Για τις παράνομες επιδοτήσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ έχουν γραφτεί πολλά και θα γραφούν περισσότερα. Αλλωστε ο ίδιος ο Πρωθυπουργός δημόσια παρενέβη και έλαβε θέση, ενώ κορυφαία κυβερνητικά στελέχη διατύπωσαν θέσεις περί παθογενειών που για χρόνια ισχύουν και η κυβέρνηση δεν μπόρεσε να τις αντιμετωπίσει.
Οι παθογένειες είναι πράγματι υπαρκτές, αλλά η περιγραφή τους από στελέχη της κυβέρνησης δεν μπορεί να εκληφθεί ως μέθοδος κυβερνητικής διαχείρισης, καθώς τέτοιες περιγραφικές αποτυπώσεις ανήκουν είτε στους εκπροσώπους του Τύπου είτε σε συνδικαλιστικές ενώσεις είτε στα κόμματα της αντιπολίτευσης, όταν επιχειρούν, ως είθισται, να πλήξουν την κυβέρνηση, διότι και αυτά το μερίδιο της ευθύνης τους το έχουν, αν έχουν κυβερνήσει.
Μετά ταύτα οι διαπιστώσεις του τύπου «ο ΟΠΕΚΕΠΕ ανήκε στις χρόνιες παθογένειες» δεν πείθουν για την κυβερνητική αποτελεσματικότητα, ενώ σε ό,τι αφορά τη διαχείριση των πολλών δικογραφιών που έφθασαν στη Βουλή για άρση ασυλιών ή για κίνηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών, εκεί τα πράγματα εμφανίζονται πολύ σύνθετα και δύσκολα. Η κυβέρνηση, που βρίσκεται αντιμέτωπη με μαζική ποινικοποίηση στελεχών της, βουλευτών και πρώην υπουργών, κατέληξε σε απόφαση μαζικής άρσης των ασυλιών, προκαλώντας ευλόγως αντιδράσεις σε εκείνους εκ των εμπλεκομένων για τους οποίους οι δικογραφίες δεν διαθέτουν επιβαρυντικά στοιχεία – και πάντως για αυτούς το πράγμα παλεύεται, να αθωωθούν δηλαδή, αν και όποτε οι δικαστικές διαδικασίες προχωρήσουν. Και τούτο διότι οι δικαστικές διαδικασίες δεν ακολουθούν, όπως είναι φυσικό, ούτε τους πολιτικούς ούτε τους εκλογικούς χρόνους.
Το τσουβάλιασμα όλων εκείνων με τα επιβαρυντικά και εκείνων με τα ισχνά στοιχεία στις δικογραφίες έχει εκληφθεί από ορισμένους ως αδυναμία της κυβέρνησης να διαχειριστεί την πραγματικά πολύ σοβαρή κρίση που αντιμετωπίζει, όταν τόσο πολλές δικογραφίες έχουν φθάσει στη Βουλή και κυρίως όταν οι προεκλογικές της εξαγγελίες για πάταξη φαινομένων πολιτικής διαφθοράς δεν εμφανίζονται να έχουν επιτύχει.
Εδώ να ξεκαθαριστεί κάτι. Τα φαινόμενα που ανακύπτουν από τις δικογραφίες του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι πολιτική διαφθορά, όχι με την έννοια ότι οι εμπλεκόμενοι αποκόμισαν οι ίδιοι κάτι, διότι κανένας δεν εμπλέκεται για δωροληψίες ή για αποκόμιση ιδίου οφέλους, ωστόσο είναι πολιτική διαφθορά όταν κάποιοι εξ αυτών παρεμβαίνουν με φορτικότητα για να ικανοποιηθούν αιτήματα παράνομα.
Από την ιστορία του ΟΠΕΚΕΠΕ, όμως, προκύπτει και κάτι ακόμα εξαιρετικά σοβαρό. Η λειτουργία, τρόπος του λέγειν, ενός κράτους το οποίο εν έτει 2026 κινείται με ρυθμούς, νοοτροπίες και κανόνες που αντιστοιχούν σε δεκαετίες του 1950 και 1960, σαν να μην πέρασε ο χρόνος και σαν να μην επηρεάστηκε από τις τεχνολογικές αλλαγές και τις θεσμικές, όσες έγιναν κατά καιρούς, θωρακίσεις.
Καθότι αυτό το κράτος, όπως λειτούργησε ο ΟΠΕΚΕΠΕ, είναι ένα κράτος αναποτελεσματικό, απέχει παρασσάγγας από την κρατική λειτουργία σε μια σύγχρονη, οργανωμένη χώρα, είναι ένα κράτος πελατειακό που λειτουργεί σε βάρος των πολιτών που τηρούν τον νόμο, με παρανομίες και ρουσφέτια ημετέρων, και εν τέλει λειτουργεί έτσι που ο πολίτης χρειάζεται να φθάσει μέχρι τον υπουργό και μέχρι τον βουλευτή για να ικανοποιηθούν ακόμα και νόμιμα αιτήματά του. Για τα παράνομα και τις ευθύνες των πολιτικών που μετέχουν δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο παραδειγματική αποδοκιμασία.
Τέλος, σε ό,τι αφορά τη λειτουργία των αρμόδιων εισαγγελικών αρχών, εν προκειμένω του ελληνικού κλιμακίου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, που δέχεται από κάποια κυβερνητικά στελέχη επικρίσεις ότι μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά, εμφανιζόμενη σαν να παίζει ρόλο στο πολιτικό παιχνίδι, μπορεί να λεχθεί το εξής. Η επόμενη ημέρα διαχείρισης αυτών των δικογραφιών, με βάση τη βαρύτητα των κατηγοριών για τον καθένα από τους εμπλεκόμενους πολιτικούς, θα καταδείξει ότι οι έλληνες εισαγγελείς που μετέχουν σε αυτόν τον νεοσύστατο ευρωπαϊκό εισαγγελικό θεσμό δεν μετέχουν σε πολιτικά παιχνίδια και κάνουν τη δουλειά τους.






