Η σταθερότητα του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα έχει βελτιωθεί σημαντικά την τελευταία δεκαετία. Οι τράπεζες διαθέτουν πλέον πολύ περισσότερα κεφάλαια και υψηλότερη ρευστότητα, γεγονός που τις καθιστά καλύτερα προετοιμασμένες να αντέξουν οικονομικούς κραδασμούς. Επιπλέον, το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων – βασικός δείκτης της υγείας των ισολογισμών – έχει μειωθεί σημαντικά, με την Ελλάδα να αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα (1). Παράλληλα, το περιβάλλον επιτοκίων των τελευταίων ετών έχει ενισχύσει την κερδοφορία σε ολόκληρο τον κλάδο.

Ωστόσο, ο παγκόσμιος τραπεζικός τομέας – και μαζί του οι ευρωπαϊκές τράπεζες – βρίσκεται αντιμέτωπος με πρωτοφανείς προκλήσεις, σε ένα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών κινδύνων, ταχείας ψηφιακής καινοτομίας και οικονομικών αναταράξεων.

Οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι έχουν ενταθεί σημαντικά, επηρεάζοντας σχεδόν όλες τις τράπεζες που εποπτεύονται άμεσα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Οι κίνδυνοι αυτοί εκτείνονται από διασυνοριακές ευπάθειες έως αυξημένη έκθεση και εντεινόμενη εξάρτηση από εξωτερικούς παρόχους υπηρεσιών. Το παγκόσμιο πολιτικό τοπίο αναμένεται να καταστεί πιο κατακερματισμένο, με περιφερειακά μπλοκ να αμφισβητούν κανόνες και θεσμούς. Η κρίση στη Μέση Ανατολή αποτελεί το πιο πρόσφατο παράδειγμα αυτής της εξέλιξης.

Για τις τράπεζες, η διαχείριση αυτών των κινδύνων απαιτεί, περισσότερο από ποτέ, ισχυρό πλαίσιο εταιρικής διακυβέρνησης και αποτελεσματικές στρατηγικές διαχείρισης κινδύνων. Η ΕΚΤ έχει τονίσει τη σημασία των ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress tests), που επιτρέπουν την προσομοίωση δυσμενών γεωπολιτικών σεναρίων και τον εντοπισμό ευπαθειών. Με την ενσωμάτωση του γεωπολιτικού κινδύνου στις εσωτερικές διαδικασίες αξιολόγησης της κεφαλαιακής επάρκειας, οι τράπεζες μπορούν να προετοιμαστούν καλύτερα για σοκ που απειλούν τη φερεγγυότητά τους.

Η εξέλιξη των λειτουργικών κινδύνων – ιδίως των κυβερνοαπειλών – αποτελεί επίσης μια σημαντική πρόκληση. Οι κυβερνοεπιθέσεις έχουν γίνει συχνότερες και πιο σοβαρές, ενώ επιτείνονται από την ανάθεση κρίσιμων λειτουργιών σε τρίτους, όπως οι υπηρεσίες cloud. Η ΕΚΤ έχει δημοσιεύσει οδηγό καλών πρακτικών για τη διαχείριση των κινδύνων εξωτερικής ανάθεσης, καλώντας τις τράπεζες να δώσουν προτεραιότητα στην αξιολόγηση κινδύνων και στον σχεδιασμό επιχειρησιακής συνέχειας.

Η επιχειρησιακή ανθεκτικότητα προϋποθέτει επίσης την ύπαρξη ισχυρών συστημάτων για τη συγκέντρωση και αναφορά δεδομένων κινδύνου. Σήμερα, κατακερματισμένα πλαίσια αναφοράς σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο δυσχεραίνουν την έγκαιρη πληροφόρηση και τη λήψη αποφάσεων. Η ΕΚΤ επιχειρεί πρόσφατα να απλοποιήσει και να εξορθολογίσει τις απαιτήσεις αναφοράς, με στόχο αποτελεσματικότερη εποπτεία. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών αναδιαμορφώνει το ανταγωνιστικό τοπίο. Αν και η καινοτομία δημιουργεί ευκαιρίες ανάπτυξης, εισάγει και νέους κινδύνους, όπως εκείνους που συνδέονται με τα stablecoins και τις αναδυόμενες τεχνολογίες. Οι τράπεζες καλούνται να προσαρμόσουν τις στρατηγικές τους, τη διακυβέρνηση και την επιχειρησιακή τους ευελιξία, ώστε να παραμείνουν ανταγωνιστικές και ανθεκτικές σε ένα ταχέως μεταβαλλόμενο περιβάλλον.

Παρότι οι τράπεζες σημειώνουν πρόοδο σε όλα τα παραπάνω πεδία, απομένουν πολλά να γίνουν ώστε το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα να καταστεί πλήρως ανθεκτικό σε κρίσεις και να διασφαλιστεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα ακόμη και υπό δυσμενείς συνθήκες.

Η ΕΚΤ μεταρρυθμίζει την εποπτική της προσέγγιση, δίνοντας έμφαση στην αποδοτικότητα, την αποτελεσματικότητα και την ανάλυση βάσει κινδύνου. Αυτό περιλαμβάνει την απλοποίηση των διαδικασιών αναφοράς, την προώθηση καλών πρακτικών και την κλιμάκωση παρεμβάσεων όταν εντοπίζονται ευπάθειες ή αποκλίσεις από το κανονιστικό πλαίσιο. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα επιτρέψουν στην ΕΚΤ να εντοπίζει και να αντιμετωπίζει αναδυόμενους κινδύνους σε πρώιμο στάδιο.

Σε ένα κατακερματισμένο διεθνές περιβάλλον, η ισχυρή διεθνής συνεργασία καθίσταται κρίσιμη. Για τον λόγο αυτόν, η ΕΚΤ προωθεί κοινά ρυθμιστικά πρότυπα και τον συντονισμό μεταξύ εποπτικών αρχών, προκειμένου να διασφαλιστεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Ενα σταθερό παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα εξαρτάται από τη διατήρηση αυτών των «δικλίδων ασφαλείας» σε μια περίοδο αυξανόμενων γεωπολιτικών εντάσεων.

Η ανθεκτικότητα αποτελεί τον θεμέλιο λίθο για την πλοήγηση σε ένα σύνθετο διεθνές περιβάλλον. Για τις τράπεζες, αυτό σημαίνει ισχυρά οικονομικά μεγέθη, υγιή διακυβέρνηση, καθαρούς ισολογισμούς και επιχειρησιακή ανθεκτικότητα. Για τις εποπτικές αρχές, συνεπάγεται την έγκαιρη αναγνώριση ευπαθειών και τη διασφάλιση ότι οι τράπεζες αντιμετωπίζουν αποφασιστικά τους κινδύνους. Καθώς οι γεωπολιτικοί και διαρθρωτικοί κίνδυνοι αυξάνονται, η συλλογική δράση πολιτικών αρχών, εποπτών και τραπεζών είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και την ενίσχυση της ανάπτυξης.

Ο κ. Κορμπίνιαν Ιμπελ, ο οποίος συμμετάσχει στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών (22-25 Απριλίου), είναι γενικός διευθυντής στον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (DG Universal & Diversified Institutions, European Central Bank).

(1) Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την ανάκαμψη της Ελλάδας, βλ. το blog της ΕΚΤ: Bijsterbosch, M., Moccero,
D., Momferatou, D., Rodriguez-Vives, M. και Pongetti, G. (2026), «From Grexit to Grecovery: Greece’s path out of the woods – and what still needs to be done», ECB Blog, 21 Μαρτίου.