Ηταν 8 Δεκεμβρίου 1970, μια κρύα μέρα με λάσπη και χιονόνερο στο γήπεδο της εργατικής συνοικίας Βιγιαβέρδε στη Μαδρίτη. Εκείνη την ημέρα γράφτηκε ένα μικρό αλλά καθοριστικό κεφάλαιο στην ιστορία του ποδοσφαίρου της Ισπανίας: το πρώτο σοβαρά οργανωμένο γυναικείο ποδοσφαιρικό παιχνίδι στη χώρα.

Η ιστορία αυτή ζωντανεύει σήμερα μέσα από την ταινία «Pioneras, solo querían jugar» («Πρωτοπόρες, ήθελαν μόνο να παίξουν»), που σκηνοθέτησε η ισπανίδα δημιουργός Μάρτα Ντίας Ντι Λόπε Ντίας και παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Μάλαγα. Η ταινία αφηγείται μια πραγματική ιστορία γυναικών που τόλμησαν να αμφισβητήσουν τις κοινωνικές και πολιτικές απαγορεύσεις της εποχής και να διεκδικήσουν το δικαίωμα να παίξουν ποδόσφαιρο.

Την πρωτοβουλία για εκείνο τον αγώνα είχε ο προπονητής νεαρών ποδοσφαιριστών Ραφαέλ Μούγα, ένας άνθρωπος που πίστευε ότι το γυναικείο ποδόσφαιρο μπορούσε να έχει μέλλον στην Ισπανία. Οργάνωσε τον αγώνα στο γήπεδο Boetticher, σε μια εργατική περιοχή της Μαδρίτης, σε μια εποχή που η κοινωνία βρισκόταν ακόμη υπό τη βαριά σκιά της δικτατορίας του Φράνκο.

Μπροστά σε 8.000 θεατές

Στον αγώνα συμμετείχαν δύο ομάδες γυναικών που είχαν δημιουργηθεί ειδικά για την περίσταση: η Mercacredit και η Sizam. Στην πραγματικότητα, πολλές από τις παίκτριες προπονούνταν μαζί, όμως χωρίστηκαν σε δύο ομάδες για να πραγματοποιηθεί η αναμέτρηση.

Τα εισιτήρια κόστιζαν μόλις 25 πεσέτες. Ο Μούγα είχε κρατήσει χαμηλή την τιμή, επειδή πίστευε ότι το γυναικείο ποδόσφαιρο μπορούσε να εξελιχθεί σε κάτι μεγάλο. Στην αρχή, όταν οι παίκτριες έφτασαν στο γήπεδο, υπήρχαν μόλις λίγοι θεατές. Ωστόσο, όσο πλησίαζε η ώρα της σέντρας, το πλήθος αυξανόταν. Τελικά, σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, περίπου 8.000 άνθρωποι παρακολούθησαν το παιχνίδι.

Η ομάδα Sizam επικράτησε με 5-1. Τα πέντε γκολ σημείωσε η νεαρή επιθετικός Κονσεπσιόν Σάντσεθ Φρέιρε, η οποία λόγω της ποιότητάς της απέκτησε το παρατσούκλι «Conchi Amancio», σε αναφορά στον διάσημο επιθετικό της Ρεάλ, Αμάνθιο Αμάρο.

Η Σάντσεθ Φρέιρε ήταν μόλις 13 ετών και η νεότερη παίκτρια της ομάδας. Αργότερα θυμόταν εκείνη τη μέρα ως μια πραγματική γιορτή. Οι φίλαθλοι μπήκαν στο τέλος στο γήπεδο για να πανηγυρίσουν, ενώ οι παίκτριες χρειάστηκε να αποχωρήσουν με συνοδεία λόγω του ενθουσιασμού του πλήθους.

Για όλους όμως η ημέρα δεν τελείωσε τόσο πανηγυρικά. Μετά τη λήξη του αγώνα, δύο άνδρες της εθνοφρουράς ζήτησαν από τον διοργανωτή να τους ακολουθήσει στο τοπικό αστυνομικό τμήμα. Ο Μούγα φοβήθηκε ότι θα αντιμετώπιζε σοβαρές συνέπειες, αλλά τελικά η υπόθεση είχε μια πιο απρόσμενη κατάληξη: ο διοικητής απλώς ήθελε να γνωρίσει τον άνθρωπο που είχε οργανώσει έναν αγώνα γυναικών. Για εκείνον, όπως είπε, το γεγονός ήταν σχεδόν… απίστευτο.

Η εποχή δεν ήταν καθόλου ευνοϊκή για τέτοιες πρωτοβουλίες. Στην Ισπανία του τέλους της δικτατορίας, οι γυναίκες είχαν ελάχιστους χώρους ελευθερίας και η δημόσια παρουσία τους στον αθλητισμό ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Η περίφημη «Sección Femenina» του καθεστώτος προωθούσε έναν αυστηρό ρόλο για τις γυναίκες, περιορίζοντας τη συμμετοχή τους σε δραστηριότητες που θεωρούνταν «κατάλληλες», στις οποίες, βέβαια, δεν περιλαμβανόταν το ποδόσφαιρο…

Η ανεπίσημη Εθνική

Παρά τις δυσκολίες, εκείνη η γενιά γυναικών συνέχισε να παίζει. Λίγους μήνες αργότερα, στις 21 Φεβρουαρίου 1971, μια ανεπίσημη εθνική ομάδα της Ισπανίας έδωσε το πρώτο διεθνές παιχνίδι της απέναντι στην Πορτογαλία στη Μούρθια, σε έναν αγώνα που έληξε 3-3. Ωστόσο, η Ισπανική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου αρνήθηκε να αναγνωρίσει την ομάδα, και η πρώτη επίσημη Εθνική δημιουργήθηκε μόλις το 1983.

Η ταινία αναφέρεται επίσης σε ένα ιδιαίτερο γεγονός της εποχής: έναν αγώνα φιλανθρωπικού χαρακτήρα που διοργανώθηκε το 1971 στο παλιό στάδιο του Βαγιέκας με τίτλο «Folclóricas contra Finolis». Στον αγώνα συμμετείχαν διάσημες τραγουδίστριες και ηθοποιοί όπως η Λόλα Φλόρες και η Ρότσιο Χουράδο, σε μια εκδήλωση που πολλοί θεωρούν ότι έγινε για να γελοιοποιήσει το γυναικείο ποδόσφαιρο και να υποβαθμίσει την προσπάθεια των πρωτοπόρων παικτριών.

Για τη σκηνοθέτρια, η ιστορία αυτών των γυναικών παραμένει ελάχιστα γνωστή. Παρά τα βιβλία, τα δημοσιογραφικά αφιερώματα και τα ντοκιμαντέρ, το ευρύ κοινό δεν έχει συνειδητοποιήσει πόσο δύσκολο ήταν για εκείνες να παίξουν ποδόσφαιρο.

Κι όμως, εκείνη η γενιά άνοιξε τον δρόμο για το μέλλον. Χωρίς θεσμική στήριξη, χωρίς υποδομές και συχνά απέναντι σε κοινωνικές προκαταλήψεις, οι παίκτριες εκείνες δημιούργησαν τις βάσεις πάνω στις οποίες χτίστηκε το σημερινό γυναικείο ποδόσφαιρο.

Σήμερα, σε μια εποχή όπου η Ισπανία έχει κατακτήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο και το γυναικείο ποδόσφαιρο γνωρίζει πρωτοφανή ανάπτυξη, η ιστορία των «Πρωτοπόρων» θυμίζει ότι τίποτα από αυτά δεν ήταν αυτονόητο. Ηταν το αποτέλεσμα ενός αγώνα που ξεκίνησε σε ένα λασπωμένο γήπεδο της Μαδρίτης, όταν μερικές γυναίκες αποφάσισαν απλώς να παίξουν ποδόσφαιρο.