Διοργανώθηκε – λέει – κυβερνητικό φόρουμ για την «Αλήθεια». Ηταν και ο Πλάτωνας εκεί. Κατέθεσε στη Γραμματεία τον «μύθο του σπηλαίου».

Αντιγράφω με περικοπές (μετάφραση Ν. Μ. Σκουτερόπουλου).

«…Δοκίμασε να απεικονίσεις την ανθρώπινη φύση… πλάθοντας με τον νου σου μια κατάσταση όπως η ακόλουθη. Φαντάσου ανθρώπους σ’ ένα οίκημα υπόγειο, σαν σπηλιά, που το άνοιγμά της, ελεύθερο στο φως, θα απλώνεται σε όλο το πλάτος της, και τους ανθρώπους να βρίσκονται εκεί από παιδιά αλυσοδεμένοι… να κοιτάζουν μόνο προς τα εμπρός, χωρίς να μπορούν να στρέφουν το κεφάλι τους… κι ένα φως… από μια φωτιά που θα καίει πίσω τους, κι ανάμεσα στη φωτιά και στους δεσμώτες να υπάρχει ένας δρόμος και ένα τειχάκι χτισμένο παράλληλα στον δρόμο, σαν εκείνα τα παραπετάσματα που στήνουν οι ταχυδακτυλουργοί μπροστά στους θεατές για να δείχνουν τα τεχνάσματά τους… ότι κατά μήκος άνθρωποι μεταφέρουν κάθε λογής κατασκευάσματα που εξέχουν από το τειχάκι, ότι άλλοι από τους ανθρώπους που κουβαλάνε τα πράγματα μιλούν ενώ άλλοι είναι σιωπηλοί.

…Φαντάζεσαι ότι οι δεσμώτες εκτός από τον εαυτό τους και τους διπλανούς τους βλέπουν ποτέ τους τίποτε άλλο από τις σκιές που ρίχνει το φως αντικρύ τους στον τοίχο της σπηλιάς;.. και αν υποθέσουμε ότι ερχόταν και αντίλαλος από τον αντικρινό τοίχο κάθε φορά που θα μιλούσε κάποιος από όσους περνούσαν πίσω τους, φαντάζεσαι ότι οι δεσμώτες δεν θα πίστευαν ότι η φωνή βγαίνει από τη σκιά;.. ότι οι άνθρωποι αυτοί θα ήταν δυνατόν να πιστέψουν για αληθινό τίποτε άλλο παρά τις σκιές των κατασκευασμάτων;

Σκέψου ποια μορφή θα μπορούσε να πάρει η απαλλαγή τους από τα δεσμά και η γιατρειά τους από την πλάνη, αν τους συνέβαιναν τα εξής: Κάθε φορά που κάποιος λυνόταν και θα αναγκαζόταν ξαφνικά να ελευθερωθεί και να γυρίσει το κεφάλι και να αντικρύσει το φως…, τι φαντάζεσαι ότι θα έλεγε ο άνθρωπος αυτός, αν κάποιος του έλεγε ότι όσα έβλεπε ήταν ανοησίες και ότι τώρα είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα; Ιδίως μάλιστα αν δείχνοντάς του καθένα από τα αντικείμενα που περνούσαν τον ρωτούσε και τον υποχρέωνε να απαντήσει για το καθένα τους. Δεν νομίζεις ότι ο άνθρωπος εκείνος θα τα ‘χανε και θα πίστευε ότι όσα έβλεπε ήταν αληθινότερα από εκείνα που του έδειχναν τώρα;

Αν κάποιος τον τραβούσε διά της βίας προς τα έξω από ένα ανέβασμα κακοτράχαλο… και δεν τον άφηνε προτού να τον βγάλει στο φως του ήλιου, άραγε ο δεσμώτης δεν θα πονούσε και δεν θα αγανακτούσε που τον τραβολογούσαν, κι όταν θα έβγαινε στο φως, έτσι καθώς τα μάτια του θα ήταν πλημμυρισμένα από την εκτυφλωτική λάμψη, δεν θα του ήταν αδύνατο να διακρίνει έστω και ένα από τα πράγματα, για τα οποία θα του λέγανε τώρα πως είναι αληθινά;.. τελευταίο απ’ όλα θα μπορούσε να αντικρύσει τον ήλιο, όχι είδωλά του… ύστερα από αυτά θα έφθανε να συλλάβει με τον λογισμό του ότι αυτός, ο ήλιος, είναι που δωρίζει τις εποχές και που διαφεντεύει τη σφαίρα των ορατών πραγμάτων.

…Αν ένας άνθρωπος σαν αυτόν κατέβαινε ξανά εκεί κάτω… τα μάτια του δεν θα ήταν γεμάτα σκοτάδι, καθώς θα ερχόταν απότομα από το φως του ήλιου;.. Κι αν θα χρειαζόταν να παραβγεί πάλι με εκείνους που είχαν παραμείνει δεσμώτες προσπαθώντας να διακρίνει τις σκιές, ενώ η όρασή του θα είναι αδύναμη, δεν θα γινόταν περίγελως και δεν θα έλεγαν γι’ αυτόν ότι γύρισε με τα μάτια του χαλασμένα από κει που ανέβηκε, ότι δεν αξίζει τον κόπο να δοκιμάσει κανείς να ανεβεί επάνω; Κι όποιον θα επιχειρούσε να τους λύσει από τα δεσμά και να τους ανεβάσει επάνω, αυτόν, αν μπορούσαν να τον πιάσουν και να τον σκοτώσουν, δεν θα τον σκότωναν;».

Ο κ. Λευτέρης Κουσούλης είναι πολιτικός επιστήμονας.