Αφορμή για τη γνωριμία του ελληνικού κοινού με τον διεθνώς καταξιωμένο ιταλό μαέστρο Αλβίζε Καζελάτι είναι μια βαθιά συγκινητική εκδήλωση: η επικείμενη εμφάνισή του με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στο μουσικό γκαλά «Ελπίδα και Αγάπη», που διοργανώνεται από το σωματείο «ΕΛΠΙΔΑ – Σύλλογος Φίλων Παιδιών με Καρκίνο».
Η συναυλία, που θα φιλοξενηθεί στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών την Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου, είναι βεβαίως αφιερωμένη στην ενίσχυση των παιδιών που δίνουν τη δική τους μάχη και έρχεται για να μετατρέψει τη μουσική πράξη σε πράξη προσφοράς και αλληλεγγύης. Σε μια συνειδητή συνάντηση τέχνης και ανθρωπισμού, με τη σκηνή του Μεγάρου να λειτουργεί ως χώρος συλλογικής ευθύνης. Εξάλλου ο Αλβίζε Καζελάτι ανήκει σε εκείνη την κατηγορία μουσικών που ανταποκρίνονται με ευαισθησία και ενσυναίσθηση σε τέτοιες προσκλήσεις.
Μαέστρος που κινείται ανάμεσα στα μεγάλα θέατρα και στις διεθνείς αίθουσες συναυλιών χαράσσοντας διαδρομές ουσίας, ξεκίνησε τη ζωή και την καλλιτεχνική του εκπαίδευση από την Πάντοβα. Εκεί γεννήθηκε, σε μια οικογένεια με μουσική παράδοση, εκεί άρχισε από πολύ μικρός να μαθαίνει βιολί. Παράλληλα με τις μουσικές σπουδές του σπούδασε νομικά. Απέκτησε πτυχίο Νομικής από τη Università degli Studi di Padova και master πάνω στα πνευματικά δικαιώματα στην Columbia Law School της Νέας Υόρκης και εγγράφηκε στα δικηγορικά σώματα της Ιταλίας και της Νέας Υόρκης.

Photo Davide Cerati
Τελικά η μουσική φάνηκε πιο δυνατή από την επιστήμη του και τον κέρδισε! Μεταξύ άλλων, ο Καζελάτι το 2011 έκανε το ντεμπούτο του στην Ιταλία, στο Teatro La Fenice της Βενετίας, διευθύνοντας συναυλία για την 150ή επέτειο της ενοποίησης της χώρας. Το 2014 έκανε το ντεμπούτο του στην όπερα διευθύνοντας στο Teatro Carlo Felice της Γένοβας τον «Κουρέα της Σεβίλλης» του Ροσίνι και το «Ελιξίριο του έρωτα» του Ντονιτσέτι. Ακολούθησαν πολλές εμφανίσεις σε σημαντικές σκηνές. Ισως όμως το πιο συναρπαστικό κεφάλαιο της δουλειάς του να είναι η σύλληψη και η καλλιτεχνική διεύθυνση του προγράμματος «Opera Italiana is in the Air».
Πρόκειται για μια πρωτοβουλία που ξεκίνησε το 2017 με στόχο να βγάλει την ιταλική όπερα έξω από τις παραδοσιακές αίθουσες και να την κάνει προσβάσιμη σε ένα ευρύτερο, πολυπολιτισμικό και νεαρό κοινό μέσα από συναυλίες σε δημόσιους χώρους στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Σήμερα, ως καλλιτεχνικός διευθυντής του ιστορικού Teatro Massimo στο Παλέρμο, ο μαέστρος συνεχίζει δυναμικά, κάνοντας – όπως εξηγεί και ο ίδιος μιλώντας αποκλειστικά στο BHMAgazino – την όπερα εργαλείο κοινωνικής αλληλεγγύης και προσφοράς.
Μαέστρο, τι σημαίνει για εσάς η πρώτη σας εμφάνιση στην Ελλάδα; Πόσο σημαντική είναι η φιλανθρωπική πτυχή της συναυλίας υπέρ του σωματείου ΕΛΠΙΔΑ;
«Εχει έναν βαθύτατα συμβολικό χαρακτήρα. Η Ελλάδα αποτελεί ένα από τα λίκνα του πολιτισμού μας. Οι κλασικές μου σπουδές, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στα αρχαία ελληνικά, υπήρξαν καθοριστικές για την κατανόηση όχι μόνο των ριζών μου, αλλά και της ιταλικής γλώσσας (και γενικότερα όλων των λατινογενών γλωσσών). Είναι εξάλλου πάντα μεγάλη συγκίνηση να γνωρίζω τους ανθρώπους ενός τόπου μέσα από την παγκόσμια γλώσσα της μουσικής. Ο τίτλος της συναυλίας “Ελπίδα και Αγάπη” αντανακλά τη σύνθεση του μουσικού προγράμματος που θα παρουσιαστεί, αλλά κυρίως την αποστολή της “ΕΛΠΙΔΑΣ”, ενός σωματείου που προσφέρει δωρεάν θεραπεία σε παιδιά με καρκίνο και φιλοξενεί δωρεάν τις οικογένειές τους στις νοσοκομειακές δομές του. Είναι συγκλονιστικό να μπορείς να αναστρέψεις τη μοίρα ενός δράματος που πλήττει εν προκειμένω τα παιδιά, βοηθώντας τόσες οικογένειες, και να έχεις έστω και μία ευκαιρία να μετατρέψεις μια τραγωδία σε ένα μέλλον υγείας. Επομένως, η φιλανθρωπική πλευρά υπέρ του σωματείου είναι κεντρικής σημασίας. Θεωρώ πως η τέχνη βρίσκει την πραγματική της αξία όταν τίθεται στην υπηρεσία των άλλων, ιδιαίτερα των πιο ευάλωτων. Η στήριξη παιδιών και οικογενειών μέσω της μουσικής προσδίδει σε αυτή τη συναυλία ένα νόημα που ξεπερνά τη σκηνή και καθιστά την καλλιτεχνική εμπειρία βαθιά ανθρώπινη. Στην Ουάσιγκτον, ο οργανισμός “Opera Italiana is in the Air”, του οποίου είμαι πρόεδρος και μουσικός διευθυντής, επισκέπτεται κάθε χρόνο το Children’s National Hospital για μια μικρή συναυλία για τα παιδιά και τις οικογένειές τους. Πιστεύω ακράδαντα στη μουσικοθεραπεία και στη δύναμη που έχει η μουσική στην ψυχή των ανθρώπων».
Με ποιον τρόπο η επιλογή του ρεπερτορίου της αθηναϊκής συναυλίας αντανακλά το μήνυμα της ελπίδας και της αγάπης που επιθυμείτε να μεταδώσετε;
«Το ρεπερτόριο επιλέχθηκε με μεγάλη προσοχή. Οι Ροσίνι, Βέρντι, Πουτσίνι και Βάγκνερ που θα ακουστούν αντιπροσωπεύουν διαφορετικές μουσικές γλώσσες, αλλά όλοι τους μιλούν για το ανθρώπινο ον και τα βαθύτερα συναισθήματά του. Ο Ροσίνι φέρει φως και ζωτικότητα. Ο Βέρντι εκφράζει την αξιοπρέπεια και τη λύτρωση, όπως στην περίπτωση μιας σπουδαίας ηρωίδας του, της Ιωάννας της Λωρραίνης, στην όπερα “Giovanna d’Arco”. Ο Πουτσίνι εισχωρεί στην οικειότητα της αγάπης και μιλάει για το ευάλωτο της ψυχής μας με όπερες όπως η “Τόσκα”, η “Μανόν Λεσκό” και η “Μποέμ”, ενώ ο Βάγκνερ ανοίγει μια διάσταση πιο πνευματική και οικουμενική με τη δική του μουσική. Και φυσικά ο Γκουνό, με το “Je veux vivre”, την άρια της Ιουλιέτας από την όπερα “Ρωμαίος και Ιουλιέτα”, μας χαρίζει την αίσθηση του παλμού της ζωής. Η αγάπη είναι ο κοινός παρονομαστής. Μαζί αυτοί οι συνθέτες χτίζουν μια συναισθηματική διαδρομή που διαπερνά την οδύνη και οδηγεί στην ελπίδα. Στην πραγματικότητα, το μήνυμα δεν χρειάζεται εξηγήσεις, γιατί η μουσική θα μιλήσει απευθείας στην καρδιά του κοινού».

Σπουδάσατε μουσική αλλά και νομική και τελειοποιήσατε την εκπαίδευσή σας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πώς αυτές οι διαδρομές επηρέασαν το όραμά σας ως διευθυντή ορχήστρας;
«Η εκπαιδευτική μου πορεία ήταν συνειδητά πολυδιάστατη. Οι μουσικές σπουδές μού δίδαξαν την καθημερινή άσκηση και τη θυσία για την επίτευξη του ωραίου. Η νομική μού δίδαξε τη συγκρότηση της σκέψης και το αίσθημα ευθύνης. Οι νομικές σπουδές, ειδικότερα, μου δίδαξαν τη μέθοδο της ερμηνείας και τη λογική της, την οποία εφάρμοσα στην ανάλυση της παρτιτούρας. Ο διευθυντής ορχήστρας είναι και ένας μάνατζερ. Πρέπει πρώτα να διαχειριστεί τον δικό του χρόνο προετοιμασίας και στη συνέχεια τον χρόνο των καλλιτεχνών που καθοδηγεί. Πρέπει να διαθέτει μεγάλη καλλιέργεια αλλά και να είναι πρακτικός στην επίλυση των τεχνικών και μουσικών προβλημάτων της παρτιτούρας. Τέλος, πρέπει να αλληλεπιδρά με μεγάλη ανθρωπιά με τους καλλιτέχνες ώστε να μπορεί να τους εμπνεύσει για το βέλτιστο αποτέλεσμα».
Εσάς ποιοι καλλιτέχνες σάς ενέπνευσαν περισσότερο στην καριέρα και στη ζωή σας;
«Εμπνεύστηκα από καλλιτέχνες που κατάφεραν να συνδυάσουν τη μουσική αριστεία με την ανθρώπινη εμβρίθεια. Σπούδασα στην Juilliard με τον Βίνσεντ λα Σέλβα, έναν “toscaniniano” (σ.σ.: αναφορά στον μυθικό ιταλό μαέστρο Αρτούρο Τοσκανίνι) μαέστρο. Στη συνέχεια γνώρισα τον Πιέρο Μπελούγκι, ο οποίος υπήρξε μέντοράς μου και με ενθάρρυνε να εγκαταλείψω το νομικό επάγγελμα για να αφοσιωθώ εξ ολοκλήρου στη διεύθυνση ορχήστρας. Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε η μουσική μου καριέρα. Ανάμεσα στους εν ζωή διευθυντές ορχήστρας από τους οποίους άντλησα τη μεγαλύτερη έμπνευση περιλαμβάνονται ο Ρικάρντο Μούτι και ο Βαλέρι Γκεργκίεφ. Επίσης, με είχε αγγίξει βαθύτατα ο Μάρις Γιάνσονς, ο οποίος έφυγε από τη ζωή πριν από μερικά χρόνια».
Πόσο σημαντικός είναι για εσάς σήμερα ο ρόλος του καλλιτεχνικού διευθυντή του Teatro Massimo του Παλέρμο;
«Το να συμβάλλω μέσα από αυτόν τον ρόλο στο μήνυμα που οφείλει να στείλει σήμερα το λυρικό θέατρο στο κοινό του αποτελεί για εμένα τεράστια ευθύνη αλλά και μια εξαιρετική ευκαιρία. Το Παλέρμο είναι μια πόλη διαλόγου και βαθιών πολιτισμικών επιρροών, με ένα κοινό προσεκτικό και καλλιεργημένο, αλλά και ανοιχτό στην καινοτομία. Αυτή τη στιγμή αισθάνομαι γύρω μου έναν απίστευτο αναβρασμό, αυτόν μιας πόλης που εξελίσσεται ραγδαία τόσο σε οικονομικό όσο και σε πολιτιστικό επίπεδο».
Αν έπρεπε να επιλέξετε, θα προτιμούσατε να διευθύνετε όπερα ή συμφωνική μουσική;
«Δεν θα μπορούσα να απαρνηθώ καμία από τις δύο. Η όπερα είναι θέατρο, λόγος και ενσαρκωμένο συναίσθημα· η συμφωνική μουσική είναι ένα εσωτερικό ταξίδι, μια καθαρή κατασκευή ήχου. Είναι δύο γλώσσες διαφορετικές αλλά συμπληρωματικές. Η όπερα τροφοδοτεί τη σχέση μου με το ανθρώπινο δράμα, ενώ η συμφωνική τελειοποιεί την αναζήτησή μου για τον ήχο και τη φόρμα. Μαζί ολοκληρώνουν το μουσικό μου όραμα».

Υπάρχει κάποιος συνθέτης ή κάποιο έργο που έχει ιδιαίτερη θέση στην καρδιά σας;
«Στην όπερα, σίγουρα ο Βέρντι και ο Πουτσίνι. Ειδικότερα η “Τόσκα” με συνδέει με την οικογένειά μου, μου φέρνει μνήμες κυρίως από τους παππούδες μου από την πλευρά της μητέρας μου. Στη συμφωνική μουσική, ο Μπετόβεν, ο Ντβόρζακ και ο Τσαϊκόφσκι είναι για εμένα οι κορυφαίοι εκφραστές του συναισθήματος. Οταν παίζω βιολί, μέσα από τον Μπαχ νιώθω ότι συνομιλώ απευθείας με το θείο. Το κορυφαίο Κοντσέρτο για Βιολί παραμένει αυτό του Τσαϊκόφσκι, ενώ ως πιανίστας δεν μπορώ να μην αναφέρω τον Σοπέν».
Το πρόγραμμα «Opera Italiana is in the Air», στο οποίο αναφερθήκατε και εσείς προηγουμένως, στοχεύει στο να φέρει την όπερα πιο κοντά σε ένα ευρύτερο κοινό. Πώς το εμπνευστήκατε και πώς εξελίσσεται;
«Γεννήθηκε από την επιθυμία να βγάλουμε την όπερα έξω από τα θέατρα, σε δημόσιους χώρους, ώστε να την καταστήσουμε προσβάσιμη σε όλους μέσω της δωρεάν εισόδου. Αν αναλογιστούμε ότι η όπερα υπήρξε η “ποπ μουσική” για 450 χρόνια και ότι μόνο τις τελευταίες δεκαετίες άρχισε να θεωρείται μουσική για την ελίτ, καταλαβαίνουμε πόσο απέχει αυτή η αντίληψη από την πραγματική της φύση. Με τον καιρό, το πρόγραμμα εξελίχθηκε με την ένταξη νεαρών συνθετών ηλικίας 12 έως 18 ετών και νέων μουσικών από την Juilliard και τη Manhattan School of Music, που εργάστηκαν δίπλα σε κορυφαίους καλλιτέχνες και εκπαιδευτές, οι οποίοι συνεργάζονται με τη Metropolitan Opera και τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης. Παράλληλα, συνεργαζόμαστε, όπου είναι εφικτό, με προγράμματα μουσικοθεραπείας μεγάλων αμερικανικών ιδρυμάτων, όπως του Memorial Sloan Kettering Cancer Center, μεταφέροντας έτσι τη μουσική και στα νοσοκομεία, συμπεριλαμβανομένου του Children’s National Hospital»
Μεταξύ άλλων συνεργαστήκατε με τον Τζον Μάλκοβτς στη θεατρική-μουσική περφόρμανς «Report on the Blind», βασισμένη στο ομώνυμο κεφάλαιο του μυθιστορήματος «Περί Ηρώων και Τάφων» του Ερνέστο Σάμπατο. Πώς ήταν η εμπειρία;
«Εντονη και συναρπαστική. Ο Τζον είναι ένας εξαιρετικός καλλιτέχνης, ικανός να δημιουργεί μια άμεση και βαθιά σχέση με το κοινό ακόμα και μέσα από αυτές τις μουσικές συναντήσεις. Το έργο συνδυάζει μουσική, λόγο και θέατρο με έναν μη συμβατικό τρόπο. Το κείμενο περιγράφει έναν κόσμο που καθοδηγείται από “τυφλούς” – μια ισχυρή πρόκληση που προσκαλεί σε αναστοχασμό. Θα ήθελα πολύ να φέρω σύντομα αυτό το πρότζεκτ και στο Teatro Massimo».
Διευθύνετε σε όλον τον κόσμο. Εχετε, αλήθεια, εντοπίσει μεγάλες πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα σε Αμερική, Ευρώπη και Ασία;
«Η όπερα και γενικότερα η μουσική στέλνουν παγκόσμια μηνύματα, λειτουργούν ως μια γέφυρα ανάμεσα σε διαφορετικούς πολιτισμούς. Η μεγαλύτερη ικανοποίησή μου είναι να βλέπω πόσο επίκαιρη και σημαντική παραμένει η ιταλική όπερα στην Αμερική, στην Ευρώπη και στην Ασία. Η μουσική διδάσκει μία από τις πιο απαραίτητες αρετές για τη συμβίωση των λαών: την ικανότητα να ακούμε».
Τι συμβουλή θα δίνατε στους νέους διευθυντές ορχήστρας;
«Πέρα από τη μελέτη της ορχηστρικής τεχνικής και της παρτιτούρας, θα τους συμβούλευα να διευθύνουν όσο το δυνατόν περισσότερο, ακόμη και μικρά σύνολα. Ο διευθυντής ορχήστρας εξελίσσεται μέσα από την πράξη. Πρέπει να αγαπάς βαθιά αυτόν τον κόσμο για να αντιμετωπίσεις τις δυσκολίες του, με ταπεινότητα, περιέργεια, πολλή δουλειά και ανθεκτικότητα. Επίσης, είναι θεμελιώδες να υπηρετούμε τη μουσική και να μην τη χρησιμοποιούμε για να δοξαστούμε. Ο διευθυντής ορχήστρας είναι στην υπηρεσία της μουσικής, και αυτός πρέπει να παραμένει πάντα ο τελικός στόχος της δουλειάς του!».
ΙΝFO
Μουσικό Gala «Ελπίδα
και αγάπη»: Μέγαρο Μουσικής Αθηνών,
Αίθουσα «Χρήστος Λαµπράκης», στις
13 Φεβρουαρίου.
Ως σολίστες συµµετέχουν η υψίφωνος Χριστίνα Πουλίτση και ο τενόρος Τζόρτζιο Μπερούγκι.
Εισιτήρια στο
www.megaron.gr



