Οι συνταγματικές διατάξεις που αναφέρονται στις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας παραμένουν αναλλοίωτες, στον βασικό κορμό τους, μαζί με το λεγόμενο Προοίμιο, από το Σύνταγμα του 1844 έως και σήμερα, αρχή του δεύτερου τετάρτου του 21ου αιώνα!
Η στιγμή της Μεταπολίτευσης, που θα ήταν ένα κατάλληλο momentum, απέτυχε να επανακαθορίσει τις σχέσεις των δύο θεσμών. Και οι προσθήκες που επέφερε το Σύνταγμα του 1975 στο άρθρο 3 Σ., με την αναφορά στις Πατριαρχικές Πράξεις του 1850, που ανακήρυξε αυτοκέφαλη την Εκκλησία της Ελλάδος, και του 1928, που έδωσε προς διοίκηση στην Ελλαδική Εκκλησία τις Μητροπόλεις του Οικουμενικού Θρόνου στις τότε «Νέες Χώρες», δημιούργησαν στην πράξη περισσότερα ζητήματα από όσα έλυσαν.
Η ιδιαιτερότητα της Εκκλησίας της Ελλάδος ανάμεσα στις, συνολικώς 15, επιμέρους Ορθόδοξες Εκκλησίες, που αφενός δεν καλύπτει, παρά την ονομασία της, το σύνολο της ελληνικής επικράτειας (καθώς δεν περιλαμβάνει την Κρήτη και τα Δωδεκάνησα) και αφετέρου δεν έχει Πρώτον, αλλά έχει Σύνοδο ως επικεφαλής, της οποίας ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών είναι ο πρόεδρος, δυσχεραίνει τις όποιες συνταγματικές μεταβολές.
Καμία συνταγματική αναθεώρηση έως σήμερα δεν τόλμησε να θίξει τα επίμαχα θέματα. Η αιτία διττή: η πάγια και διαχρονική άρνηση της διοικούσας Εκκλησίας για όποια μεταβολή και η έλλειψη πολιτικής βούλησης από τον φόβο της απώλειας ψήφων.
Ηδη έχει εξαγγελθεί από τον πρωθυπουργό Κ. Μητσοτάκη μια ευρεία αναθεώρηση του Συντάγματος, με αποκλεισμό όμως, a priori, των περί σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας διατάξεων, με σκοπό προφανώς να καθησυχάσει τη διοικούσα Εκκλησία, αλλά και τους πιο συντηρητικούς από τους ψηφοφόρους του.
Παρά ταύτα, καταθέτω και πάλι τις προτάσεις μου για αναθεώρηση σειράς διατάξεων που αφορούν το συγκεκριμένο ζήτημα στην κατεύθυνση όχι ενός χωρισμού, αλλά μιας εναργέστερης διάκρισης των ρόλων Πολιτείας και Εκκλησίας και εναρμόνισης των σχέσεών τους με τη σημερινή πραγματικότητα.
Οι προτάσεις μου αυτές, απόσταγμα μακράς ενασχόλησης με το όλο ζήτημα, που έχουν εκτεθεί και άλλοτε και αλλού διεξοδικά, παρουσιάζονται στη συνέχεια επιγραμματικά και εποπτικά και προβλέπουν:
• Απάλειψη της επίκλησης «Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος» από την κεφαλίδα του Συντάγματος, η οποία, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο, οδηγεί σε συνειρμούς ότι δήθεν όλο το Σύνταγμα πρέπει να στοιχείται με αυτή.
• Διευκρίνιση του όρου «επικρατούσα θρησκεία» με ερμηνευτική δήλωση υπό το άρθρο 3 Σ., η οποία θα αποσαφηνίζει πως η έννοια του προσδιορισμού αυτού είναι απλώς και μόνο ότι η Ορθοδοξη Εκκλησία είναι η θρησκεία της συντριπτικής πλειονότητας των ελλήνων πολιτών.
• Διαγραφή της κτητικής αντωνυμίας «ημών» στη φράση «Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας, που γνωρίζει κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό», καθώς υποδηλώνει ότι όλοι οι Ελληνες ανήκουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία, πράγμα εσφαλμένο, αλλά και πρακτικώς αδύνατο.
• Αναδιατύπωση του άρθρου 3 ως προς το εύρος ισχύος του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 και της αντίστοιχης Πράξης του 1928 (§1 εδ. γ’), στην κατεύθυνση πλήρους ισχύος των δεσμευτικών, ούτως ή άλλως, κανονιστικών αυτών εκκλησιαστικών κειμένων, πράγμα που θα καθιστούσε χωρίς αντικείμενο τις περιοδικές διενέξεις μεταξύ των δύο Εκκλησιών.
• Διαγραφή της διάταξης του άρθρου 3 για την απαγόρευση μετάφρασης της Αγίας Γραφής (§3), η οποία τέθηκε για πρώτη φορά στο Σύνταγμα του 1911, μετά τα γνωστά ως «Ευαγγελικά» αιματηρά επεισόδια του 1901 εξαιτίας της μετάφρασης του Ευαγγελίου στη δημοτική, και είναι σήμερα τελείως περιττή.
• Διαγραφή στο άρθρο 13 του επιθέτου «γνωστή» πριν από το ουσιαστικό «θρησκεία» (§2 εδ. α’), καθώς με τον τρόπο αυτόν εισάγεται ανεπίτρεπτος περιορισμός στη θρησκευτική ελευθερία, όπως και του εδαφίου «ο προσηλυτισμός απαγορεύεται» (§2 εδ. γ’), απολίθωμα της παλαιάς αντίστοιχης, αλλά πολύ ευρύτερης διάταξης, που δεν έχει πλέον λόγο ύπαρξης, καθώς και το σχετικό ποινικό αδίκημα, κατά την ορθότερη άποψη, έχει καταργηθεί.
• Αναδιατύπωση στο ίδιο άρθρο της διάταξης της §3 καθώς ο μεν προσδιορισμός «γνωστών» θρησκειών είναι περιττός, η δε διατύπωση «όπως και οι λειτουργοί της επικρατούσας θρησκείας» θα πρέπει να επεξηγηθεί ως της θρησκείας της πλειονότητας των ελλήνων πολιτών, σύμφωνα και με την ερμηνευτική δήλωση που προτείνεται υπό το άρθρο 3 Σ.
• Απάλειψη στο άρθρο 16 Σ., που αναφέρεται στον σκοπό της παιδείας (§2), του όρου «θρησκευτικής» στη φράση «την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης», καθώς αφενός επικαλύπτεται από την «ηθική και πνευματική αγωγή», αφετέρου δημιουργεί ερωτήματα ως προς την κατεύθυνσή της.
• Αντικατάσταση, τέλος, στο άρθρο 33 Σ. του τύπου του όρκου τού ή τής Προέδρου της Δημοκρατίας (§2). Η υποχρέωση να ορκίζεται «στο όνομα της Αγίας και Ομοούσιας και Αδιαίρετης Τριάδας», απολίθωμα της εποχής που ο τότε ανώτατος άρχοντας, ο βασιλιάς, αναλάμβανε και την υποχρέωση να προστατεύει την επικρατούσα θρησκεία των Ελλήνων, αφενός αποκλείει τους μη ορθοδόξους ή έστω μη χριστιανούς από την εκλογή τους στο ανώτατο πολιτειακό αξίωμα, αφετέρου υποχρεώνει στην αποκάλυψη των θρησκευτικών πεποιθήσεών τους, πράγμα που αντιβαίνει ευθέως στον πυρήνα του θεμελιώδους δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας.
* Ο κ. Ιωάννης Μ. Κονιδάρης είναι ομότιμος καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.



