Μέσα στη γεωπολιτική δίνη που προκαλούν οι κινήσεις του Ντόναλντ Τραμπ προς αναδιάταξη του δυτικού συστήματος ασφαλείας, με τις Ηνωμένες Πολιτείες ν’ απεμπολούν τον ρόλο τους ως κεντρομόλου δύναμης του φιλελεύθερου κόσμου, διεκδικώντας έως και προσάρτηση νατοϊκού εδάφους, η Αθήνα θέτει ως απόλυτη προτεραιότητα τη διατήρηση της νηνεμίας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Κι ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη οι τελικές διαβουλεύσεις για τη διεξαγωγή του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας (ΑΣΣ) στην Aγκυρα – με την ημερομηνία να ανακοινώνεται άνευ απροόπτου εντός της εβδομάδας – στην ελληνική πρωτεύουσα έχει εμπεδωθεί πλέον ευρέως η άποψη ότι η «εποχή Τραμπ 2.0» προστάζει για συγκλίσεις.

«Υπαρξιακή ανάγκη»

«Στην τρέχουσα συγκυρία πλήρους ασυμμετρίας, η λειτουργία απευθείας διαύλων επικοινωνίας δεν είναι απλώς αναγκαία, είναι υπαρξιακό ζήτημα» λέει στο «Βήμα» ανώτερη διπλωματική πηγή. Αποτυπώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την ανησυχία που επικρατεί στην Αθήνα, όχι μόνο ως προς μια πιθανή επιστροφή στους καιρούς των εντάσεων – χωρίς πλέον να θεωρείται δεδομένη η αμερικανική αποτροπή – αλλά και περί της φημολογούμενης έξωθεν παρέμβασης με στόχο τη διευθέτηση των ζητημάτων που φέρνουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα Ελλάδα και Τουρκία σε τροχιά αντιπαράθεσης.

«Βρισκόμαστε εν μέσω κοσμογονίας, αναλογιστείτε ότι συνομιλίες υπάρχουν ακόμα και μεταξύ Ρώσων και Ουκρανών, είναι αδύνατο να μη μιλάμε με τους Τούρκους», προσθέτει κοινοβουλευτικός της Νέας Δημοκρατίας με άμεση πρόσβαση στο Μέγαρο Μαξίμου, επισημαίνοντας ότι «η ηρεμία των τελευταίων ετών είναι σημαντικό κέρδος. Θέλουμε να διατηρηθεί».

Παλαιός υπουργός, με εμπειρία στις διεθνείς σχέσεις, εκτιμά ότι ειδικά όσον αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις η χώρα βρίσκεται σε δυσχερή θέση, κυρίως διότι καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες: «Η Αγκυρα είναι φανερό ότι ρέπει προς την Ουάσιγκτον, ενώ η Αθήνα δεν δύναται να απομακρυνθεί από τον ευρωπαϊκό πυρήνα. Στα θέματα κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων ο Ερντογάν σκέπτεται παρόμοια με τον Τραμπ, άρα η Ελλάδα θα πρέπει να είναι ιδιαιτέρως προσεκτική στις επιλογές της» προσθέτει ο ίδιος.

Επιπλέον, η προθυμία της Τουρκίας να συμμετέχει στο αμφιλεγόμενο Συμβούλιο Ειρήνης του Τραμπ φέρνει τις δύο πλευρές ακόμα πιο κοντά. Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτή την προσέγγιση, η ανάγκη διατήρησης ενεργού του διαλόγου με την Αγκυρα καθίσταται ακόμα πιο επιτακτική, ενώ η σύγκληση του ΑΣΣ είναι μια ευκαιρία να μεταδοθεί η εικόνα, προς κάθε ενδιαφερόμενο, ότι Αθήνα και Αγκυρα επιδεικνύουν έμπρακτη διάθεση συνεννόησης.

Τα χωρικά ύδατα

Στον αντίποδα, πάντως, έλληνας διπλωμάτης, που έχει υπηρετήσει επί μακρόν στην Τουρκία, θεωρεί λανθασμένη την επιμονή για τη συνάντηση κορυφής ΜητσοτάκηΕρντογάν. «Υπάρχει εδώ και καιρό πίεση για να ταξιδέψει ο έλληνας πρωθυπουργός στην Αγκυρα, παρότι ουσιαστικά λείπει η εποικοδομητική ατζέντα», λέει ο ίδιος, προειδοποιώντας ότι «η Αθήνα θα μπορούσε να βρεθεί προ εκπλήξεως σε περίπτωση που οι Τούρκοι απαιτήσουν για παράδειγμα επιτάχυνση του διαλόγου περί του Αιγαίου».

Υπενθυμίζεται ότι προσφάτως ο υπουργός Εξωτερικών της γείτονος Χακάν Φιντάν επικεντρώθηκε στο «πρόβλημα του Αιγαίου», όπως το αποκάλεσε, ενώ σε μια έτερη παρέμβασή του, προ μηνών, στάθηκε ειδικά στο ζήτημα των χωρικών υδάτων, εκτιμώντας ότι η διαφορά μεταξύ των 6 ναυτικών μιλίων – θέση της Αγκυρας – και των 12 – αναφαίρετο δικαίωμα της Αθήνας – είναι εφικτό να διευθετηθεί, προφανώς κατόπιν εκατέρωθεν συμβιβασμών.

Οι συγκεκριμένες αποστροφές του κ. Φιντάν έχουν τεθεί εδώ και καιρό στο μικροσκόπιο της ελληνικής διπλωματίας, παρά το γεγονός ότι η επίσημη άποψη της Αθήνας παραμένει αναλλοίωτη: «Τα χωρικά ύδατα είναι θέμα που αφορά την εθνική κυριαρχία, το οποίο ουδέποτε πρόκειται να τεθεί σε διάλογο», επαναλαμβάνει η ανώτερη διπλωματική πηγή, επισημαίνοντας όμως ότι «οι θέσεις της Τουρκίας και όλα όσα έχουν διαχρονικά καταγραφεί (σ.σ.: μεταξύ των οποίων και η συζήτηση για τα κλιμακωτά χωρικά ύδατα) λαμβάνονται υπόψη».

Σύμφωνα με την ίδια πηγή, η τοποθέτηση Φιντάν δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί «άνοιγμα, καθώς περιορίζει το εύρος της αναθεωρητικής ατζέντας», στοιχείο βεβαίως που δεν σημαίνει ότι η βεντάλια των τουρκικών διεκδικήσεων πρόκειται να αποσυρθεί από το τραπέζι. Στην Αθήνα διαπιστώνουν, πράγματι, διάθεση της Αγκυρας να συζητήσει για τα μείζονα, συμπληρώνουν όμως ότι «η διάθεση θα μετατραπεί σε ουσία μόνο αν ο διάλογος πραγματοποιηθεί υπό τους δικούς μας όρους: Μιλάμε μόνο περί οριοθέτησης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και υφαλοκρηπίδας».

Οπως, πάντως, επανειλημμένως έχει δηλώσει ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, αυτή τη στιγμή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις, καθώς η Τουρκία, παρά προφανώς τα λεγόμενα του Φιντάν, δεν αποδέχεται την ελληνική θέση περί μιας διαφοράς.

Απ’ την άλλη πλευρά κι όπως παρατηρούν έμπειροι συνομιλητές του «Βήματος», τα ζητήματα στο Αιγαίο είναι αν μη τι άλλο αλληλένδετα (σ.σ.: για παράδειγμα η συσχέτιση των χωρικών υδάτων με τον εθνικό εναέριο χώρο), έχουν όμως ως αφετηρία την ανυπόστατη τουρκική θεωρία των «γκρίζων ζωνών». «Αν δεν αποσυρθούν τα περί “γκρίζων ζωνών” πώς θα οριοθετήσουμε θαλάσσιες ζώνες; Από πού ξεκινά η χάραξη των χωρικών υδάτων;» αναρωτιούνται οι ίδιοι, θέτοντας ουσιαστικά ως προαπαιτούμενη την υποχώρηση της Αγκυρας από την εν λόγω θέση, ενδεχόμενο που φαντάζει απίθανο και μάλιστα σε βάθος χρόνου.

Ασκήσεις ισορροπίας

Με δεδομένες, λοιπόν, τις προθέσεις των Τούρκων, η Αθήνα καλείται να τηρήσει μια λεπτή ισορροπία: Nα εμφανιστεί μεν ανοικτή στον διάλογο, ακόμα και επί της ουσίας των νομικών – διπλωματικών ζητημάτων στα οποία οφείλονται το χάσμα και οι εντάσεις στο Αιγαίο, όμως αποκλειστικά υπό τους δικούς της όρους, δηλαδή τις προβλέψεις του Δικαίου της Θάλασσας. Οπως όμως γίνεται αντιληπτό, η θέση αυτή ενδεχομένως να εκληφθεί διεθνώς ως αδυναμία της ελληνικής πλευράς να επιδείξει ευελιξία, ενώ πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι σε περίπτωση αδιεξόδου η Αγκυρα θα πετάξει αυτομάτως το μπαλάκι της ευθύνης στην Ελλάδα. Σημειώνεται ότι ο κ. Φιντάν απέδωσε, ξανά, τους δισταγμούς της Αθήνας στους όρους διεξαγωγής του εσωτερικού πολιτικού παιχνιδιού.

Στην ελληνική πρωτεύουσα είναι επίσης γνωστό ότι η θέση περί μιας διαφοράς είναι δυσνόητη στην Ευρώπη και την Ουάσιγκτον, ειδικά από τη στιγμή που εγκλωβίζει τον διάλογο σε πολύ στενά όρια. Πάντως, πηγή κοντά στο διπλωματικό επιτελείο του Κυριάκου Μητσοτάκη διαβεβαιώνει ότι «η ελληνική αντιπροσωπεία στην Αγκυρα δεν πρόκειται να πέσει σε καμία “παγίδα”». Ενα έτερο διακύβευμα είναι η διαχείριση – κατ’ ιδίαν αλλά κυρίως στις κοινές δηλώσεις που θα ακολουθήσουν μετά το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας – των ζητημάτων που έχουν έρθει τους τελευταίους μήνες στην επιφάνεια επαναφέροντας την ένταση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας: Μεταξύ άλλων είναι οι στενές σχέσεις Αθήνας – Τελ Αβίβ, η δεδηλωμένη πρόθεση να αποτραπεί η συμμετοχή της Τουρκίας στο πρώτο βήμα του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, καθώς και η κατάθεση του Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού, όπου αποτυπώνονται τα απώτατα όρια της ελληνικής υφαλοκρηπίδας.

Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένεται επίσης αν ο Πρωθυπουργός θα θέσει ενώπιον του Ταγίπ Ερντογάν το ζήτημα απόσυρσης της απειλής πολέμου (casus belli), όπως έχει δεσμευτεί, ή θα προτιμήσει να κρατήσει χαμηλά τους τόνους, όπως άλλωστε συνέβη στις προηγούμενες δημόσιες παρουσίες των δύο ηγετών. Πάντως, τίποτα στον ελληνοτουρκικό διάλογο δεν θυμίζει τη δυναμική που υπήρχε μετά την επανεκλογή του έλληνα πρωθυπουργού και του τούρκου προέδρου στα μέσα του 2023. Με τις προτεραιότητες των δύο πλευρών να είναι παντελώς διαφορετικές, στο εσωτερικό και το εξωτερικό, οι πρόσφατες αναφορές σε «ιστορική ευκαιρία» επίλυσης των χρονιζόντων διμερών προβλημάτων μοιάζουν μάλλον παράταιρες με την πραγματικότητα.