Υπήρξαν εστιατόρια που σημάδεψαν μια εποχή. Υπήρξαν και ελάχιστα που αναδιαμόρφωσαν ολόκληρο το νόημα της γαστρονομίας. Το elBulli, σκαρφαλωμένο στην απομονωμένη Cala Montjoi της Κόστα Μπράβα στην Καταλωνία, ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία. Και ο άνθρωπος που το μετέτρεψε από ένα διακριτικό παραθαλάσσιο εστιατόριο σε παγκόσμιο εργαστήριο ιδεών δεν ήταν άλλος από τον Φεράν Αντριά.
Για περισσότερα από είκοσι χρόνια το elBulli δεν ήταν απλώς ένας προορισμός. Ηταν τελετουργία. Ηταν προσμονή. Ηταν η αίσθηση ότι το φαγητό μπορούσε να αφηγηθεί ιστορίες, να αποδομήσει βεβαιότητες, να προκαλέσει το μυαλό όσο και τον ουρανίσκο. Με μόλις 50 τυχερές θέσεις ανά βραδιά και εκατομμύρια αιτήματα κράτησης, το εστιατόριο λειτούργησε ως ιερό δημιουργικότητας, ένας τόπος όπου η πολυτέλεια δεν μετριόταν σε υλικά, αλλά σε ιδέες.
Και όμως, στις 30 Ιουλίου 2011, στο απόγειο της δόξας του, το elBulli έκλεισε. Οχι γιατί παρήκμασε. Οχι λόγω οικονομικής κατάρρευσης. Αλλά από επιλογή.
Τώρα όμως όλα αλλάζουν. Ο Φεράν Αντριά δεν επιστρέφει απλώς στο elBulli. Επιστρέφει σε μια στιγμή καμπής της σύγχρονης κουλτούρας, όταν η γαστρονομία έπαψε να είναι μόνο τεχνική, συνταγή και παράδοση και μετατράπηκε σε δημιουργική γλώσσα, έρευνα και παγκόσμιο αφήγημα.
H μυθοπλαστική κάμερα κάνει και πάλι το θαύμα της. Χωρίς ΑΙ
Η τηλεοπτική σειρά «Gènesi», που θα προβληθεί το φθινόπωρο από το καταλανικό κανάλι TV3 και την πλατφόρμα 3Cat προτού διανεμηθεί διεθνώς από το Netflix, αφορά κάτι περισσότερο από μια βιογραφική αναπαράσταση: επιχειρεί να αφηγηθεί πώς στην άκρη της Κόστα Μπράβα γεννήθηκε μια επανάσταση που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος σκέφτεται πλέον το φαγητό.
Η επίσκεψη στο πλατό της σειράς, στο Parc Audiovisual de Catalunya στην Τεράσα της Βαρκελώνης, μοιάζει με ταξίδι στον χρόνο. Το elBulli έχει ανακατασκευαστεί με σχεδόν εμμονική ακρίβεια: η κουζίνα, η σάλα, οι πίνακες με τις σημειώσεις, η γεωμετρία των πάγκων, ακόμη και η αίσθηση που αποπνέει ο χώρος αποτυπώνουν την ατμόσφαιρα ενός εργαστηρίου ιδεών. Η πιστότητα δεν είναι τυχαία. Ηταν ρητή επιθυμία του ίδιου του Φεράν Αντριά, ο οποίος συμμετείχε ενεργά ως σύμβουλος, επιμένοντας όχι μόνο στην εικόνα, αλλά και στο πνεύμα του elBulli.
Η τηλεοπτική «Gènesi» δεν ξεκινά από ένα πιάτο. Ξεκινά από μια στιγμή πριν από την «έκρηξη». Από εκείνο το αδιόρατο σημείο όπου κάτι μοιάζει ακόμη μικρό, τοπικό, σχεδόν ασήμαντο και όμως ετοιμάζεται να αλλάξει τον κόσμο. Με αυτή τη δραματουργική αφετηρία, η σειρά χρησιμοποιεί τη μυθοπλασία ως όχημα για να αφηγηθεί όχι απλώς την ιστορία του elBulli, αλλά την αρχή μιας πολιτισμικής επανάστασης. Στον πυρήνα της βρίσκεται ο Φεράν Αντριά – όχι ως μύθος, αλλά ως άνθρωπος. Ενας νεαρός μάγειρας που ξεκινά πλένοντας πιάτα, ένας ανήσυχος νους που δεν βολεύεται με τις απαντήσεις της παράδοσης, ένας δημιουργός που αρνείται να επαναλαμβάνει τον εαυτό του. Είναι αποφασισμένο ότι η σειρά δεν θα λειτουργήσει σαν αγιογραφία. Αντίθετα, υφαίνει μια αφήγηση για το πώς γεννιέται η καινοτομία: μέσα από αμφιβολίες, συγκρούσεις, συνεργασίες και ρήξεις.
Η «Gènesi» ξεδιπλώνεται σε έξι επεισόδια και αναπτύσσεται σε δύο χρονικούς άξονες. Ο πρώτος επιστρέφει στα χρόνια που το elBulli μεταμορφώνεται από ένα εστιατόριο της Κόστα Μπράβα σε σημείο αναφοράς της παγκόσμιας γαστρονομίας. Ο δεύτερος κινείται στο παρόν, μέσα από μια μυθοπλαστική ιστορία επιστροφής, μνήμης και επανεκκίνησης, κατά την οποία μια αποσυρμένη κριτικός γαστρονομίας επιστρέφει στην Καταλωνία και αποφασίζει να ανοίξει ξανά το οικογενειακό εστιατόριο μαζί με τη νεότερη γενιά. Αυτός ο διπλός χρόνος δεν είναι αφηγηματικό τέχνασμα· είναι δήλωση. Η σειρά υποστηρίζει ότι καμία επανάσταση δεν τελειώνει όταν κλείνει η πόρτα ενός χώρου. Συνεχίζει ως ιδέα, ως ερώτημα, ως κληρονομιά.
Κομβικό ρόλο και στην τηλεοπτική ιστορία παίζει και η σχέση του Φεράν Αντριά με τον Ζούλι Σολέρ, τον άνθρωπο που λειτούργησε ως αντίβαρο, συνοδοιπόρος και καταλύτης στην πορεία του πρωτοπόρου μάγειρα. Η δημιουργική ένταση ανάμεσα στον στοχαστικό, εσωστρεφή σεφ και τον διορατικό και εξωστρεφή επιχειρηματία αποτέλεσε το καύσιμο μιας κουζίνας που δεν φοβόταν να καταστρέψει ό,τι είχε μόλις δημιουργήσει. Το elBulli δεν εξελισσόταν γραμμικά. Αυτοαναιρούνταν για να προχωρήσει. Αυτή η φιλοσοφία εξηγεί και το πιο αινιγματικό κεφάλαιο της ιστορίας του: το κλείσιμό του. Στη σειρά δεν παρουσιάζεται ως τέλος, αλλά ως πράξη συνέπειας. Για τον Φεράν Αντριά, η επανάληψη θα ήταν προδοσία της ίδιας της δημιουργικότητας. Το να συνεχίσει να λειτουργεί ένα εστιατόριο που είχε ήδη αλλάξει τους κανόνες απλώς για να συντηρεί τον μύθο του θα σήμαινε να το μετατρέψει σε σκιά του εαυτού του.
Εδώ η «Gènesi» συναντά τον κόσμο της πολυτέλειας και τον ανατρέπει. Σε μια εποχή όπου το luxury συχνά ταυτίζεται με τη διάρκεια, τη σπανιότητα και την πρόσβαση, το elBulli επέλεξε τη σιωπή. Εκλεισε για να μη φθαρεί. Επέλεξε την εξαφάνιση ως ύψιστη μορφή ελέγχου της εικόνας του. Και αυτή ακριβώς η απόφαση το κατέστησε διαχρονικό.
Η επόμενη ημέρα του elBulli
Μετά το κλείσιμό του, το elBulli δεν αναστήθηκε ως εστιατόριο. Μεταμορφώθηκε σε elBullifoundation, έναν οργανισμό αφιερωμένο στη μελέτη της δημιουργικότητας. Στην Cala Montjoi της Κόστα Μπράβα γεννήθηκε το elBulli1846, ένας εκθεσιακός και ερευνητικός χώρος όπου δεν σερβίρονται πιάτα, αλλά ιδέες. Ο επισκέπτης δεν κάθεται στο τραπέζι· περιηγείται σε αρχεία, μεθόδους, ερωτήματα. Η εμπειρία παραμένει πολυτελής, αλλά με διαφορετικό νόμισμα: χρόνος, σκέψη, κατανόηση.
Η «Gènesi» συνομιλεί διαρκώς με αυτή τη μετεξέλιξη. Δεν ρωτά αν το elBulli θα ανοίξει ξανά. Ρωτά αν έχει νόημα να ανοίξει. Και η απάντηση, χωρίς να διατυπώνεται ευθέως, είναι σαφής: το elBulli υπάρχει πια ως σημείο αναφοράς, όχι ως προορισμός κράτησης. Η πραγματική του επανεκκίνηση βρίσκεται στην επιρροή του – στους σεφ που εκπαιδεύτηκαν εκεί, στις κουζίνες που άλλαξαν, στη γλώσσα που διαμόρφωσε. Η απόφαση του Φεράν Αντριά να κατεβάσει ρολά όταν ο κόσμος ακόμα λάτρευε το δημιούργημά του αποτέλεσε ένα σοκ αντάξιο της ίδιας της κουζίνας του. Ηταν μια πράξη που έμοιαζε αντιφατική στον κόσμο του luxury fine dining, όπου η επιτυχία συνήθως ανακυκλώνεται μέχρι εξάντλησης. Για τον σεφ, όμως, η δημιουργικότητα δεν άντεχε τη ρουτίνα. Το elBulli είχε φθάσει στο όριο αυτού που μπορούσε να πει ως εστιατόριο. Ο ίδιος το έχει εξηγήσει επανειλημμένα: η πίεση της καθημερινής λειτουργίας, η ανάγκη συνεχούς καινοτομίας και η επιθυμία να μη μετατραπεί το elBulli σε μουσείο του ίδιου του εαυτού του τον οδήγησαν σε μια ριζική απόφαση: αν η επανάσταση δεν μπορούσε να συνεχιστεί με τους ίδιους όρους, τότε έπρεπε να αλλάξει μορφή.
Το elBulli, άλλωστε, δεν ήταν ποτέ απλώς ένα εστιατόριο. Ηταν ένα σύστημα σκέψης. Ενα εργαστήριο όπου η γαστρονομία αντιμετωπιζόταν ως επιστήμη, τέχνη και φιλοσοφία ταυτόχρονα. Εκεί γεννήθηκαν έννοιες όπως η αποδόμηση, η σφαιροποίηση, το παιχνίδι με τις υφές και τις θερμοκρασίες, όχι ως τεχνάσματα εντυπωσιασμού, αλλά ως μέθοδοι κατανόησης της εμπειρίας. Καθοριστική σε αυτή τη διαδρομή υπήρξε η συμβολή του Ζούλι Σολέρ, του αείμνηστου συνεταίρου και πνευματικού αντίποδα του Φεράν Αντριά. Ο Σολέρ διέθετε το χάρισμα να βλέπει δυνατότητες εκεί όπου άλλοι έβλεπαν ρίσκο.
Σήμερα, ο Φεράν Αντριά δεν κυνηγά αστέρια Michelin. Κυνηγά ιδέες. Συμμετέχει σε διεθνή φόρα, γράφει, μιλά για τη δημιουργικότητα ως παγκόσμιο εργαλείο, συνεργάζεται με μουσεία, πανεπιστήμια και πολιτιστικούς οργανισμούς. Η κουζίνα για εκείνον έχει πάψει να είναι χώρος υπηρεσίας και έχει γίνει χώρος έρευνας.
Τη μετάβαση αυτή επιχειρεί να αποτυπώσει και η «Gènesi». Ο Αντριά δεν εμφανίζεται μπροστά στην κάμερα, και αυτό δεν είναι τυχαίο. Δεν θέλησε ποτέ να «παίξει τον εαυτό του». Προτίμησε να λειτουργήσει ως θεματοφύλακας της αλήθειας, ως σύμβουλος που διασφαλίζει ότι αυτό που αναπαρίσταται δεν είναι μύθος, αλλά διαδικασία.
Η σειρά επιμένει ιδιαίτερα στο στοιχείο της μεθόδου. Το elBulli δεν ήταν απλώς χώρος δημιουργίας πιάτων, αλλά μηχανισμός σκέψης. Γι’ αυτό και για τις ανάγκες των γυρισμάτων πρώην μάγειρες του elBulli αναπαράγουν περισσότερα από 70 ιστορικά πιάτα, όπως ακριβώς δημιουργούνταν σε κάθε περίοδο. Χωρίς αέρα νοσταλγίας, ο στόχος είναι να αποδοθεί η εξελικτική πορεία μιας κουζίνας που δεν επαναπαυόταν ποτέ.
Ο σκηνοθέτης της «Gènesi» Νταβίντ Πουζόλ αντιμετωπίζει τους συνεταίρους Αντριά και Σολέρ ως δύο αντίθετες αλλά συμπληρωματικές προσωπικότητες που τελικά αναδιαμόρφωσαν το διεθνές γαστρονομικό λεξιλόγιο. Στον ρόλο του σεφ, ο Μικέλ Φερνάντες αποφεύγει την καρικατούρα. Μελέτησε τη φωνή, τον ρυθμό ομιλίας, την εσωτερική μεταμόρφωση ενός ανθρώπου που ξεκίνησε πλένοντας πιάτα και κατέληξε να επηρεάζει γενιές μαγείρων σε ολόκληρο τον πλανήτη. Δίπλα του, ο Κάρλος Κουέβας ενσαρκώνει τον Αλμπέρτ Αντριά, τον αδελφό του και συνοδοιπόρο του, τονίζοντας τη σχέση αλληλεξάρτησης και δημιουργικής εμπιστοσύνης που χαρακτήρισε τους δυο τους. Ο Ιβάν Μασαγκέ δίνει σάρκα και οστά στον Ζούλι Σολέρ, τον άνθρωπο χωρίς τον οποίο – όπως επαναλαμβάνει η σειρά – ο Φεράν Αντριά δεν θα ήταν ποτέ αυτό που έγινε. Γιατί, τελικά, το elBulli δεν ήταν ποτέ μόνο ο Αντριά. Ηταν οι ομάδες, οι μαθητευόμενοι, οι αμέτρητες ώρες δοκιμών, οι αποτυχίες που προηγήθηκαν των επιτυχιών. Ηταν η ιδέα ότι η πολυτέλεια δεν είναι σταθερό μέγεθος, αλλά πνευματική εμπειρία. Και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που, τόσα χρόνια μετά το κλείσιμό του, παραμένει ανοιχτό στη φαντασία μας. Οχι ως χώρος. Αλλά ως ιδέα.
Με γυρίσματα από την Cala Montjoi μέχρι το Montserrat και την Costa Daurada, με την υποστήριξη της Generalitat de Catalunya (κυβέρνηση της Καταλωνίας) και τη διεθνή διανομή του Netflix, η «Gènesi» φιλοδοξεί να συστήσει ξανά στο παγκόσμιο κοινό όχι απλώς το elBulli, αλλά την ιδέα της δημιουργικής επανάστασης. Γιατί, όπως υπαινίσσεται και ο τίτλος της σειράς, κάθε πραγματική επανάσταση ξεκινά από μια γένεση, και η γαστρονομία του 21ου αιώνα είχε μία σαφή αφετηρία.
Για την ιστορία, να σημειώσουμε ότι ο Φεράν Αντριά επισκέφθηκε πριν από αρκετά χρόνια την Ελλάδα, προσκεκλημένος του Ντόρη Μαργέλλου, ιδιοκτήτη του φημισμένου τότε εστιατορίου 48 The Restaurant. Ενα privé κάλεσμα με στόχο την απόλαυση ενός μενού που η τιμή του έφθανε σε ένα υπέρογκο για την εποχή ποσό.



