Τίποτα δεν είναι ίδιο με το πρόσφατο παρελθόν. Τίποτα στο μέλλον δεν θα είναι εύκολο. Σε αυτές τις δύο λακωνικές προτάσεις συνοψίζεται η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα εντός της οποίας καλείται από εδώ και στο εξής να δρα η Αθήνα. Οι φλόγες του πολέμου στη Μέση Ανατολή ακουμπούν πλέον και το ελληνικό σύστημα ασφαλείας και η χώρα βρίσκεται ακριβώς ένα βήμα πίσω από τη γραμμή του πυρός.

Οι επιθέσεις ιρανικών drones εναντίον των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο αλλά και η αποστολή μονάδων των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στο νησί αποτελούν την πιο ηχηρή, έμπρακτη απόδειξη ότι ο γεωγραφικός χώρος μεταξύ της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής έχει λάβει χαρακτηριστικά σχεδόν ενιαίου πεδίου, με την Ελλάδα να αναπροσαρμόζει τη στρατηγική της, ούσα υποχρεωμένη να συμμετέχει ενεργά στις εξελίξεις.

Ανάληψη ευθύνης

«Δεν πρέπει να φοβόμαστε την ανάληψη ευθυνών. Αν πριν από λίγα χρόνια σάς έλεγα ότι η χώρα θα λαμβάνει μέρος σε τουλάχιστον πέντε στρατιωτικές επιχειρήσεις από την Αδριατική έως την Κύπρο, μάλλον θα μου απαντούσατε ότι πρόκειται για σενάριο επιστημονικής φαντασίας» επισημαίνει στο «Β» υψηλόβαθμο στέλεχος της κυβέρνησης, υπογραμμίζοντας μάλιστα ότι στην περίπτωση της αμυντικής συνδρομής υπέρ της προστασίας της Κυπριακής Δημοκρατίας «η Αθήνα ήταν αυτή που άνοιξε τον δρόμο για να ακολουθήσουν οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές δυνάμεις».

Στο πρωθυπουργικό επιτελείο και το υπουργείο Εξωτερικών έχουν εμπεδώσει ότι εν μέσω της πλέον πρωτόγνωρης αστάθειας από εποχής του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με τα μέτωπα να επεκτείνονται επικίνδυνα και την παλαιά σταθερά της Δύσης, τις Ηνωμένες Πολιτείες, να ακολουθούν μια σχεδόν εξωπραγματική, επιθετική εξωτερική πολιτική διά της ισχύος, δεν υπάρχουν περιθώρια δεύτερων σκέψεων: η χώρα οφείλει να δηλώνει παρούσα και διαθέσιμη, όχι μόνο προστατεύοντας τα εθνικά συμφέροντα, αλλά μετέχοντας ως σύμμαχος και εταίρος σε ευρύτερες επιχειρησιακές συμπράξεις. Εξ ου και πολλοί στην ελληνική πρωτεύουσα ερμηνεύουν την αποστολή των τεσσάρων μαχητικών F-16 και των δύο φρεγατών στην Κύπρο, πέρα από την προφανή, ελληνοκεντρική θεώρηση. Δηλαδή, ως μήνυμα διαθεσιμότητας προς τη Δύση – κυρίως τις Ηνωμένες Πολιτείες – στην επικείμενη διαδικασία σχηματισμού της δεύτερης γραμμής άμυνας, πίσω από την κινούμενη άμμο της Μέσης Ανατολής. Αλλά και ως μια επί του πεδίου πρόβα του περιβόητου εγχειρήματος της ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας ή ακόμα και έτερων, πιο ευέλικτων κατά περίσταση, ομαδοποιήσεων, καθώς ακόμα και σήμερα η ΕΕ σε συλλογικό επίπεδο εμφανίζεται αξιοσημείωτα διστακτική.

Σε αυτή τη λογική και σύμφωνα με διασταυρωμένες πληροφορίες του «Β», η κυβέρνηση θα προκρίνει τη συμμετοχή της χώρας – εφόσον ζητηθεί στο άμεσο μέλλον – σε πολυεθνικές δυνάμεις που θα αναπτυχθούν κυρίως στη θάλασσα και τον αέρα, με στόχο τη διατήρηση της ειρήνης σε μια ευρεία περιοχή που καλύπτει όλη τη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου και το σταυροδρόμι με τη Μέση Ανατολή.

Η Αθήνα, άλλωστε, αποτελεί ήδη μέρος του αμερικανικής εμπνεύσεως Κέντρου Πολιτικού – Στρατιωτικού Συντονισμού για τη σταθεροποίηση της Γάζας (CMCC), εκτιμώντας προφανώς ότι δεν δύναται να κρατά αποστάσεις από ανάλογες αμερικανικές πρωτοβουλίες, ειδικά σε σημεία και δικού της ενδιαφέροντος.

Ανώτερη διπλωματική πηγή, πάντως, με πιο μετριοπαθή διάθεση, λέει στο «Β» ότι «είμαστε σε απόσταση από το πεδίο, δεν θα πρέπει να ξεχνάτε ότι η περίπτωση της Κύπρου συνιστά μια σαφή ιδιαιτερότητα». Αναγνωρίζει, πάντως, ότι η αποστολή στη μεγαλόνησο «αποτελεί και σαφή προβολή ισχύος της χώρας», επιβεβαιώνοντας την άποψη ότι διά της ελλαδικής παρουσίας, αλλά και της αποστολής των Patriot στην Κάρπαθο, αφενός η Αθήνα εμφανίζεται ως δύναμη που συμβάλλει στον καθορισμό των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο, αφετέρου η κυβέρνηση Μητσοτάκη συγγράφει πολιτικό αφήγημα προς εσωτερική κατανάλωση. Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένεται, άλλωστε, το ενδεχόμενο η μεταστάθμευση των φρεγατών και των μαχητικών να λάβει χαρακτηριστικά μακράς διάρκειας.

Φυσικά, από την εξίσωση στην οποία συμπεριλαμβάνεται η Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορεί να λείπει η παράμετρος της Τουρκίας. Η Aγκυρα είναι, βεβαίως, ενοχλημένη για τη στρατιωτική παρουσία της Ελλάδας στο νησί, ενώ θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι το ζήτημα απασχόλησε τους υπουργούς Εξωτερικών κ.κ. Γεραπετρίτη και Φιντάν, οι οποίοι συνομίλησαν τηλεφωνικώς λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση της ελληνικής πρωτοβουλίας. «Οι Τούρκοι παρακολουθούν αμήχανα, δεν είναι σε θέση να πράξουν τίποτα, διότι θα πρέπει να πάνε κι άλλο κόντρα στο Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες» υπογραμμίζει μέλος της κυβέρνησης, συμφωνώντας ότι τουλάχιστον προς το παρόν δεν υπάρχουν περιθώρια για επιμέρους αντεγκλήσεις.

Οπως, πάντως, αναμενόταν, η Τουρκία αντέδρασε τόσο για τους Patriot όσο κυρίως για την ελληνική συνδρομή στην Κύπρο, φέρνοντας στην επιφάνεια την παρωχημένη ιδιότητά της ως εγγυήτριας δύναμης και απειλώντας εμμέσως πλην σαφώς ότι σε περίπτωση που απειληθούν οι Τουρκοκύπριοι – προφανώς από τα ελληνικά όπλα – η Αγκυρα θα παρέμβει. Μένει βέβαια να φανεί αν και ποια θα είναι η αντίδραση της Τουρκίας στο εγγύς μέλλον, πολλώ δε μάλλον αν αυτή αναπτυχθεί επί του πεδίου.

Διπλωματικά ερωτήματα

Στη μεγάλη εικόνα, γίνεται σχετικά εύκολα αντιληπτό ότι κάθε κίνηση των Ηνωμένων Πολιτειών του Τραμπ, όσο σπασμωδική κι αν είναι, τελικά στοχεύει στο μέτωπο του Ινδοειρηνικού και τον περιορισμό της Κίνας. Προκειμένου να υλοποιηθεί η αμερικανική στρατηγική απαιτείται η αποδυνάμωση του Ιράν, η ειρήνευση της Μέσης Ανατολής, με τους ισχυρούς Αραβες να συντάσσονται τελικά – στο ευκταίο σενάριο – με την Ουάσιγκτον, και η οριστική σταθεροποίηση της Ανατολικής Μεσογείου.

«Η επιλογή του Ιράν να στραφεί κατά των αραβικών χωρών του Κόλπου αλλάζει καθοριστικά το ευρύτερο σκηνικό. Μάλλον τις τρέπει προς την πλευρά των Αμερικανών, δημιουργώντας έναν ισχυρό άξονα, ο οποίος αποτελείται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ, τα κράτη του Κόλπου και την Ινδία» επισημαίνουν στο «Β» στενοί συνεργάτες του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη, εκτιμώντας ότι «η Ελλάδα συνεργάζεται στενά με όλες τις παραπάνω χώρες, διακρατώντας μάλιστα και στρατηγικές συμμαχίες».

Σύμφωνα με αυτή την ανάλυση, και στη βάση της «εξωτερικής πολιτικής του ρεαλισμού», η διπλωματία που ασκείται τα τελευταία χρόνια, και ειδικά η αναβάθμιση των σχέσεων με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, αποδίδει αποτελέσματα. Η εν λόγω στάση, όμως, δοκιμάζει την Αθήνα όσον αφορά τον βαθμό προσήλωσής της στη διεθνή νομιμότητα, καθώς κατά γενική ομολογία οι επιθετικές παρεμβάσεις τόσο του Τελ Αβίβ όσο και της Ουάσιγκτον – σε πολλές και διαφορετικές περιστάσεις – στερούνται ερεισμάτων στο Διεθνές Δίκαιο, στο οποίο κάθε ελληνική κυβέρνηση διαχρονικά ομνύει.

Οπως συνέβη και στο πρόσφατο παρελθόν, έτσι και στην επίθεση κατά του Ιράν, Αμερικανοί και Ισραηλινοί ουσιαστικά υπερκέρασαν τα βασικά βήματα που πρέπει να ακολουθηθούν πριν από οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια. «Το ερώτημα είναι κατά πόσο τα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου» εξηγεί στο «Βήμα» διπλωματική πηγή που γνωρίζει το σκεπτικό της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Εξωτερικών, προσθέτοντας ότι η κυβέρνηση ακόμα «δεν γνωρίζει τις απαραίτητες λεπτομέρειες».

Σύμφωνα, πάντως, με την επεξήγηση του αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, αν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν χτυπούσαν πρώτες, τότε το Ιράν θα έστρεφε το βαλλιστικό πρόγραμμά του κατά του Ισραήλ. Οσο αδύναμο κι αν ακούγεται αυτό το επιχείρημα, στην Αθήνα δεν φαίνεται να ενδιαφέρονται ιδιαιτέρως περί της νομιμότητας. Οπως όλοι οι μικρότεροι, περιφερειακοί παίκτες, θέλουν ο πόλεμος να τελειώσει το συντομότερο υπέρ του στρατοπέδου που έχουν επιλέξει.