Με τρεις εκθέσεις ιστορικού χαρακτήρα, το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης ενισχύει τον ρόλο του ως εθνικού θεσμού, αποδίδοντας μια καθυστερημένη αλλά ουσιαστική τιμή σε τρεις δημιουργούς της ελληνικής πρωτοπορίας των δεκαετιών 1950-1980. Από τη μία, η έκθεση «Ωδή στα πράγματα», μια αναδρομική αφιερωμένη στο έργο της Νίκης Καναγκίνη (1933-2008) σε επιμέλεια της Τίνας Πανδή, φωτίζει την πορεία μιας δημιουργού, μιας από τις σημαντικότερες της ελληνικής μεταπολεμικής τέχνης, που κινήθηκε με ιδιαίτερη τόλμη ανάμεσα σε διαφορετικά μέσα.
Πειραματίστηκε, μεταξύ άλλων, με την ταπισερί, μεταφέροντας τις αφηρημένες ζωγραφικές της αναζητήσεις στην τόσο δημοφιλή χειροτεχνική πρακτική της εποχής μας. Το εκτενές αφιέρωμα καλύπτει ένα χρονικό φάσμα από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 έως και το 2000 και αναδεικνύει την πολυδιάστατη εικαστική της δραστηριότητα: από τις πρωτότυπες ταπισερί, στη χρήση της γραφής ως εικαστικής πράξης, έως τις εγκαταστάσεις με αντικείμενα που αντλούν έμπνευση από την παραδοσιακή (πατριαρχικά ορισμένη) γυναικεία εμπειρία. Σημειωτέον, η οικογένειά της πρόκειται να δωρίσει ένα μεγάλο σώμα έργων στο ΕΜΣΤ.
Παράλληλα παρουσιάζεται το έργο του Στάθη Λογοθέτη (1925-1997), ενός δημιουργού που δεν αποποιήθηκε ποτέ το πρώιμο ενδιαφέρον του για τις ημιτελείς ιατρικές του σπουδές, μεταφέροντας στο έργο του τη βιωματική επαφή με το ανθρώπινο σώμα, το δέρμα και το αίμα, ενώ παράλληλα επιχειρεί να δώσει μορφή και στον εσωτερικό ανθρώπινο ψυχισμό. Στην έκθεση «Στη Γη», σε επιμέλεια του Σταμάτη Σχιζάκη, ο χώρος του ισογείου γεμίζει με τις κυριολεκτικά επιδερμικές αλλά τελικά βαθιά σπλαχνικές αναζητήσεις ενός δημιουργού που ξεπέρασε τα όρια των δύο διαστάσεων του μουσαμά και την ακινησία του τελάρου.
Μέσα από σχισίματα, τομές και επεμβάσεις στο ίδιο το υλικό, η επιτελεστική «κατακρεούργηση» της υφασμάτινης επιφάνειας μετατρέπεται σε βασικό στοιχείο της εικαστικής του γλώσσας, όπως διακρίνεται σε όλες τις περιόδους της καλλιτεχνικής του πορείας. Πρόκειται για την πρώτη εκτενή παρουσίαση του έργου του μετά την τελευταία του έκθεση το 1994 στη Θεσσαλονίκη, η οποία σήμερα διαβάζεται και ως μια ιδιότυπη ανατομία της βίας που συνεχίζει να μαστίζει τη σύγχρονη εποχή. Τέλος, στην «Εναντιοδρομία», αφιερωμένη στο έργο του συνθέτη Γιάννη Χρήστου (1926-1970), ο επιμελητής του αρχείου Χρήστου στο Ωδείο Αθηνών Κωστής Ζουλιάτης παρουσιάζει έναν δημιουργό που έφυγε πρόωρα, αλλά πρόλαβε να διαμορφώσει έναν απολύτως προσωπικό και ριζοσπαστικό μουσικό λόγο.
Η έκθεση πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Ωδείο Αθηνών και λειτουργεί ως μια εισαγωγή στο πολυσύνθετο έργο και τη σκέψη του. Παρουσιάζονται τεκμήρια όπως φωτογραφίες, χειρόγραφες σημειώσεις και οπτικοακουστικά αποσπάσματα, τα οποία επενδύουν ηχητικά και τον ίδιο τον εκθεσιακό χώρο. Παράλληλα, αριστουργηματικές παρτιτούρες του συνθέτη εκτίθενται περίπου ως αυτόνομα εικαστικά αντικείμενα, μικρά έργα τέχνης που αποτυπώνουν την πρωτοτυπία, τη θεωρητική συγκρότηση και τη ριζοσπαστική σκέψη ενός από τους σημαντικότερους έλληνες συνθέτες του εικοστού αιώνα.
Τι ενώνει τους τρεις, κατά τα άλλα ετερόκλητους, δημιουργούς; Διεύρυναν τους τρόπους που κατανοούμε την τέχνη, αντιμετωπίστηκαν με αμηχανία από την εγχώρια εικαστική σκηνή και το κατεστημένο. Η τόλμη τους υπήρξε, για τα τοπικά δεδομένα, μεγάλη, καθώς το έργο τους βρισκόταν σε διαρκή διάλογο με τη διεθνή και ευρωπαϊκή πρωτοπορία, αλλά και με τη μουσική avant-garde. Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν και οι κοσμοπολίτικες καταβολές τους, καθώς οι τρεις εκθέσεις εγκαινιάζουν τον νέο επιμελητικό κύκλο του μουσείου υπό την καθοδήγηση της Κατερίνας Γρέγου, ο οποίος θα έχει ως κεντρικό αφήγημα το κληροδότημα του κοσμοπολιτισμού. Μια έννοια που επανέρχεται ως ζητούμενο σήμερα, αναφερόμενη σε μια στάση ανοιχτότητας και ανοχής, χωρίς όμως να οδηγεί στην ισοπέδωση της πολιτιστικής ταυτότητας.






