Ο Θωμάς Γαλανόπουλος από την Παραμυθιά ασχολείται με ένα ιδιαίτερο, απαιτητικό και σπάνιο επάγγελμα: την καμπανοποιία. Η τέχνη του είναι μια τέχνη με μεγάλη ιστορία στην Ελλάδα, η οποία σήμερα ασκείται από πολύ λίγους τεχνίτες. Οπως εξηγεί ο ίδιος, παλαιότερα υπήρχαν περίπου 15 εργαστήρια στην Ελλάδα που κατασκεύαζαν καμπάνες, σήμερα όμως τα περισσότερα έχουν σταματήσει τη λειτουργία τους.

Ο ίδιος ξεκίνησε να ασχολείται επαγγελματικά με την καμπανοποιία το 1971, συνεχίζοντας μια οικογενειακή παράδοση που μετρά περίπου 250 χρόνια ιστορίας. Η οικογένειά του κατασκευάζει καμπάνες ήδη από το 1803, μια τέχνη που ξεκίνησε από τον προπάππο του και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ο κ. Γαλανόπουλος θυμάται ότι από μικρό παιδί βρισκόταν συχνά στο εργαστήριο και παρακολουθούσε τη δουλειά. Ωστόσο, η ζωή τον έφερε πολύ νωρίς μπροστά σε μεγάλες ευθύνες, αφού σε ηλικία μόλις 12 ετών χρειάστηκε να αναλάβει τη δουλειά, μετά τον θάνατο του πατέρα του.

Στην ερώτηση τι τον ενέπνευσε να συνεχίσει το επάγγελμα του καμπανοποιού απαντά πως όλα περιστρέφονται γύρω από την αγάπη του για την τέχνη της καμπάνας. Οπως λέει, κάθε καμπάνα είναι μοναδική. Προσθέτει χαρακτηριστικά πως «με τις καμπάνες μπορούμε να δημιουργήσουμε μελωδίες, όπως ακριβώς σε ένα πιάνο». Στο εργαστήριό του δεν κατασκευάζονται μόνο καμπάνες, αλλά οι τεχνίτες του αναλαμβάνουν και την τοποθέτησή τους, ρυθμίζοντας τον ήχο ώστε να δημιουργούνται συγκεκριμένες «μουσικές φωνές».

Στο καλούπι χύνεται ένα παχύρρευστο υγρό που αποτελείται από χαλκό και κασσίτερο, τα οποία αναμειγνύονται και θερμαίνονται στους 1.400oC διαμορφώνοντας την «καρδιά» της καμπάνας αλλά και το εξωτερικό της σχήμα

Στους 1.4000C

Ακούγοντας τα παραπάνω, σχηματίζεται η απορία για τον χρόνο που χρειάζεται για να κατασκευαστεί μια καμπάνα. Απαντά πως η διαδικασία κατασκευής είναι ιδιαίτερα απαιτητική. Το πρώτο στάδιο είναι η δημιουργία του καλουπιού, το οποίο κατασκευάζεται από χώμα. Στη συνέχεια πάνω στο καλούπι χύνεται ένα παχύρρευστο υγρό που αποτελείται από χαλκό και κασσίτερο, τα οποία αναμειγνύονται και θερμαίνονται στους 1.4000C διαμορφώνοντας την «καρδιά» της καμπάνας αλλά και το εξωτερικό της σχήμα. Εξηγεί πως στο παρελθόν η κατασκευή μιας καμπάνας απαιτούσε πολύ περισσότερο χρόνο. Για μια καμπάνα περίπου 100 κιλών χρειάζονταν τρία άτομα και περίπου επτά ημέρες εργασίας. Από το 1993 έως σήμερα και χάρη στην εξέλιξη των τεχνικών, η ίδια διαδικασία μπορεί να ολοκληρωθεί ακόμη και μέσα σε λίγες ώρες.

Στην ερώτηση εάν υπάρχει κάποιο μυστικό στην κατασκευή μιας καμπάνας που δεν φαίνεται με το μάτι αλλά κάνει τη διαφορά στον ήχο, ο κ. Γαλανόπουλος απαντά πως ναι, υπάρχει. Παρόλο που δύο καμπάνες μπορεί να κατασκευαστούν από το ίδιο καλούπι, δεν σημαίνει ότι θα έχουν ακριβώς τον ίδιο ήχο. Η «φωνή» της καμπάνας εξαρτάται από τον τρόπο που διαμορφώνεται το καλούπι και από τη νότα που θέλουν να πετύχουν οι τεχνίτες. Ετσι, μια καμπάνα μπορεί να βγάλει πιο βαθύ ή πιο ψηλό ήχο ή να κρατά περισσότερο τη «φωνή» της.

Οταν ρωτάμε ποια είναι η πιο ξεχωριστή ή η πιο δύσκολη καμπάνα που έχει κατασκευάσει ο ίδιος, απαντά πως στο εργαστήριό του έχουν κατασκευαστεί και πολύ μεγάλες καμπάνες. Μερικές από αυτές φτάνουν ακόμη και τους 3,5 τόνους. Μία τέτοια καμπάνα βρίσκεται στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης, στον Ιερό Ναό Αγίου Ιωσήφ και Φωτεινής. Εξηγεί πως η κατασκευή μιας τόσο μεγάλης καμπάνας απαιτεί περισσότερο χρόνο και περισσότερους τεχνίτες, ενώ το λιωμένο μέταλλο πρέπει να χυθεί σχεδόν ταυτόχρονα στο καλούπι χρησιμοποιώντας τρεις ή τέσσερις φούρνους. Οι συνθήκες μέσα στο χυτήριο είναι ιδιαίτερα δύσκολες, αφού η θερμοκρασία μπορεί να φτάσει ακόμη και τους 80 βαθμούς Κελσίου.

Αναφέρει ωστόσο πως, παρά την εμπειρία και την ιστορία του επαγγέλματός του, τα τελευταία χρόνια υπάρχουν σημαντικές δυσκολίες. Σύμφωνα με τον ίδιο, μια μεγάλη κρίση στον χώρο ξεκίνησε το 2008, μετά την υπόθεση του Βατοπαιδίου, όταν περιορίστηκαν σημαντικά οι δωρεές προς τις εκκλησίες. Παλαιότερα υπήρχαν δωρητές που προσέφεραν μεγάλα ποσά για την κατασκευή καμπανών ή καμπαναριών. Σήμερα κάτι τέτοιο συμβαίνει πιο σπάνια και σημαντικό ρόλο για τη συνέχιση της δουλειάς παίζουν οι εξαγωγές στο εξωτερικό.

Περηφάνια

Παρ’ όλα αυτά, ο κ. Γαλανόπουλος νιώθει μεγάλη περηφάνια που κατάφερε να κρατήσει ζωντανή αυτή την τέχνη. Το καμπανοποιείο του αποτελεί πλέον το μοναδικό που συνεχίζει να λειτουργεί στην Ελλάδα και η δουλειά αυτή του δίνει μεγάλη προσωπική ικανοποίηση.

Οσον αφορά το ενδιαφέρον των νέων για τις παραδοσιακές τέχνες, πιστεύει ότι υπάρχει, αλλά η καμπανοποιία είναι ένα απαιτητικό και αρκετά επικίνδυνο επάγγελμα. Μας είπε πως στο χυτήριο υπάρχει πάντα κίνδυνος τραυματισμών ή εγκαυμάτων και γι’ αυτό χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Για να ακολουθήσει κάποιος αυτή την τέχνη πρέπει πραγματικά να την αγαπά. Ελπίζει πάντως ότι η οικογενειακή παράδοση θα συνεχιστεί, καθώς ο 32χρονος γιος του ήδη ασχολείται με τη δουλειά.

Στην ερώτηση τι σημαίνει για εκείνον ο ήχος της καμπάνας στην καθημερινή ζωή και στην παράδοση του τόπου μας, ανέφερε πως έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η καμπάνα χτυπά τόσο για χαρές όσο και για λύπες. Καλεί τον κόσμο σε μια χαρμόσυνη λειτουργία το Πάσχα, αλλά χτυπά και σε στιγμές πένθους. Με αυτόν τον τρόπο συγκεντρώνει και ενώνει τους ανθρώπους μιας κοινότητας.

Ελλιπής η στήριξη του κράτους

Ζητήσαμε τη συμβουλή που θα μας έδινε εάν επιθυμούσαμε να ασχοληθούμε με μια παραδοσιακή τέχνη και μας απάντησε ότι οι παραδοσιακές τέχνες πρέπει να διατηρηθούν, όμως συχνά δεν στηρίζονται αρκετά. Εξήγησε πως ο ίδιος έχει επενδύσει μέχρι σήμερα περίπου 4 εκατομμύρια ευρώ για να κρατήσει το εργαστήριό του σε λειτουργία, χωρίς βοήθεια. Πιστεύει ότι αν ένα τέτοιο εργαστήριο βρισκόταν στο εξωτερικό, θα υπήρχε μεγαλύτερη στήριξη ώστε να αναπτυχθεί ακόμη περισσότερο.

Η συνομιλία μαζί του έκλεισε με την ευχή να συνεχίσουν να υπάρχουν και να διατηρούνται οι παραδοσιακές τέχνες, γιατί αποτελούν σημαντικό κομμάτι της ιστορίας και της πολιτιστικής κληρονομιάς ενός τόπου.