Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αύξησε τις εισαγωγές ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου από την αρχή του έτους, ανακοίνωσε σήμερα περιβαλλοντική οργάνωση εκφράζοντας την αποδοκιμασία της, ενώ οι Βρυξέλλες υπόσχονται να απεξαρτηθούν οριστικά από το φυσικό αέριο που προέρχεται από τη Ρωσία στα τέλη του 2027.

Η γερμανική ΜΚΟ Urgewald βασίστηκε στα στοιχεία της εταιρίας ανάλυσης δεδομένων για τη ναυτιλία Kpler για να καταγράψει 91 φορτία που έφθασαν στην Ευρώπη από τον ρωσικό τερματικό σταθμό Γιαμάλ μεταξύ Ιανουαρίου και Απριλίου.

Οι ευρωπαϊκές εισαγωγές ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) παρουσίασαν επομένως αύξηση κατά 17,2% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο το 2025, περνώντας από 5,71 εκατομμύρια τόνους σε 6,69 εκατομμύρια τόνους.

Η τάση αυτή έρχεται σε αντίθεση με την πολιτική που παρουσιάζει η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία σκοπεύει να εγκαταλείψει οριστικά το ρωσικό φυσικό αέριο έως το φθινόπωρο του 2027, ώστε να στερήσει από τη Μόσχα έσοδα με τα οποία χρηματοδοτεί τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Οι Βρυξέλλες αναγνωρίζουν από την πλευρά τους μια ελαφρά αύξηση των εισαγωγών ρωσικού LNG από το Γιαμάλ στις αρχές του 2026, κάτι που θα μπορούσε να εξηγηθεί από μια αύξηση της ζήτησης φυσικού αερίου στην Ευρώπη το 2025.

Όταν ρωτήθηκε, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν επιβεβαίωσε την πιθανή σχέση με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή από τα τέλη Φεβρουαρίου και τον αποκλεισμό των στρατηγικών Στενών του Ορμούζ, μέσω των οποίων διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου LNG.

Η Επιτροπή υπογραμμίζει αντιθέτως την ισχυρή μείωση της εξάρτησής της από το ρωσικό φυσικό αέριο (αγωγό και LNG) με την πάροδο του χρόνου. Αντιπροσώπευε το 45% του συνόλου των εισαγωγών της ΕΕ το 2021, και μόνο το 12% το 2025.

Παρότι η Ευρώπη προσπάθησε να μειώσει τις προμήθειές της μέσω των αγωγών φυσικού αερίου, στράφηκε εν μέρει στο LNG, που μεταφέρεται με πλοία, εκφορτώνεται σε λιμάνια, επαναεριοποιείται και μετά διοχετεύεται στο ευρωπαϊκό δίκτυο.

Πίσω από τις ΗΠΑ  (60%), από τις οποίες η ΕΕ εξαρτάται όλο και περισσότερο, η Ρωσία αντιπροσωπεύει το 17% των ευρωπαϊκών εισαγωγών από την αρχή του 2026, μπροστά από τη Νιγηρία (6%) και το Κατάρ (6%).