση εξακολουθούσε να αποκαλύπτεται στις αυθόρμητες συναυλίες που έστηνε στο δωμάτιό του και όπου είχε πάντα τον ρόλο του μαέστρου. Η καθοριστική στιγμή ήρθε στα δεκατρία του χρόνια, όταν κατά τη διάρκεια μιας πρόβας της τοπικής νεανικής ορχήστρας, ο μαέστρος άργησε να εμφανιστεί. Ο νεαρός βιολιστής άφησε το δοξάρι, ανέβηκε στο πόντιουμ και πήρε τον έλεγχο της κατάστασης.
Η συνάντηση που του άλλαξε τη ζωή
Ηταν η εποχή που στη Βενεζουέλα ο οικονομολόγος, πολιτικός και μουσικός Χοσέ Αντόνιο Αμπρέου λειτουργούσε το El Sistema, ένα οραματικό πρόγραμμα επιμόρφωσης που έβγαλε τα φτωχά παιδιά από τις παραγκουπόλεις και τους έδωσε βιολιά αντί για όπλα και ναρκωτικά. Η συνάντηση του μικρού Γκουστάβο με τον Αμπρέου δεν ήταν απλώς μια τυχαία γνωριμία δασκάλου και μαθητή· ήταν η στιγμή που η ακατέργαστη ορμή ενός χαρισματικού παιδιού μαγευόταν και παρασυρόταν από το στρατηγικό όραμα ενός μεταρρυθμιστή.
Ο Αμπρέου, άνθρωπος που πίστευε ακράδαντα ότι η φτώχεια καταπολεμάται όχι μόνο με ψωμί αλλά και με την ομορφιά της τέχνης, είδε στον τότε 15χρονο Γκουστάβο τον ιδανικό μαθητή αλλά και ένα αστέρι που ετοιμαζόταν να λάμψει διεθνώς. Εγινε ο πνευματικός του πατέρας, για να του διδάξει όχι μόνο πώς να διαβάζει και να αναλύει μια παρτιτούρα του Μπετόβεν ή του Μάλερ, αλλά και πώς να χρησιμοποιεί την μπαγκέτα τού μαέστρου ως εργαλείο κοινωνικής ένταξης. Υπό την καθοδήγησή του, ο Ντουνταμέλ αναρριχήθηκε ταχύτατα και στα 18 του χρόνια, το 1999, ανέλαβε τη θέση του μουσικού διευθυντή της Συμφωνικής Ορχήστρας Νέων Σιμόν Μπολιβάρ (Simón Bolívar Youth Symphony Orchestra), τότε μέρους του El Sistema.

Την ίδια στιγμή, ο Αμπρέου τον προετοίμαζε για τη διεθνή σκηνή, ωθώντας τον να συμμετάσχει και στον Διαγωνισμό Διεύθυνσης Ορχήστρας Γκούσταβ Μάλερ. Η νίκη του στη διοργάνωση του 2004 εκτόξευσε την καριέρα του και τον ανέδειξε στο νέο «καυτό» όνομα στον χώρο της κλασικής μουσικής. Ο νεαρός μαέστρος άρχισε να απολαμβάνει διεθνή αναγνώριση, χωρίς όμως να ξεχνά ποτέ από πού προέρχεται. Ακόμα και σήμερα, κάθε φορά που μιλά για τη μουσική ως «ανθρώπινο δικαίωμα» και για την ανάγκη να φτάσει η κλασική παιδεία στις υποβαθμισμένες κοινότητες μέσω πρωτοποριακών προγραμμάτων, ουσιαστικά συνεχίζει τον διάλογο που ξεκίνησε πριν από τρεις δεκαετίες σε μια αίθουσα προβών στη Βενεζουέλα με τον μέντορά του.
Το 2025, γιορτάζοντας τα 50 χρόνια του El Sistema, ο Ντουνταμέλ επιβεβαίωνε πως παραμένει ταγμένος στη φιλοσοφία λειτουργίας του προγράμματος. Ο Χοσέ Αντόνιο Αμπρέου είχε φύγει από τη ζωή μερικά χρόνια πριν, το 2018, σε ηλικία 78 ετών.
Διεθνής καταξίωση
Λίγα χρόνια μετά τη νίκη του Ντουνταμέλ στον Διαγωνισμό Γκούσταβ Μάλερ, η Φιλαρμονική τού Λος Αντζελες τον επέλεξε ως τον επόμενο μουσικό της διευθυντή, έναν από τους νεότερους στην ιστορία της. Υπό την καθοδήγησή του το σύνολο μεταμορφώθηκε στην, κατά πολλούς, «σημαντικότερη ορχήστρα των ΗΠΑ». Και εκεί ο Ντουνταμέλ εφάρμοσε το όραμα του Αμπρέου, ιδρύοντας το YOLA (Youth Orchestra Los Angeles), ένα πρόγραμμα που προσφέρει δωρεάν όργανα και εκπαίδευση σε χιλιάδες παιδιά από κοινωνικά και οικονομικά ευάλωτες γειτονιές της Πόλης των Αγγέλων.
Το 2012 ίδρυσε το Dudamel Foundation, έναν μη κερδοσκοπικό οργανισμό που διευθύνει μαζί με τη δεύτερη σύζυγό του, την ισπανίδα ηθοποιό Μαρία Βαλβέρδε, ως επέκταση του κοινωνικού οράματός του, σύμφωνα με το οποίο «η μουσική και οι τέχνες είναι θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα». Το 2015, έπειτα από πρόσκληση του Τζον Γουίλιαμς, ο Ντουνταμέλ διηύθυνε τη μουσική που είχε γράψει ο βραβευμένος με Οσκαρ συνθέτης για τους τίτλους αρχής και τέλους στο soundtrack της ταινίας «Star Wars: Η Δύναμη ξυπνάει».
Το 2016 έγινε ο πρώτος καλλιτέχνης της κλασικής μουσικής σκηνής που συμμετείχε στο ημίχρονο του παγκοσμίως προβεβλημένου αθλητικού event του Super Bowl, διευθύνοντας δίπλα στους Coldplay, την Μπιγιονσέ και τον Μπρούνο Μαρς. Το 2017 έγινε ο νεότερος μαέστρος στην ιστορία που διηύθυνε την εμβληματική Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Βιέννης.
Δύο χρόνια μετά, τιμήθηκε με το δικό του αστέρι στο Hollywood Walk of Fame, ενώ το 2021 διηύθυνε το μουσικό μέρος της νέας κινηματογραφικής μεταφοράς του «West Side Story» από τον Στίβεν Σπίλμπεργκ. Από το 2021 έως το 2023 ήταν μουσικός διευθυντής της Opéra National de Paris και το φθινόπωρο του 2024 έγινε ο πρώτος μουσικός της κλασικής σκηνής που φιλοξενήθηκε στο εξώφυλλο του περιοδικού «Billboard». Σαρωτική είναι και η δισκογραφική του παρουσία, με τον μαέστρο να έχει κερδίσει μέχρι σήμερα, μεταξύ άλλων, αρκετά βραβεία Grammy.

Προς το αύριο
Από τον Σεπτέμβριο του 2026 ο Ντουνταμέλ θα κατέχει επισήμως τη θέση του μουσικού και καλλιτεχνικού διευθυντή της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Νέας Υόρκης. Καλείται δηλαδή να συνεχίσει την κληρονομιά θρύλων όπως ο Αρτούρο Τοσκανίνι, ο Λέοναρντ Μπερνστάιν (με τον οποίο ενίοτε τον συγκρίνουν), ο Πιερ Μπουλέζ, ο Ζούμπιν Μέτα, ο Κουρτ Μαζούρ και ο Λόριν Μάαζελ. Ηδη από το 2024 και το 2025 προετοίμαζε το έδαφος και με δωρεάν συναυλίες του συνόλου σε συνοικίες της Νέας Υόρκης, πιστός πάντα στην αρχή του ότι η μουσική ανήκει σε όλους.
Στις 25 Ιανουαρίου θα διευθύνει τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης στο Radio City Music Hall, στην πρώτη εμφάνισή της στον εμβληματικό χώρο μέσα στα περίπου 200 χρόνια της ιστορίας της. Ακολούθως θα διευθύνει σειρά συναυλιών της Φιλαρμονικής του Λος Αντζελες, με τελευταίες εκείνες του τριημέρου 5-7 Ιουνίου, στο Walt Disney Concert Hall, το εμβληματικό οικοδόμημα με την ανεξίτηλη αρχιτεκτονική σφραγίδα του εκλιπόντος Φρανκ Γκέρι, οπότε θα γιορτάσει τα 17 χρόνια του με την ορχήστρα και θα την αποχαιρετήσει. Για να βαδίσει σε νέα μονοπάτια και να ανταποκριθεί στις νέες προκλήσεις. Οχι πια ως ο βενεζουελάνος μαέστρος με την αστείρευτη ενέργεια, όπως έγινε γνωστός, αλλά ως ένας ώριμος καλλιτέχνης – είναι πλέον 45 ετών –
που χρησιμοποιεί τη δύναμη του ταλέντου και της θέσης του για να υπενθυμίζει στον κόσμο ότι, ακόμα και στις πιο σκοτεινές πολιτικές συγκυρίες, η αρμονία της μουσικής παραμένει δυνατό επιχείρημα για την ειρήνη.



