Αν ξεκινήσει κανείς από τη Βουλή, η θεσμική έκπτωση σε όλα τα επίπεδα των κοινοβουλευτικών διαδικασιών είναι πλέον ορατή, με καβγάδες, βαριές κουβέντες, άσκοπες παρατηρήσεις, εκφράσεις καφενείου και πολιτικές αντιδικίες που ξεπερνούν τα όρια των πολιτικών αντιπαραθέσεων.

Πολύ συχνά πολίτες μένουν έκπληκτοι με το επίπεδο των βουλευτών και διερωτώνται αν οι κοινοβουλευτικοί τσαμπουκάδες προσφέρονται για ουσιαστικές λύσεις για σωρεία προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι ίδιοι και η χώρα ή αν εξαντλούνται στο επίπεδο μιας ιδιότυπης πολιτικής μαγκιάς που απευθύνεται σε επίπεδα και σε συμπεριφορές που κανονικά δεν συνάδουν με μια δημοκρατία.

Αν βέβαια πάει κανείς στις κοινοβουλευτικές επιτροπές, κυρίως τις Εξεταστικές των τελευταίων χρόνων, εκεί τα πράγματα είναι χειρότερα. Κυριαρχούν μόνο αντιπαραθέσεις, στείρες κατά κανόνα, επιθετικές συμπεριφορές, προπηλακισμοί μαρτύρων, ιδιοτελείς από κομματικής πλευράς αποφάσεις και ενέργειες, έλλειψη στοιχείων αντικειμενικής διερεύνησης.

Με λίγα λόγια, αντί για έρευνα και για έλεγχο της όποιας σοβαρής υπόθεσης απασχολεί σε επίπεδο Εξεταστικής, κυριαρχούν ο καβγάς και η αποκόμιση μικροπολιτικού οφέλους.

Η Εξεταστική για τα Τέμπη άφησε εποχή με τον τρόπο που λειτούργησε, καθώς έφθασε ακόμα και ο Πρωθυπουργός δημόσια να την αποδοκιμάσει, ενώ κατά πολλούς υπήρξε ένα από τα πολλά κυβερνητικά λάθη που διόγκωσαν την κοινωνική αμφισβήτηση και ενθάρρυναν την καχυποψία για την αναζήτηση της αλήθειας για την τραγωδία στα Τέμπη.

Σε άλλο μήκος κύματος, αλλά επί της ουσίας στην ίδια κατεύθυνση, έχει κινηθεί και η Εξεταστική για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τις παράνομες επιδοτήσεις.

Και εκεί καβγάδες, πολιτικές επιδιώξεις επί του πεδίου, αντί για έρευνα επί της ουσίας, προσπάθειες συγκάλυψης και αποσιώπησης των πραγματικών ευθυνών και βέβαια φασαρία, φωνές και κενές περιεχομένου πολιτικές αντεγκλήσεις.

Η απαξία των εξεταστικών επιτροπών έχει φθάσει μάλιστα σε τέτοιο σημείο που πλέον σοβαροί άνθρωποι, συνταγματολόγοι, πολιτικοί και ειδικοί θέτουν ευθέως θέμα, εν όψει της συνταγματικής αναθεώρησης, να αλλάξει η λειτουργία τους, καθώς δεν εκπληρώνουν επί της ουσίας την κοινοβουλευτική τους αποστολή, όπως το ίδιο συμβαίνει και με τις προανακριτικές επιτροπές, οι οποίες στην πραγματικότητα μόνο εισαγγελικά καθήκοντα, όπως θα όφειλαν, δεν εκτελούν.

Αν όμως οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες με τις θεσμικές εκπτώσεις τους είναι πλέον ορατές και προβληματίζουν, η ίδια κατάσταση επικρατεί εν πολλοίς, χωρίς δημόσια να φαίνεται, και μέσα στα δικαστήρια.

Και η λειτουργία της Δικαιοσύνης δεν εξαιρείται, δυστυχώς, θεσμικών εκπτώσεων, καθώς αντιδικίες δικαστών και δικηγόρων καθορίζουν όλο και περισσότερο τη λειτουργία δικαστικών σχηματισμών, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που τελευταία οι αντιπαραθέσεις αυτές αποτελούν μόνιμο θέμα ανακοινώσεων και σκληρών τοποθετήσεων τόσο από την πλευρά της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων όσο και από την πλευρά του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

Η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων επικρίνει ανάρμοστες συμπεριφορές ορισμένων δικηγόρων και ζητεί την αντιμετώπιση του φαινομένου από τους δικηγορικούς συλλόγους, οι οποίοι με τη σειρά τους αντιτείνουν ότι οι δικαστές δεν σέβονται τον ρόλο του δικηγόρου. Πάντως, η πραγματικότητα σε σημαντικές δίκες που απασχολούν τη δημοσιότητα είναι όντως εξαιρετικά προβληματική, με συμπεριφορές «μπούλινγκ» από δικηγόρους σε δικαστές και άλλους παράγοντες της δίκης.

Η θεσμική κατρακύλα σε βαρείς θεσμικούς χώρους, όπως η Βουλή και η Δικαιοσύνη, προσφέρεται μια χαρά για νεόκοπους και άλλους σωτήρες που μιλούν με ευκολία για το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα και βάλλουν κατά της Δικαιοσύνης. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Δεν αρκούν μόνον οι οικονομικοί δείκτες για την πρόοδο μιας χώρας.