Σε κάποιο εστιατόριο του Δουβλίνου, κατά τη διάρκεια ενός γεύματος που υποτίθεται ότι θα τους έφερνε πιο κοντά, δύο αδέλφια, τα αδέλφια Κούμπεκ, ο μεγαλύτερος Πίτερ και ο μικρότερος Ιβαν, αρχίζουν να μαλώνουν. Για την ακρίβεια, ο δεύτερος δεν αντέχει και εκρήγνυται από τη μονόπλευρη και επικριτική στάση που διατηρεί απέναντί του ο πρώτος.

Ο Πίτερ, 32 ετών και δικηγόρος στο επάγγελμα, λέει στον άλλο, 22 ετών και ταλαντούχο σκακιστή, πως έχει αναμφίβολα εμπλακεί σε μια αδιέξοδη κατάσταση. Ο Ιβαν είχε μόλις εκμυστηρευτεί στον Πίτερ ότι συναντιέται και ερωτοτροπεί με τη Μάργκαρετ, μια γυναίκα στην επαρχία, 36 ετών και χωρισμένη (σαν να μην έφθανε η ηλικιακή διαφορά, αντιλαμβάνεστε).

Εν τω μεταξύ, έχει σημασία το υπόβαθρο εν προκειμένω, τα αδέλφια Κούμπεκ ανέκαθεν δεν τα πήγαιναν καλά μεταξύ τους, ούτε επικοινωνούσαν ούτε συσχετίζονταν ιδιαιτέρως. Είναι, κοντολογίς, δύο εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι. Αμοιβαία οικειότητα δεν υφίσταται, εφόσον δεν καλλιεργήθηκε (ή σταμάτησε, κάποτε, να καλλιεργείται) συστηματικά.

Σάλλυ Ρούνεϋ. Ιντερμέτζο. Μετάφραση Μυρτώ Καλοφωλιά.Εκδόσεις Πατάκη, 2025, σελ. 576, τιμή 20,90 ευρώ

Με κοινωνικούς όρους (τους καταχρηστικούς και επιφανειακούς όρους, εδώ που τα λέμε) ο Πίτερ παραπέμπει σε κάτι «υγιές» και «τέλειο», έχει μεγάλο κύκλο, είναι επιτυχημένος και ανερχόμενος, καλοντυμένος, γοητευτικός άνδρας και δεινός ρήτορας (με φιλελεύθερες και προοδευτικότατες αντιλήψεις).

Αντιθέτως, ο Ιβαν, μια «ιδιοφυΐα» που δεν έχει προσώρας σταθερή εργασία (βγάζει όμως κάποια χρήματα από την ανάλυση δεδομένων για να πληρώνει το νοίκι ενός σπιτιού όπου συγκατοικεί με άλλους), ο Ιβαν που είναι μετρημένος και λιγομίλητος, φοράει σιδεράκια, τρώει τα νύχια του και δεν πολυσκοτίζεται για την εξωτερική του εμφάνιση, θα μπορούσε ανεμπόδιστα στα μάτια των αγνώστων να θεωρηθεί «ακατέργαστος», «απροσάρμοστος», «δυσλειτουργικός», «προβληματικός».

Δημιουργική εξέλιξη

Λοιπόν, το επίμαχο περιστατικό, το ξέσπασμα του Ιβαν στο εστιατόριο, συμβαίνει λίγες μονάχα εβδομάδες μετά τον θάνατο του πατέρα τους από καρκίνο, και την ταφή του ασφαλώς (ο Ιβαν, ενοχικός πολύ, αδυνατεί να χωνέψει ότι άφησε τον Πίτερ να εκφωνήσει έναν διεκπεραιωτικό, άψυχο επικήδειο). Επιπλέον, η οργή του Ιβαν πυροδοτείται σε δημόσιο χώρο εκείνη τη στιγμή και για έναν ακόμα λόγο, την απύθμενη υποκρισία του Πίτερ.

Διότι ποιος είναι αυτός που κουνάει με αποδοκιμαστική υπεροψία το δάχτυλο; Ενας τύπος (εξαρτημένος, πελαγωμένος, χαοτικός) που τα έχει κάνει μαντάρα στα προσωπικά του, που τα έχει μπλέξει μάλιστα με τη Ναόμι, με μια σχεδόν συνομήλικη του Ιβαν, μια ελκυστική και άπιαστη φοιτήτρια η οποία προσπαθεί να επιβιώσει (μένοντας σε κοινόβιο, ανεβάζοντας ενίοτε καυτές φωτογραφίες της στο Διαδίκτυο, αν και δεν φαίνεται να είναι σεξεργάτρια με τη στενή έννοια).

Κάπως έτσι, σε αδρές γραμμές, έχουν τα πράγματα στο τέταρτο μυθιστόρημα της Σάλι Ρούνεϊ με τίτλο Ιντερμέτζο (Intermezzo, 2024), έναν τίτλο που παραπέμπει εξίσου στη μουσική και στο σκάκι. Πρόκειται για μια αφήγηση ενδιαφέρουσα, σε αρκετά κομμάτια της πολύ δυνατή, με αρετές αλλά και ορισμένες αβαρίες (ή, αν προτιμάτε, επιλογές της δημοφιλούς συγγραφέως που δεν πείθουν στο πλαίσιο της συνολικότερης σύνθεσης).

Είναι γεγονός, πάντως, ότι με τούτο το βιβλίο η 34χρονη σήμερα ιρλανδή πεζογράφος εξελίσσεται δημιουργικά, θα ήταν άδικο να μην το επισημάνουμε αυτό, μετά από τρία μάλλον άνισα μυθιστορήματα τα οποία προηγήθηκαν σε διάστημα που δεν ξεπερνούσε την πενταετία: Συζητήσεις με φίλους (2017), Κανονικοί άνθρωποι (2018), Ομορφε κόσμε, πού είσαι (2021).

Η πολυπλοκότητα των δεσμών

Τι ενδιαφέρει ακριβώς τη Σάλι Ρούνεϊ; Βασικότατα, να εξεικονίσει την «πολυπλοκότητα» των οικογενειακών και ερωτικών (είτε σεξουαλικών είτε συντροφικών) σχέσεων. Και τις άφατες, κρίσιμες διασυνδέσεις τους, πέραν του ψυχαναλυτικού, και σε έναν κοινωνικοπολιτικό ορίζοντα (από τα έμφυλα στερεότυπα μέχρι τα παιχνίδια εξουσίας και τη λειτουργία της οικονομίας). Η Ρούνεϊ τα καταφέρνει αξιοπρόσεκτα ως προς αυτό, σίγουρα, και στο Ιντερμέτζο ακόμα πιο αποτελεσματικά.

Η γλαφυρή αποτύπωση των χαρακτήρων έχει ανέβει επίπεδο επειδή το ύφος της συγγραφέως έχει δουλευτεί περισσότερο και είναι σαφέστατα εμπλουτισμένο (και με μοντερνιστικά στοιχεία εν μέρει, για παράδειγμα, ο εσωτερικός μονόλογος που μια χαρά ρέει δίπλα στους σύγχρονους διαλόγους, στους οποίους η Ρούνεϊ ως γνωστόν διαπρέπει με πηγαίο τρόπο, με σπαρταριστή φυσικότητα). Επιπροσθέτως, η Ρούνεϊ φαίνεται να έχει επαναπροσδιορίσει τις δοσολογίες από μελοδραματισμούς και κοινοτοπίες στο ξεδίπλωμα της αφήγησής της, δεν υποκύπτει, αυτοσυγκρατείται. Το σημαντικότερο προτέρημά της παραμένει η σύνθετη παρατήρηση της καθημερινότητας, όχι τόσο η διαχείριση των ιδεών (προς το παρόν, τουλάχιστον).

Απλώς έχει μια τάση η Ρούνεϊ, αφού τη σκιαγραφήσει την «πολυπλοκότητα», να μας υπενθυμίζει συχνά-πυκνά και την ίδια τη λέξη, σε βαθμό ίσως αχρείαστο. Μη και χάσαμε ήδη κάποιο νήμα καθώς τη διαβάζουμε, μη και δεν έχουμε καταλάβει, μη και δεν έχουμε εμπεδώσει (κάθε φορά) το σχέδιό της.

Εν πάση περιπτώσει, αρκεί να δείχνει η συγγραφέας την «πολυπλοκότητα», δεν χρειάζεται και να τη σχολιάζει με απανωτές παραλλαγές οι οποίες δεν προσθέτουν κάτι ουσιαστικό (διότι κάτι τέτοιο, επίσης, σωρεύει δραματουργική πλαδαρότητα σε ένα βιβλίο το οποίο, ενώ θα μπορούσε άνετα να είναι ευθύβολο και ενδεχομένως πιο συναρπαστικό στις 300 σελίδες, καταλήγει να ξεπερνά τις 500, δίχως, ωστόσο, να εξυπηρετείται κάποια αναγκαιότητα της πλοκής που είναι, ούτως ή άλλως, χαλαρή).

Να μην παρεξηγηθούμε όμως, το Ιντερμέτζο αναδεικνύεται ως το πιο άρτιο βιβλίο που έχει γράψει η Ρούνεϊ μέχρι σήμερα, ένα βιβλίο που πλησιάζει με σεβασμό και τρυφερότητα τις ανθρώπινες αδυναμίες, επιφυλάσσοντας παράλληλα αρκετές σκηνές αυθεντικής έντασης και συγκίνησης, σκηνές επίπονες μα και παρηγορητικές (ένας άλλος, οριακός καβγάς των δύο αδελφών ή, στο τέλος, η «τσαλακωμένη χαρτοπετσέτα» του Πίτερ αποδεικνύουν ότι η Ρούνεϊ είναι υποψιασμένη και ικανότατη).

Ραγισμένοι καθρέφτες

Βεβαίως, πυρήνας του βιβλίου είναι η δύσκολη σχέση δύο ανδρών, του Πίτερ και του Ιβαν, δύο αδερφών που, στη σκιά μιας ανεξίτηλης απώλειας, της απώλειας του πατέρα τους, πασχίζουν να δεθούν μεταξύ τους, να συγχωρήσουν και να συγχωρηθούν, να αγαπήσουν και να αγαπηθούν.

Η Σίλβια, η πρώην σύντροφος του Πίτερ (η οποία υποφέρει από χρόνιους πόνους ύστερα από ένα φοβερό ατύχημα που είχε) και η μεσήλικη Μάργκαρετ, η συγκλονιστική μύχια επαφή του Ιβαν, προσφέρουν σε τούτο το μυθιστόρημα τις δικές τους ζωές, σαν καθρέφτες ραγισμένους, σκοτεινούς και φωτεινούς, και μέσα από αυτές ακριβώς είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε πολύπλευρα και εναργέστερα τους αδερφούς Κούμπεκ.

Αραγε η Σάλι Ρούνεϊ, με το Ιντερμέτζο, ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στη λογοτεχνική της καριέρα; Δεν μένει παρά να μας το αποδείξει.