Το ντοκιμαντέρ από «Το Βήμα» για τον Κώστα Σημίτη, έναν χρόνο μετά τον θάνατό του, δεν επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση μόνο τις στιγμές των μεγάλων έργων που υλοποιήθηκαν ή των ισχυρών μετοχών που κατέρρευσαν. Παρακολουθώντας τα επεισόδια, η σκέψη οδηγείται σε κάτι βαθύτερο και επαναλαμβανόμενο στην ελληνική πολιτική: στο πώς φθείρονται εκείνοι που κυβέρνησαν αρκετά ώστε να αφήσουν μετρήσιμο αποτύπωμα. Στο πώς, ακόμη και αν πετύχεις στόχους, στο τέλος θα αναζητηθεί κάποιος άλλος στη θέση σου.

Στην Ελλάδα, και όχι μόνο, επικρατεί ένα παράδοξο: οι πολιτικοί ηγέτες που φέρνουν αποτελέσματα δεν γλιτώνουν τη φθορά. Συχνά τη βιώνουν εντονότερα. Οχι επειδή απέτυχαν, αλλά επειδή κυβέρνησαν αρκετά ή έντονα ώστε να συγκρουστούν με τα όρια του συστήματος, της κοινωνίας και, τελικά, του ίδιου τους του μοντέλου. Ο Κώστας Σημίτης, ο Αλέξης Τσίπρας και σήμερα ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έχουν κοινή ιδεολογική αφετηρία. Εχουν όμως έναν κοινό παρονομαστή: σε κρίσιμες στιγμές επέλεξαν το αποτέλεσμα αντί για το αφήγημα. Το KPI αντί της ιδεολογικής καθαρότητας ή του ριζοσπαστισμού.

Ο Σημίτης κυβέρνησε με τη λογική του εκσυγχρονισμού, της ένταξης στην ευρωπαϊκή κανονικότητα, της αποτελεσματικότητας ως πολιτικής αρετής που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντίβαρο στον λαϊκισμό. Ο Τσίπρας, όταν άλλαξε ρότα, εγκατέλειψε το συγκρουσιακό αρχικό του σχέδιο, κράτησε τη χώρα στην Ευρώπη, αποδέχθηκε τη δημοσιονομική πειθαρχία και προχώρησε στη Συμφωνία των Πρεσπών. Ο Μητσοτάκης επέλεξε εξαρχής το μοντέλο του πρωθυπουργού-manager: διαδικασίες, επιτελικό κράτος, μετρήσιμα αποτελέσματα, λιγότερο συναίσθημα, περισσότερο Excel.

Και οι τρεις, όμως, δεν γλίτωσαν από τη συσσώρευση φθοράς. Το πρόβλημα με την πολιτική που αποδίδει δεν είναι ότι αποτυγχάνει. Είναι ότι γεννά προσδοκίες. Και σε βάθος χρόνου, η κοινωνία δεν κρατά τη συνολική εικόνα. Κρατά τα τραύματα. Είναι σαν τον οπαδικό κόσμο μιας ομάδας: στο τέλος δεν θυμάσαι πόσα πρωταθλήματα πήρες, θυμάσαι γιατί ήθελες να φύγει ο προπονητής. Το σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου, τα Ιμια και μια αίσθηση διαπλοκής στην εποχή Σημίτη. Η χώρα στα ζάρια, οι χειρισμοί της Δικαιοσύνης και το Μάτι επί ΣΥΡΙΖΑ. Οι υποκλοπές, ο ΟΠΕΚΕΠΕ και, κυρίως, τα Τέμπη επί Μητσοτάκη. Δεν υπάρχει μακρά διακυβέρνηση χωρίς σκάνδαλα ή τραύματα. Υπάρχει μόνο διαφορετικός χρόνος αντοχής.

Και εδώ ίσως βρίσκεται η ουσία: η αποτελεσματικότητα δεν παράγει πολιτική αντοχή και δεν εξασφαλίζει πίστωση χρόνου. Οσο περισσότερο κυβερνάς με βάση το αποτέλεσμα, τόσο λιγότερο σε προστατεύει το συναίσθημα όταν έρθει η φθορά.