«Μέσω του Δημαρά γνώρισα την αφρόκρεμα της ελληνικής λογοτεχνίας και φιλολογίας. Συναντιόμασταν δύο φορές την εβδομάδα όσο σπούδαζα στην Ελλάδα, με αγαπούσε σαν πατέρας». Τσίρκας, Γ. Π. Σαββίδης, Εμπειρίκος, Σαχτούρης… Τα ονόματα και τα επεισόδια διαδέχονται το ένα το άλλο. Οταν ο Γεώργιος Ζώρας με τον οποίο θα έκανε τη διατριβή του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών απολύθηκε από τη χούντα, ο Δημαράς τον έστειλε στη Θεσσαλονίκη, στον Λίνο Πολίτη και, μετά τη δική του παραίτηση για λόγους ηθικής τάξης, πήρε τη διατριβή του με τον Γ. Π. Σαββίδη.
Ο λόγος του Ζακ Μπουσάρ είναι χειμαρρώδης. Οι αναμνήσεις του διατρέχουν πολλές δεκαετίες ιστορίας της νεοελληνικής φιλολογίας, από τα μεταπολεμικά χρόνια μέχρι σήμερα, συνδέοντας με αόρατα νήματα τις ελληνικές σπουδές του Καναδά, με τη Σορβόννη και τις βιβλιοθήκες του Ιασίου και του Αγίου Ορους, και τον νεοελληνικό Διαφωτισμό – τον οποίο μελέτησε συστηματικά ετοιμάζοντας την κριτική έκδοση του θεωρούμενου πρώτου νεοελληνικού μυθιστορήματος, του Φιλοθέου πάρεργα (1800) του Νικόλαου Μαυροκορδάτου – με τον ελληνικό υπερρεαλισμό, τον Καβάφη και τη σύγχρονη ποίηση. Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας και Μετάφρασης στο Πανεπιστήμιο του Μοντρεάλ από το 1973, διετέλεσε διευθυντής του Προγράμματος των Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου και πρώτος πρόεδρος της Εδρας Φρίξου Παπαχρηστίδη Νεοελληνικών Σπουδών και Καναδοελληνικών Σπουδών, που ιδρύθηκε στο Πανεπιστήμιο McGill το 1998.
Με μια σταδιοδρομία πενήντα χρόνων στη διδασκαλία και στη μετάφραση, ο «Κεμπεκιανός, όχι Καναδός», όπως με διορθώνει, ελληνιστής Ζακ Μπουσάρ βραβεύθηκε πρόσφατα από κοινού με τους Ρόντρικ Μπίτον, Βιτσέντζο Ρότολο και Μόσχο Μορφακίδη-Φυλακτό με το Μεγάλο Βραβείο των Γραμμάτων των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας 2025 για την προσφορά του στα ελληνικά γράμματα.
Ειρήνη Παπά
Theodora
Δίγλωσση έκδοση
Μετάφραση στα γαλλικά Jacques Bouchard
Εκδόσεις Αιώρα, 2026, σελ. 96, τιμή 13 ευρώ.
Βρέθηκε στην Ελλάδα καθ’ οδόν προς την Κύπρο, για την παρουσίαση εκεί της γαλλικής μετάφρασης της ποιητικής σύνθεσης Θεοδώρα (δίγλωσση έκδοση, εκδ. Αιώρα, 2026) της Ειρήνης Παπά (1929-2022), και μ’ αυτήν την αφορμή μίλησε στο «Βήμα», κάνοντας μια ανασκόπηση της μακράς πορείας του στα ελληνικά γράμματα.
Απόφοιτος κλασικού λυκείου, ήταν αποφασισμένος να γίνει πανεπιστημιακός κλασικός φιλόλογος. Παράλληλα με τις κλασικές σπουδές του, μάθαινε και νέα ελληνικά με τον ιερέα της ενορίας του Τρουά Ριβιέρ στο Κεμπέκ με σκοπό να έρθει στην Ελλάδα για μεταπτυχιακές σπουδές. Φτάνει στην Αθήνα το 1965. Σε μια επίσκεψή του στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, βρίσκει στο τραπέζι του αναγνωστηρίου την Histoire de la littérature néo-hellénique του Κ. Θ. Δημαρά. Του τηλεφωνεί με όλη την αφέλεια και την ορμή της νιότης, και τον συναντά την ίδια μέρα. Ηταν εκείνος που τον έστρεψε «από την κλασική φιλολογία για την οποία υπήρχε μεγάλη βιβλιογραφία από την Αναγέννηση, στη νεοελληνική φιλολογία που ήταν ακόμη ανεξερεύνητο πεδίο». Ηταν η αρχή μιας μακράς καριέρας. «Πιστεύω στην έννοια του καιρού», θα πει σήμερα ο Ζακ Μπουσάρ, «στις ευκαιρίες που έρχονται μια φορά στη ζωή».
«Ο ελληνισμός είναι τρόπος ζωής»
Η περίπτωσή του δεν θεωρεί ότι είναι μοναδική. «Τραβάει τους ξένους ο ελληνισμός, l’hellénisme, είναι ένας τρόπος ζωής κι ένας τρόπος του σκέπτεσθαι» εξηγεί. Και όλα ξεκινούν από τη γλώσσα: «Τα ελληνικά είναι η μητρική γλώσσα του δυτικού πολιτισμού και είναι βασική για κάθε επάγγελμα όχι για το λεξιλόγιό της αλλά γιατί αποτελεί τη βάση της κριτικής σκέψης» προσθέτει.
Ωστόσο, μετά τη συνταξιοδότησή του δεν υπάρχει πανεπιστημιακός καθηγητής των ελληνικών στο γαλλόφωνο Πανεπιστήμιο του Μοντρεάλ ενώ στο αγγλόφωνο Πανεπιστήμιο McGill διδάσκεται ο ελληνικός πολιτισμός αλλά στην αγγλική γλώσσα. Παράλληλα, διέκοψε τις εργασίες του και το Κέντρο Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Μοντρεάλ το οποίο διηύθυνε. Τον ρόλο της για την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί έχει παίξει, εξηγεί, η γενικότερη συρρίκνωση των ανθρωπιστικών σπουδών και «η παρακμή των κλασικών σπουδών οι οποίες μας έφερναν φοιτητές που γνώριζαν ελληνικά».
Μια χορηγία που θα εξασφάλιζε την απασχόληση ενός διδάσκοντος ή επισκέπτες καθηγητές από την Ελλάδα στο πλαίσιο κάποιας σαββατικής άδειας θα έδιναν συνέχεια στις ελληνικές σπουδές στο Μοντρεάλ που γνώρισαν στο παρελθόν μεγάλη ακμή. Με 70.000 Ελληνες, το Μοντρεάλ είναι, λέει, «ελληνικό». Τα ελληνικά έχουν αναγνωριστεί ως μία από τις τοπικές γλώσσες και λόγω της πολιτικής του Κεμπέκ διδάσκεται στα σχολεία. «Τα παιδιά του Κεμπέκ είναι τρίγλωσσα, το επίπεδο των δασκάλων είναι ιδιαίτερα υψηλό και για τους λόγους αυτούς η ελληνική κοινότητα του Μοντρεάλ είναι φαινόμενο» σχολιάζει, παροτρύνοντας πάντοτε παιδιά και γονείς στα σχολεία που επισκέπτεται «να μιλούν στο σπίτι ελληνικά».
Εχοντας τιμηθεί με τον Χρυσό Σταυρό της Λεγεώνας της Τιμής της Ελληνικής Δημοκρατίας από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο το 2005, είναι διακεκριμένος φιλέλληνας της ελληνικής κοινότητας του Μοντρεάλ. Το εφετινό Μεγάλο Βραβείο των Γραμμάτων «κλείνει έναν κύκλο», όπως λέει, αδιάκοπης ενασχόλησης με τα ελληνικά γράμματα και ίσως λειτουργήσει ως κίνητρο για τη συνέχεια των πανεπιστημιακών ελληνικών σπουδών εκεί.
«Φτάνει να κάνει κάποιος ένα ταξίδι στην Ελλάδα και θα ξαναγυρίσει» συμπληρώνει, αναφέροντας ότι οι περισσότεροι από τους παλιούς φοιτητές του «έρχονται στην Ελλάδα χρόνο παρά χρόνο». Πάντως, δεν έχει παράπονα από την ελληνική πολιτεία: «Ολα αυτά τα χρόνια, έδιναν υποτροφίες σε φοιτητές για την εκμάθηση ελληνικών στο Σχολείο Ελληνικής Γλώσσας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, μας έστελναν βιβλία και λεξικά».
Μελετητής αλλά και μεταφραστής ελληνικής λογοτεχνίας, έχει μεταφράσει στα ελληνικά ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη, του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Μίλτου Σαχτούρη, και πεζογραφήματα της Ζυράννας Ζατέλη, του Παύλου Μάτεσι, της Μαργαρίτας Καραπάνου κ.ά. Σαράντα δύο κούτες με ελληνικά βιβλία ήταν η προίκα που άφησε ο ίδιος στην ελληνική κοινότητα, που γιορτάζει εφέτος τα 120 χρόνια από τη γέννησή της, όταν άδειασε το γραφείο του.
Ανάμεσα στις σημειώσεις του βρέθηκε και μια μετάφραση του δραματικού ποιήματος «Θεοδώρα» που είχε κάνει για την Ειρήνη Παπά, ύστερα από πρόσκληση της ίδιας. «Με αναζήτησε το 1991 για να μεταφράσω στα γαλλικά αυτό το ποίημά της, έναν μονόλογο που ήδη έπαιζε επί σκηνής στα ελληνικά και στα αγγλικά, μεταφρασμένο από τον Μιχάλη Κακογιάννη. Μου έδωσε ένα δακτυλόγραφο του ποιήματος, σε 15 ενότητες, μια κασέτα που το διάβαζε και μια φωτογραφία της». Τη μετάφραση, που δεν εκδόθηκε στο μεταξύ, είχαν συζητήσει μαζί.
Η ποιητική σύνθεση εν προκειμένω έχει θέμα τη ζωή της βυζαντινής αυτοκράτειρας Θεοδώρας και περιλαμβάνει μια ενότητα με το επεισόδιο του βιασμού της, «μια πολύ έντονη και σκληρή σκηνή με τρομερές μεταφορές. “Τα παιδιά με τα βιολιά/ με χορδές χαράζουν τους καρπούς μου” αναφέρει σε δύο στίχους η Ειρήνη Παππά, κρύβοντας μέσα στην ελληνική λέξη “βιολί” το γαλλικό “le viol” που θα πει “βιασμός”. Οταν της το επισήμανα εντυπωσιάστηκε, και συμφώνησε» λέει ο μεταφραστής. Πρώτη παρουσίαση του βιβλίου στην Κύπρο, τόπο καταγωγής της Θεοδώρας.
Το QRcode που συνοδεύει την έκδοση του έργου οδηγεί σε σύνδεσμο όπου ακούγεται η φωνή της σπουδαίας ελληνίδας θεραπαινίδας του θεάτρου να διαβάζει το ποίημα και να το σχολιάζει απευθυνόμενη στον μεταφραστή, ένα είδος επιστολής. «Η Ειρήνη Παπά ήταν έμφυτο ταλέντο στην ποίηση. Είχε απομνημονεύσει πολλά ποιήματα ως ηθοποιός και είχε πολύ ανεπτυγμένη αίσθηση του ποιητικού. Θα εξελισσόταν σε σπουδαία ποιήτρια αν είχε χρόνο να γράψει» καταλήγει ο Ζακ Μπουσάρ. Ισως γινόταν κι ο ίδιος καλός ποιητής. Εγραφε ποιήματα στα είκοσί του, μας αποκαλύπτει. «Αφησα την ποίηση όταν έγινα νεοελληνιστής» λέει. Το μετάνιωσε; Δεν χρειάστηκε καν να απαντήσει.



