Σε ένα γεωπολιτικό σκηνικό που θυμίζει «κεφάλαιο ενός μεγάλου βιβλίου», η συζήτηση για τα διλήμματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ανάμεσα στο Διεθνές Δίκαιο και τη Ρεαλπολιτίκ στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, υπό τον συντονισμό του διευθυντή της εφημερίδας «ΤΟ ΒΗΜΑ», Περικλή Δημητρολόπουλου, εξελίχθηκε σε μια χαρτογράφηση της εθνικής πορείας.

Με την Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου να ξεκαθαρίζει πως η Αθήνα «δεν έχει την πολυτέλεια να επιλέξει» ανάμεσα στην ευρωπαϊκή προοπτική και την αμερικανική ομπρέλα προστασίας, ο Ευάγγελος Βενιζέλος έθεσε την επιτακτική ανάγκη για μια «ουσιώδη αναπροσαρμογή» της εθνικής στρατηγικής, προειδοποιώντας πως το παραδοσιακό μοτίβο εκτόνωσης των κρίσεων μέσω των ΗΠΑ «δεν είναι πλέον ασφαλές στην εποχή Τραμπ», ούτε μπορεί να υποκατασταθεί από «οποιαδήποτε γαλλική εγγύηση». Τη δική του αιχμηρή διάσταση πρόσθεσε ο Χρήστος Ροζάκης, εκτιμώντας πως οι «υπερβολές» στις εθνικές διεκδικήσεις υπονομεύουν την αξιοπιστία της χώρας.

Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου: Η ρεαλπολιτίκ ως «γεγονός της ζωής» και το δίλημμα της αμερικανικής ομπρέλας

Η Υφυπουργός Εξωτερικών, Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, προσγείωσε τη συζήτηση στην πραγματικότητα των διεθνών συσχετισμών, τονίζοντας πως «η ρεαλπολιτίκ υπήρχε πάντοτε, υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει» ως ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός της ζωής, με το Διεθνές Δίκαιο να λειτουργεί ως η διαρκής προσπάθεια επιβολής κανόνων στην εφαρμογή της. Σύμφωνα με την κ. Παπαδοπούλου, ένα από τα μεγαλύτερα σφάλματα της σύγχρονης εποχής ήταν η καθησυχαστική πεποίθηση ότι η μεταπολεμική πρακτική των διεθνών σχέσεων θα έμενε «αμετάβλητη», αγνοώντας ότι οι ανάγκες, η εσωτερική δομή και οι προτεραιότητες δυνάμεων όπως οι ΗΠΑ μεταβάλλονται, οδηγώντας αναπόφευκτα σε έναν επαναπροσδιορισμό της παγκόσμιας στρατηγικής.
Αναλύοντας τη στάση της Ουάσιγκτον, η Υφυπουργός περιέγραψε μια «αέναη εναλλαγή απομονωτισμού και επανεμφάνισης στο διεθνές προσκήνιο», επισημαίνοντας ωστόσο πως μια δύναμη με παγκόσμια συμφέροντα «δεν μπορεί να παραμείνει σε κατάσταση απομονωτισμού για πάντα». Σχολίασε μάλιστα με νόημα πως η τρέχουσα αμερικανική διοίκηση ενστερνίζεται την άποψη ότι τα εσωτερικά της προβλήματα πηγάζουν από εξωτερικούς παράγοντες, μια εκτίμηση που η ίδια χαρακτήρισε ως «όχι απόλυτα αληθή».

Όσον αφορά τον ρόλο της Αθήνας, η κ. Παπαδοπούλου ξεκαθάρισε πως η ελληνική εξωτερική πολιτική εδράζεται σε δύο «αδιαπραγμάτευτους πυλώνες» που δεν πρόκειται να αλλάξουν: την ευρωπαϊκή προοπτική και την ευρωατλαντική σχέση. Υπογράμμισε μάλιστα πως, παρά τις προσδοκίες για ευρωπαϊκή αυτονομία, η Ε.Ε. δεν μπορεί ακόμη να διαχειριστεί τις παγκόσμιες προκλήσεις «χωρίς την προστασία της αμερικανικής ομπρέλας», γεγονός που καθιστά τις δύο αυτές σχέσεις αλληλοσυμπληρούμενες και όχι ανταγωνιστικές. «Ως Ελλάδα δεν έχουμε την πολυτέλεια να επιλέξουμε το ένα εις βάρος του άλλου», ανέφερε χαρακτηριστικά, δίνοντας το στίγμα της εθνικής στρατηγικής.

Ευάγγελος Βενιζέλος: Γιατί το μοτίβο των τελευταίων 50 ετών «δεν είναι πλέον ασφαλές»

Ως αιχμή πάνω στις επισημάνσεις της κ. Παπαδοπούλου, ο Ευάγγελος Βενιζέλος έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για την ανάγκη μιας «ουσιώδους αναπροσαρμογής της εθνικής μας στρατηγικής», η οποία, όπως παρατήρησε, «δεν έχει επιτευχθεί μέχρι στιγμής» παρά τον ταχύ ρυθμό των διεθνών εξελίξεων.

Στην ανάλυσή του, ο κ. Βενιζέλος εκτίμησε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται πλέον «αντιμέτωπη με τη μοίρα της», καθώς το ζήτημα της ασφάλειάς της παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένο με το ευρωατλαντικό πλαίσιο, καθιστώντας κάθε σενάριο ευρωπαϊκής αυτονομίας χωρίς τις ΗΠΑ μια επικίνδυνη οφθαλμαπάτη. «Καμία γαλλική εγγύηση δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα της ασφάλειας», τόνισε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας την ανάγκη για ισορροπία ανάμεσα στην Ευρώπη και την Αμερική με σύνεση και αίσθημα ευθύνης.

Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η ερμηνεία του για τη διεθνή στάση του Ντόναλντ Τραμπ και τη θεωρία των «σφαιρών επιρροής». Ο κ. Βενιζέλος προειδοποίησε πως η προσέγγιση αυτή δεν είναι μόνο γεωγραφική αλλά και βαθιά ιδεολογική: «Ενώ στη Βενεζουέλα θέλουν να ορίσουν την κυβέρνηση, στην Ευρώπη επιθυμούν να επηρεάσουν το σύστημα των αξιών».

Περνώντας στα ελληνοτουρκικά, ο πρώην Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης έθεσε ως απόλυτη εθνική προτεραιότητα τη διατήρηση της πρωτοβουλίας των κινήσεων. «Αν μου λέγατε με το πιστόλι στον κρόταφο να πω μια φράση, θα έλεγα ότι σε κάθε περίπτωση πρέπει να διατηρήσουμε τον έλεγχο του ρυθμού των ελληνοτουρκικών σχέσεων και να μην τον παραδώσουμε σε άλλους», δήλωσε με έμφαση. Προειδοποίησε μάλιστα πως το γνωστό μοτίβο των τελευταίων 50 ετών —ένταση, απειλή θερμού επεισοδίου και αμερικανική πυρόσβεση— «δεν είναι πλέον ένα ασφαλές μοτίβο» στη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνει η Ουάσιγκτον.

Χρήστος Ροζάκης: Οι «υπερβολές» στις εθνικές θέσεις και το πρόβλημα της μη λύσης

Τη δική του, ιδιαίτερα αιχμηρή διάσταση στη συζήτηση πρόσθεσε ο καθηγητής Χρήστος Ροζάκης, ο οποίος στάθηκε στην ανάγκη υπέρβασης των αδιεξόδων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις μέσα από μια πιο ρεαλιστική επαναξιολόγηση των εθνικών θέσεων. Ο κ. Ροζάκης παρατήρησε πως η διατήρηση πάγιων σχέσεων χωρίς ελιγμούς στις διεκδικήσεις «δημιουργεί ένα πρόβλημα μη λύσης», καθώς ούτε η ελληνική ούτε η τουρκική πλευρά έχουν κατορθώσει να υποχωρήσουν σε ζητήματα που χαρακτήρισε ως «σαφώς υπερβολικά».

Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στον χάρτη του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού που έχει καταθέσει η Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, επισημαίνοντας πως εμπεριέχει στοιχεία «υπερβολής».

Ο καθηγητής τόνισε ότι η Τουρκία έχει δικαιώματα στο Αιγαίο, τα οποία έχουν αναγνωριστεί και από την ελληνική πλευρά. Ωστόσο, σημείωσε πως και η Άγκυρα υιοθετεί την εξίσου υπερβολική θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας». Υπό αυτό το πρίσμα, ο κ. Ροζάκης πρότεινε μια μετριοπαθέστερη προσέγγιση όσον αφορά την υφαλοκρηπίδα και την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), εκτιμώντας ότι μια τέτοια στάση θα καθιστούσε τις ελληνικές θέσεις «πιο πειστικές και πιο αξιόπιστες».

Ωστόσο, αναγνώρισε το πολιτικό κόστος μιας τέτοιας μεταστροφής, καταλήγοντας με τη διαπίστωση πως η ελληνική κοινή γνώμη έχει γαλουχηθεί με την εντύπωση των «απώτατων ορίων», γεγονός που καθιστά εξαιρετικά δυσχερές για οποιαδήποτε κυβέρνηση να ακολουθήσει μια διαφορετική οδό.

Η συζήτηση έκλεισε με την Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, η οποία έδωσε μια ευρύτερη γεωπολιτική διάσταση στις περιφερειακές ισορροπίες. Η Υφυπουργός Εξωτερικών παρομοίασε τις τρέχουσες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή με «ένα κεφάλαιο ενός πολύ μεγάλου βιβλίου», προειδοποιώντας πως δεν έχουμε δει ακόμη τα επόμενα στάδια της ιστορίας, γεγονός που καθιστά τον ρόλο της Ελλάδας ως πολύτιμης συμμάχου για τις ΗΠΑ ακόμη πιο κρίσιμο. Η κ. Παπαδοπούλου υπογράμμισε πως οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν μπορούν πλέον να προσεγγίζονται με τα δεδομένα της περασμένης πενταετίας, καθώς πλέον διαμορφώνονται και υπό την επήρεια της ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή. Υπενθύμισε μάλιστα πως οι τριμερείς και πολυμερείς συνεργασίες της Αθήνας με την Αίγυπτο, την Ιορδανία, τον Λίβανο και την Αρμενία αποτελούν σταθερά στοιχεία της εθνικής στρατηγικής που «προϋπήρχαν της έντασης στη Μέση Ανατολή» και δεν ξεκίνησαν τώρα.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη ψύχραιμης ανάγνωσης της στάσης της Άγκυρας, σημειώνοντας πως είναι σημαντικό «να βλέπουμε πίσω από τη ρητορική της Τουρκίας». Η Υφυπουργός έστειλε ένα σαφές μήνυμα για την προοπτική του διμερούς διαλόγου, δηλώνοντας πως Έλληνες και Τούρκοι είναι ενήλικες και μπορούν να λύσουν τα θέματά τους χωρίς διαμεσολαβήσεις.