«Πόσες ακόμα έφοδοι; Πόσες ακόμα μίζες;». Με αυτά τα λόγια, ο αρχηγός του ισπανικού Λαϊκού Κόμματος, Αλμπέρτο Νούνιεθ Φεϊχό, σχολίασε την έφοδο των ανακριτικών αρχών στα γραφεία του κυβερνώντος Σοσιαλιστικού Κόμματος (PSOE) στη Μαδρίτη την Τετάρτη (27/05), στο πλαίσιο δικαστικής έρευνας για κατάχρηση κομματικών κονδυλίων.
Επρόκειτο μόνο για το τελευταίο «επεισόδιο» στο σίριαλ των δικαστικών περιπετειών που ταλανίζει τον ισπανό πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ, σηματοδοτώντας την αρχή ενός καλοκαιριού που προμηνύεται εφιαλτικό για τον βίο μίας κυβέρνησης που μέχρι πρόσφατα λειτουργούσε ως υπόδειγμα σοσιαλιστικής νησίδας για την φθίνουσα ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά.
Η οικογενειακή διαφθορά, το «μαύρο» χρήμα
Τελευταία νομική περιπέτεια για τον Σάντσεθ ήταν η δίκη του αδελφού του Νταβίντ, που ξεκίνησε χθες (Πέμπτη, 28/05) με τις κατηγορίες της αθέμιτης άσκησης επιρροής και της κατάχρησης δημόσιου αξιώματος.
Συγκεκριμένα, κατηγορείται ότι ευνοήθηκε από το κυριαρχούμενο από τους Σοσιαλιστές δημοτικό συμβούλιο της πόλης Μπαδαχόθ, ώστε να διοριστεί συντονιστής μουσικών σχολείων το 2017, περίοδο κατά την οποία ο αδελφός του είχε εκλεγεί επικεφαλής του κόμματος αλλά δεν είχε αναλάβει καθήκοντα πρωθυπουργού.
Από πλευράς του ο Νταβίντ Σάντσεθ αρνήθηκε τις κατηγορίες, επικαλούμενος πολιτικό κίνητρο στη δίωξή του.
Δικαστικής φύσεως εκκρεμότητες έχει και η σύζυγος του Σάντσεθ, Μπεγκόνια Γκόμεζ.
Έπειτα από δυο χρόνια έρευνας, τον περασμένο μήνα, δικαστής στη Μαδρίτη απήγγειλε εναντίον της κατηγορίες για κατάχρηση εξουσίας, διαπλοκή, διαφθορά σε επιχειρηματικές συναλλαγές και κατάχρηση δημοσίων πόρων. Η Γκόμεζ αναμένεται να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστή Χουάν Κάρλος Πεϊνάντο σε προκαταρκτική ακρόαση στις 9 Ιουνίου.
Κοινός παρονομαστής και των δύο υποθέσεων είναι η εξαιρετικά δραστήρια υπερσυντηρητική οργάνωση Manos Limpias, η οποία υπέβαλε σε αμφότερες τις προαναφερθείσες περιπτώσεις την καταγγελία.
Η οργάνωση αυτοπροσδιορίζεται ως συνδικάτο δημοσίων υπαλλήλων, ωστόσο τα διεθνή και εγχώρια μέσα ενημέρωσης την περιγράφουν ως ακροδεξιά ομάδα πίεσης, με μακρά ιστορία δικαστικών προσφυγών εναντίον όσων θεωρεί απειλή για τα συμφέροντα της Ισπανίας.
Αξίζει να σημειωθεί πως στο ισπανικό δίκαιο μεμονωμένα πρόσωπα και δημόσιοι φορείς έχουν τη δυνατότητα να εγκαλέσουν νομικά συγκεκριμένα άτομα, ακόμη κι αν δεν είναι άμεσα θιγόμενοι.
Κομματικές αμαρτίες
Τα βάσανα για τον σοσιαλιστή ηγέτη δεν σταματούν όμως στον στενό οικογενειακό κύκλο, αλλά αφορούν τον πυρήνα της λειτουργίας της κυβερνώσας παράταξης, της οποίας ο ίδιος ηγείται αδιάλειπτα από το 2017 (είχε μεσολαβήσει άλλη μια θητεία ως επικεφαλής του κόμματος, μεταξύ 2014-2016).
Υπάρχει το προαναφερθέν, πρόσφατο γεγονός της προαναφερθείσας εφόδου της Κεντρικής Υπηρεσιακής Μονάδας (UCO) της Χωροφυλακής, στο πλαίσιο έρευνας με αντικείμενο τη διοχέτευση χρηματικών ποσών από τα κομματικά κονδύλια σε ανθρώπους που βρίσκονται στο ευρύτερο περιβάλλον του PSOE.
Οι τελευταίοι ήταν επιφορτισμένοι με το «καθήκον» της παρακώλυσης των καταγγελιών που υποβλήθηκαν κατά μελών της οικογένειας Σάντσεθ το 2024, ενώ ρόλο ενορχηστρωτή της απάτης φέρεται να διαδραμάτιζε η Άνα Φουέντες, υπεύθυνη του οικονομικού τμήματος του PSOE, σε βάρος της οποίας απαγγέλθηκαν κατηγορίες για εξαπάτηση, μέσω της έκδοσης εικονικών τιμολογίων που σκοπό είχαν να νομιμοποιήσουν την παράνομη διαδικασία. Πίσω και από αυτή την καταγγελία βρίσκεται η Manos Limpias.
Το «αγκάθι» της Βενεζουέλας
Δεν ισχύει όμως το ίδιο για τον «ελέφαντα στο δωμάτιο» του PSOE, ονόματι Χοσέ Λουίς Ροντρίγκεθ Θαπατέρο. Ο πρώην πρωθυπουργός (2004-11) τέθηκε υπό έρευνα για φερόμενη άσκηση πίεσης και σειρά άλλων αδικημάτων για υπόθεση που αφορά τη διάσωση της αεροπορικής εταιρείας Plus Ultra με κρατική ενίσχυση 53 εκατ. ευρώ κατά την πανδημία της Covid-19.
Οι εισαγγελείς, που δραστηριοποιήθηκαν κατόπιν αιτήματος των γαλλικών κι ελβετικών αρχών που διερευνούν την ύπαρξη δικτύου ξεπλύματος «μαύρου χρήματος» από τη Βενεζουέλα μέσω της Γαλλίας, της Ελβετίας και της Ισπανίας, εξετάζουν εάν η εταιρεία έκανε «ακατάλληλη χρήση» των δημόσιων πόρων που ενέκρινε η κυβέρνηση για τη διάσωση αεροπορικών εταιριών.
Ο λόγος είναι ότι το μέγεθος της εν λόγω εταιρίας, η οποία διέθετε στόλο μόλις έξι αεροσκαφών που εξυπηρετούσαν πτήσεις σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, φέρεται να μην δικαιολογούσε την υπαγωγή της σε καθεστώς διάθεσης.
Ο Θαπατέρο επιμένει στην αθωότητά του και δηλώνει πρόθυμος να συνεργαστεί με την έρευνα. Αναμένεται να καταθέσει ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου της Ισπανίας στις 17 και 18 Ιουνίου.
Εκλογές;
Προς το παρόν ο Σάντσεθ έχει επιλέξει διπλή υπερασπιστική γραμμή. Αφενός, επαναλαμβάνει αδιάκοπα την ανάγκη οι εναγόμενοι να συνεργαστούν πλήρως με τις δικαστικές αρχές. Αφετέρου, υπερασπίζεται σθεναρά την οικογένεια και πολιτικούς συμμάχους του, υποστηρίζοντας ότι η σύζυγός του και ο αδελφός του είναι θύματα εκστρατειών δυσφήμισης με πολιτικά κίνητρα, και συνεχίζοντας να στηρίζει τον Θαπατέρο. Δεν διστάζει μάλιστα να αμφισβητήσει ευθέως την ανεξαρτησία μερίδας του ισπανικού δικαστικού σώματος.
«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπάρχουν δικαστές που ασχολούνται με την πολιτική και πολιτικοί που προσπαθούν να απονείμουν δικαιοσύνη», δήλωσε σε τηλεοπτική συνέντευξη τον περασμένο Σεπτέμβριο. Σε ό,τι αφορά το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών ο Σάντσεθ εξακολουθεί να τις αποκλείει, παρά τις συνεχείς εκκλήσεις της αντιπολίτευσης.
Στο μεταξύ, το περασμένο Σάββατο δεκάδες χιλιάδες πολίτες διαδήλωσαν στους δρόμους της Μαδρίτης, ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα του δεξιού Λαϊκού Κόμματος (PP) και του ακροδεξιού Vox, ζητώντας την παραίτηση του Σάντσεθ, τον οποίον κατηγορούν για διαφθορά, με τον αρχηγό μάλιστα του Vox να αποκαλεί επανειλημμένα τον ισπανό πρωθυπουργό, επικεφαλής μιας «διεφθαρμένης μαφίας».
Το κρυφό σαμποτάζ των συμμάχων του
Και δεν είναι μόνο ο αυστηρά δεξιός πόλος του πολιτικού συστήματος που ζητά την προσφυγή στις κάλπες. Ο 84χρονος σοσιαλιστής πρώην πρωθυπουργός της Ισπανίας Φελίπε Γκονθάλεθ ζήτησε την προκήρυξη πρόωρων βουλευτικών εκλογών.
Το κεντρώο Βασκικό Εθνικιστικό Κόμμα EAJ-PNV, σύμμαχος ως τώρα της κυβέρνησης, ζήτησε δια στόματος του αρχηγού του, Αϊτόρ Εστέμπαν, τη διεξαγωγή εκλογών έως το τέλος του 2026. «Υπάρχουν ήδη εννέα ανοιχτές υποθέσεις, τώρα ο Θαπατέρο», σημείωσε κατά τη διάρκεια δημόσια ομιλίας του. «Θα ήταν ανεύθυνο να συνεχίσουμε πέρα από το 2026 χωρίς κατεύθυνση, χωρίς προϋπολογισμό, χωρίς σταθερή πλειοψηφία και με μια ατζέντα που είναι εκτός ελέγχου και μαστίζεται από δικαστικές υποθέσεις».
Σε παρόμοιο ύφος, ο ηγέτης της Ρεπουμπλικανικής Αριστερά της Καταλονίας (ERC) Γκαμπριέλ Ρουφιάν, ότι τυχόν αποδείξεις εκτεταμένης πολιτικής διαφθοράς αποτελούν «κόκκινη γραμμή» για το κόμμα του, διευκρινίζοντας ότι θα πράξει όπως το 2018, όταν υπερψήφισε πρόταση δυσπιστίας προς την κεντροδεξιά κυβέρνηση του Μανουέλ Ραχόι, όταν η τελευταία κλονιζόταν από σκάνδαλο διαφθοράς που αφορούσε εκτεταμένο δίκτυο δωροδοκιών και παράνομης χρηματοδότησης του Λαϊκού Κόμματος, με αντάλλαγμα την ανάθεση κρατικών συμβάσεων και δημοσίων έργων.





