Μια διεγερτική συνήθεια κάθε τέλος του μήνα, ένα λεπτό μετά τα μεσάνυχτα. Βλέπω στο smart μου να εμφανίζεται ως διά μαγείας το ηλεκτρονικό περιοδικό «Χάρτης» που «ανεβάζει» στο και ένα ο ποιητής Δημήτρης Καλοκύρης κάθε πρώτη του μηνός και είναι σαν οι αισθητήρες μου, που παρακολουθούν τη συσσώρευση της αδενοσίνης στον οργανισμό, να μη στέλνουν το σήμα ότι ήρθε η ώρα να νυστάξω.
Και φυσικά ξαγρυπνώ νομίζοντας πως εξαντλώ την ανάρτησή του, ενώ αυτή δεν τελειώνει. Και επιπλέον, δεν μου φθάνει ότι διαβάζω αυτό που έγραψα σπαταλώντας τον χρόνο που μου δόθηκε για αφωνία, αλλά γιατί διαβάζοντας μορφώνομαι και διαμορφώνω την άποψή μου για τη γλώσσα καί τον πολιτισμό στην Ελλάδα σήμερα: πέρασαν στα ψιλά. Οπότε, πράγματι, δικαιολογώ τον Σιοράν: «Δεν χρησιμεύει σε τίποτα να χειριζόμαστε τα όπλα του Μηδενός αν δεν μπορούμε να τα στρέψουμε εναντίον μας». Οπλο του Μηδενός δεν είναι άραγε και η γλώσσα, παρά τα κόκαλα που τσακίζει;
Και πώς να γράψουμε στη γλώσσα μας αν δεν στρέψουμε επάνω μας το φονικό-φωνικό της όπλο;
Αν δεν μηδενίσουμε το κοντέρ του πρότερου εντίμου βίου μας στα μίντια;
Αν δεν παραδεχτούμε ότι «η γλώσσα μου είναι η γλώσσα του άλλου», δηλαδή – αν καταλαβαίνω τον Ντερριντά – γλώσσα της γλώσσας της, διαρκώς άλλης ως προς τον γλωσσομαθή ομιλούντα. (Ουδείς κατέχει τη γλώσσα του.)
Ο ηλεκτρονικός «Χάρτης» – ένα περιοδικό εκμάθησης των ελληνικών – είναι εξίσου και ένα προυστικό τηλεσκόπιο για όσους «βλέπουν» τη γλώσσα.
Χαρτογραφεί πεδία πολιτισμού σαν το τυπωμένο πλάνο που δίνουν στους επισκέπτες τα διάσημα νεκροταφεία οδηγό για τους σπουδαίους τάφους τους. Επιπλέον, λειτουργεί και ως ένα παυσίλυπο των πικραμένων από τη ματαίωση των ελπίδων τους – μεταξύ των οποίων πώς να μησυμπεριλάβω και τον εαυτό μου;
Εκτός από την ποίηση ο «Χάρτης» διαθέτει ξεχωριστές ρουμπρίκες για τη μουσική, το σινεμά, το θέατρο και την κριτική. Είναι ένας πανδέκτης όπου αντιλαμβανόμαστε πως «διαβάζω» και «διακρίνω» είναι δύο συναφή ρήματα. Σαν «Το βιβλίο της άμμου» ή σαν τον «Κήπο των διχαλωτών μονοπατιών» του Μπόρχες, δεν εξαντλείται.
Με ένα κλικ βρίσκεσαι σε άλλο μεσημβρινό, άλλη εποχή του χρόνου και κυρίως σε παράλληλους κόσμους. Από τη νήσο των θησαυρών στον εξωτικό τόπο της ηρεμίας, του φωτός, της ηδονής που επιθυμεί να βρεθεί ο Μπωντλαίρ, τις πέτρες και το γούστο του Ρεμπώ, έως τα παγωτά και τα Μερσώ του Στίβενς, αυτό το vade mecum της κουλτούρας θα το ζήλευε η αρχαιοπρεπής formation του Αδωνι Γεωργιάδη.
Αλλά και στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ θα έδειχνε τις διαφορές μεταξύ τους στο διανοητικό μπόι του καθενός ή τη συναίσθηση που έχουν της γύμνιας τους.
Την Ακαδημία Αθηνών θα την άφηνε προς το παρόν στην γκαρνταρόμπα με τις τηβέννους.
Οσο για την Εταιρεία Συγγραφέων, δεν έχω άποψη διότι δεν μετέχω εξαρχής στα ιωβηλαία της, όπως άλλωστε κι αυτή στα δικά μου.
Με τρώει όμως η μύτη (του μαρκαδόρου) μου να ξεχωρίσω «πένες» στο περιοδικό που μου αρέσουν. Δεν θα το κάνω, διότι «η κριτική δεν είναι ένας από τους τρόπους που καταφάσκουν τη λογοτεχνία, αλλά ο τρόπος με τον οποίο καταφάσκονται το Πανεπιστήμιο και η δημοσιογραφία». Και αυτά επιεικώς, διότι ο Ντελέζ υπήρξε αυστηρότερος με το: «Πρέπει να τελειώνουμε με την κρίση του Θεού».
Το εάν ένα λογοτεχνικό περιοδικό, από την έκδοσή του και μόνον, είναι ο Θεός και η κρίση Του μαζί ή εάν η μεσίτευση ενός λογοτεχνικού περιοδικού σημαίνει κάτι περισσότερο από επιρροή ή κύρος ή, τέλος πάντων, εξουσία, αφήνω να το απαντήσουμε εμείς που γράφουμε στο περιοδικό, ή το περιοδικό στον εαυτό του, διότι γνωρίζω περιοδικά-παράγοντες που δεν θέλω να τα αναφέρω –και να τα διαβάσω.
Εμείς απαντάμε με το έργο μας, η υστεροφημία του οποίου είναι το διακύβευμα, αφού η υστεροφημία του ονόματός μας σε τέτοιες εποχές είναι άνευ σημασίας. Σημασία πλέον έχει η «γλώσσα» των στεγανοποιημένων, ακαδημαϊκών, ειδικεύσεων ή η κειμενική μονοσημαντότητα της πλειοψηφίας των δημοσιολογούντων.
Και χαίρομαι γιατί «Το Βήμα» ανοίγει το ζήτημα σε μια «σκηνή», θα έλεγα, της «γραφής» όπου η ταυτότητα δημοσιογράφου και αναγνώστη διαβάλλεται, ως εάν εκείνο το «μιλώ στους τοίχους» του Λακάν να προϋπέθετε πως οι τοίχοι έχουν αφτιά.
Δεν θα μπορούσα ολοκληρώνοντας να μην κλείσω χωρίς τη μνεία τριών άλλων έντυπων περιοδικών που συνέδραμαν στην υστεροφημία και του έργου και του ονόματός μου: του «Εντευκτήριου» του Γιώργου Κορδομενίδη και της «Ποιητικής» του Χάρη Βλαβιανού και της ψυχαναλυτικής «αληthέια» του Δημήτρη Βεργέτη, αφού προηγουμένως είχε προηγηθεί η σπουδαία «Ποίηση», στη λογοτεχνική ύλη της οποίας δεν σταματώ να προσφεύγω.
Οπως συμβουλεύει ο Νόαμ Τσόμσκυ: «Πάντα μαθαίνουμε περισσότερα για τον εαυτό μας από τη λογοτεχνία, παρά από την επιστήμη».
Ρώτησα τον Δημήτρη Καλοκύρη να μου πει πώς «βλέπει» αυτό που βλέπει προετοιμάζοντας το περιοδικό προσεκτικά δώδεκα ώρες το εικοσιτετράωρο στον υπολογιστή του, ώστε να έχουμε εμείς την πρώτη του μηνός ένα σπουδαίο «αρχείο» με όλη την ευφορία και δυσθυμία που κάθε «αρχείο» επιφυλάσσει σε όποιον το συντηρεί και το τροφοδοτεί με τα κουρέλια του.
«Δεν θα ήθελα να πω κάτι προσωπικό» μου απάντησε, ως γνώστης των εκδοτικών μας πραγμάτων.
«Κάθε τεύχος αποτελεί προϊόν πολύμηνης προεργασίας επιλογών θεματολογίας, ποιότητας, κατατάξεων και μελέτης εικονογράφησης. Μην ξεχνάς πως ο “Χάρτης” εκδόθηκε σε έντυπη μορφή την πενταετία 1982-1987 και επανεκδόθηκε διαδικτυακά (www.hartismag.gr) ως ΟΡΥΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ την Πρωτοχρονιά του 2019, κυκλοφορώντας δωρεάν κάθε μήνα, με μέσον όρο 70 επίλεκτους συνεργάτες ανά τεύχος. Η δομή τού περιοδικού, τα ΣΤΙΓΜΑΤΑ (καταγραφές από την επικαιρότητα ή πέρα από αυτήν), οι ΚΛΙΜΑΚΕΣ (μόνιμες στήλες),τα ΚΕΙΜΕΝΑ (Ποίηση & Πεζογραφία, Μεταφράσεις, Δοκίμια, Βιβλιοκρισίες, “Πυξίδες”, ηχητικά ντοκουμέντα, Διερευνήσεις (έρευνες, συνεντεύξεις, συζητήσεις), οι ΤΕΧΝΕΣ (Εικαστικά, Θέατρο, Κινηματογράφος, Κόμικς, Μουσική, Φωτογραφία, Βίντεο), όλα αυτά προϋποθέτουν μόχθο και καλό γούστο.
Δεν θα παραλείψω να πω ότι ο “Χάρτης” περιλαμβάνει λογοτεχνικά, φιλολογικά, φιλοσοφικά και άλλα κείμενα, παρωδίες (Γ)αστρονομίας, Ζωολογικό Κήπο, ασκήσεις ύφους και επιμέρους αναζητήσεις βιβλίων και κειμένων “για παιδιά 2ης & 3ης ηλικίας” (π.χ. Το Χαρτάκι), κάθε μορφής τέχνες, καθώς και τεχνολογίες αλλά και (χιουμοριστικά ή άλλα) Τεχνάσματα. Τώρα ποια είναι η εκδοτική ομάδα του περιοδικού εκτός απο εμένα; Σου αναφέρω τη ζωγράφο Ελένη Καλοκύρη, τον ποιητή Γιώργο Χουλιάρα και τον συγγραφέα/μεταφραστή Αχιλλέα Κυριακίδη.
Σημείωσε για να τελειώσω με την ενημέρωση πως έχουν φιλοξενηθεί στα επτά αυτά χρόνια περισσότεροι από 2.500 Ελληνες και ξένοι, νέοι και παλαιότεροι συγγραφείς, μεταφραστές, ακαδημαϊκοί και πανεπιστημιακοί από την Ελλάδα, την Κύπρο και πολλές άλλες χώρες, καθώς και εικαστικοί, φωτογράφοι, μουσικοί, θεωρητικοί της λογοτεχνίας, της τέχνης, του θεάτρου, του κινηματογράφου, της μουσικής.
Αυτά δεν είναι αρκετά; Ο “Χάρτης” άλλωστε έχει δημοσιεύσει μέχρι στιγμής 86 μηνιαία τεύχη και πάνω από 70 εκτενή αφιερώματα (κάθε 15 του μήνα) σε σπουδαίες μορφές της σύγχρονης τέχνης, με διακεκριμένους σταθερούς αλλά και νέους συνεργάτες, ενώ έχει επίσης αφιερώσει ειδικές θεματικές “Σελίδες” σε ποικίλα πρόσωπα και θέματα. Τέλος, ο “Χάρτης” θέσπισε και απονέμει κάθε χρόνο Λογοτεχνικά Βραβεία, που αποτελούν επιλογές αποκλειστικά των τακτικών συνεργατών του, χωρίς επιτροπές και διαβουλεύσεις».
ΥΓ.:
Γιατί να μην παινέψω από «Το Βήμα» τα τρία έντυπα περιοδικά;
Τι θαρρεί ο αναγνώστης των πολιτικών «Αιχμών» μου κάθε τόσο στην εφημερίδα; Το ζώο (η γάτα;) του Πλάτωνα στον «Τίμαιο», που μοιάζει ασάλευτο, μόλις έχει ξεκοκαλίσει το πουλί.






