Η λεγόμενη λαϊκή και κοινωνική Δεξιά της Νέας Δημοκρατίας δεν είναι ένα οργανωμένο ρεύμα με επίσημους εκπροσώπους. Είναι περισσότερο ένας αυτόκλητος θεματοφύλακας των αξιών και των παραδόσεων της ΝΔ, για άλλους απαραίτητος και για άλλους παρωχημένος, ωστόσο υπαρκτός.

Αυτή η κοινωνική και πολιτική δεξαμενή δεν μιλάει συχνά δημόσια. Εκφράζεται, όμως, στις κομματικές οργανώσεις που έχουν απομείνει ζωντανές, στις εκδηλώσεις, στα τηλεφωνήματα μεταξύ παλιών στελεχών, σε ιδιωτικές συζητήσεις με βουλευτές και υπουργούς. Και εκεί η εικόνα για τη σημερινή Νέα Δημοκρατία και τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι αντιφατική και προβληματική.

Η δημόσια σιωπή στελεχών, κυρίως βουλευτών, δεν είναι μόνο πολιτική στάση, αλλά και τακτική. Ο επικείμενος ανασχηματισμός λειτουργεί ανασταλτικά για ανοιχτές τοποθετήσεις και δημόσιες διαφοροποιήσεις, το στίγμα, όμως, στις πιο προσωπικές συζητήσεις είναι σαφές για το Μέγαρο Μαξίμου: «Δεν πάμε καλά, ακούστε μας».

Ψυχική απόσταση

Το «Β» συνομίλησε με αρκετά στελέχη και βουλευτές της ΝΔ της λεγόμενης λαϊκής και κοινωνικής Δεξιάς, η οποία έχει ως σημεία αναφοράς τους Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά, και κατέγραψε τα υπόγεια ρεύματα που διαπερνούν το κόμμα.

Οι πρώην πρωθυπουργοί εκφράζουν ανοιχτά τις διαφωνίες τους με την πολιτική Μητσοτάκη, οι υπόλοιποι, όμως, το κάνουν με την παρουσία τους σε εκδηλώσεις που έχουν ομιλητές του δύο παραπάνω πολιτικούς, με συζητήσεις με πρόσωπα που θα μεταφέρουν το μήνυμα στα ανώτερα επίπεδα της κυβέρνησης, με μικρές κοινοβουλευτικές ανταρσίες. Πράγματα που γρατσουνίζουν την κυβέρνηση χωρίς να την πριονίζουν, διότι αναγνωρίζουν ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης «κερδίζει εκλογές», «κρατάει το κόμμα στην εξουσία» και «έχει εικόνα σοβαρού πρωθυπουργού στο εξωτερικό».

Αυτά δεν τα αμφισβητεί σχεδόν κανείς στον χώρο της λαϊκής Δεξιάς. Υπάρχει όμως μια μόνιμη απόσταση, ένα αίσθημα ότι δεν τους προσέγγισε ποτέ, μια ψυχική απόσταση. Ο έντονος τεχνοκρατισμός του τους είναι ξένος και η παρουσία υπουργών που προέρχονται από το ΠαΣοΚ καρφί στο μάτι τους. Η «πασοκοποίηση» της ΝΔ είναι για αυτούς κάτι ασυγχώρητο.

Η κριτική δεν αφορά τόσο την κεντρική πολιτική γραμμή, όσο το ύφος και την προτεραιοποίηση. Πολλοί λένε ότι η ΝΔ του Μητσοτάκη μοιάζει περισσότερο με κόμμα διαχείρισης παρά με κόμμα κοινωνικής αναφοράς. «Δεν μας μιλάει» λένε χαρακτηριστικά. «Μας κυβερνά, αλλά δεν μας αγκαλιάζει». Η αίσθηση αυτή ενισχύεται από την έμφαση σε τεχνοκράτες και εξωκοινοβουλευτικά στελέχη στην κυβέρνηση, από μια γλώσσα που συχνά μοιάζει ξένη προς τα λαϊκά ακροατήρια της Δεξιάς.

Πιο «ανθρώπινη»

Στην κοινωνική Δεξιά υπάρχει επίσης μια υποδόρια ανησυχία για τη σχέση του κόμματος με την αγορά και τις μεγάλες επιχειρήσεις. Οχι ως ιδεολογική απόρριψη, αλλά ως φόβος ότι ο μικρός και μεσαίος κόσμος της παράταξης μένει πίσω. «Δεν είναι όλοι πολυεθνικές και funds» λένε.

«Υπάρχουν μαγαζιά, αγρότες, οικογενειακές επιχειρήσεις που ζορίζονται». Εκεί θεωρούν ότι η κυβέρνηση δεν έχει πάντα το αφτί της τόσο χαμηλά όσο θα έπρεπε. Και αυτό, λένε, φαίνεται και στις αγροτικές κινητοποιήσεις, όπως και στον τρόπο που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση τα μπλόκα. Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ έπληξε σε πολύ μεγάλο βαθμό τη σχέση αυτών των ανθρώπων με το κεντρικό σύστημα εξουσίας της ΝΔ.

Σε αυτό το πλαίσιο, η αναφορά στον Κώστα Καραμανλή παραμένει σταθερή και φορτισμένη συναισθηματικά. Για τη λαϊκή Δεξιά, ο πρώην πρωθυπουργός είναι το σύμβολο μιας πιο ήπιας, πιο κοινωνικής, πιο «ανθρώπινης» Δεξιάς.

Ακόμη και όσοι αναγνωρίζουν λάθη της διακυβέρνησής του, μιλούν για έναν πολιτικό που «καταλάβαινε τον κόσμο», που ήταν κοντά του και δεν κυβερνούσε με λογική Excel.

Η αιχμηρή κριτική του στον Κ. Μητσοτάκη ερμηνεύεται με πολλούς τρόπους. Αλλοι τη βλέπουν ως στάση ευθύνης, άλλοι ως αποστασιοποίηση από μια ΝΔ που δεν του ταιριάζει πια.

Σε κάθε περίπτωση, το όνομά του λειτουργεί ως σημείο αναφοράς. Οταν τα πράγματα δυσκολεύουν κοινωνικά, όταν υπάρχει δυσαρέσκεια, η φράση «επί Καραμανλή αυτά δεν γίνονταν» ακούγεται συχνά, είτε δίκαια είτε άδικα είτε και καθ’ υπερβολή.

Στάση ακρόασης

Ο Αντώνης Σαμαράς, από την άλλη πλευρά, προκαλεί διαφορετικού τύπου συζητήσεις. Στη λαϊκή και κοινωνική Δεξιά αναγνωρίζεται ως πολιτικός που «μίλησε καθαρά» σε δύσκολες στιγμές, που εξέφρασε πιο σκληρές δεξιές θέσεις, κυρίως στα εθνικά και στο Μεταναστευτικό. Για πολλούς, εκπροσωπεί τη δεξιά ταυτότητα χωρίς εκπτώσεις.

Αυτό του δίνει ακόμη επιρροή σε συγκεκριμένα ακροατήρια και υπάρχει στελεχιακό δυναμικό έτοιμο να τον ακολουθήσει στο νέο κόμμα, αν ο πρώην πρωθυπουργός τελικά το αποφασίσει.

Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχει και κόπωση. Υπάρχουν στελέχη και ψηφοφόροι που θεωρούν ότι η συνεχής διαφοροποίηση Σαμαρά δημιουργεί εσωτερικό θόρυβο, χωρίς να προσφέρει διέξοδο. Τον ακούν, τον σέβονται, αλλά οι περισσότεροι δεν είναι έτοιμοι να τον ακολουθήσουν σε μια ανοιχτή σύγκρουση με την ηγεσία. Η στάση απέναντί του είναι περισσότερο στάση ακρόασης και συμφωνίας παρά συστράτευσης.

Αυτό που ενώνει τις αναφορές σε Καραμανλή και Σαμαρά είναι η ανάγκη ταυτότητας. Η λαϊκή Δεξιά αναζητεί σημεία που να της θυμίζουν ποια είναι και γιατί στήριξε διαχρονικά τη Νέα Δημοκρατία. Δεν θέλει ιδεολογικές ακρότητες, αλλά σαφήνεια. Ζητάει να νιώθει ότι το κόμμα δεν μετατρέπεται αποκλειστικά σε έναν μηχανισμό διακυβέρνησης για λίγους και εκλεκτούς.

Για τη σημερινή ΝΔ, το μήνυμα από αυτόν τον χώρο είναι διπλό. Από τη μία, υπάρχει στήριξη όσο το κόμμα παραμένει κυρίαρχο και αποτρέπει την επιστροφή σε πολιτικές που θεωρούνται επικίνδυνες ή ανεύθυνες. Από την άλλη, υπάρχει προειδοποίηση: η κοινωνική βάση δεν είναι δεδομένη. Μπορεί να μη φεύγει εύκολα, αλλά απομακρύνεται σιωπηλά, γίνεται πιο απαιτητική, πιο καχύποπτη.

Μακριά από τη βάση

Στελέχη με μακρά διαδρομή στην παράταξη το λένε πιο ωμά: «Το κόμμα έχει απομακρυνθεί από τη βάση του». Οι τοπικές οργανώσεις έχουν υποβαθμιστεί, η κομματική ζωή έχει περιοριστεί, η επικοινωνία γίνεται σχεδόν αποκλειστικά από πάνω προς τα κάτω. Αυτό δημιουργεί μια αίσθηση ότι το Μέγαρο Μαξίμου δεν κυβερνά «μαζί» με τη βάση της ΝΔ.

Στην εκδήλωση για τα 15χρονα γενέθλια της εφημερίδας «Δημοκρατία» με ομιλητή τον Κ. Καραμανλή και παρόντες τους Αντ. Σαμαρά, Προκόπη Παυλόπουλο και Νίκο Δένδια, όποιος άκουγε τα σχόλια ορισμένων «γαλάζιων» στελεχών θα αναρωτιόταν τι και αν θα ψηφίσουν στις εκλογές.

Οι μεγάλες παρατάξεις φθείρονται όταν χάνουν την επαφή με τον κόσμο που τις στήριξε, όχι για το πρόγραμμα, αλλά για την αίσθηση του «ανήκειν». Η ψυχή της λαϊκής και κοινωνικής Δεξιάς βρίσκεται σήμερα αλλού.

Την ίδια στιγμή, στο παρασκήνιο της κεντροδεξιάς παράταξης καταγράφεται με προσοχή και η πίεση που ασκείται εκ δεξιών. Η παρουσία της Ελληνικής Λύσης, αλλά και ευρύτερα των κομμάτων της σκληρής Δεξιάς, λειτουργεί ως σταθερή υπενθύμιση ότι ένα τμήμα του παραδοσιακού ακροατηρίου της ΝΔ αναζητεί πιο καθαρές απαντήσεις σε ζητήματα ταυτότητας, ασφάλειας και Μεταναστευτικού.

Σε αυτό το περιβάλλον, η ενδεχόμενη εμφάνιση του κόμματος Καρυστιανού προστίθεται ως ένας ακόμη άγνωστος παράγοντας. Οχι απαραίτητα λόγω εκλογικής δυναμικής, αλλά επειδή απευθύνεται και σε ένα συντηρητικό ακροατήριο διαμαρτυρίας, το οποίο η ΝΔ χρειάζεται να κρατήσει εντός των δικών της ορίων.