Η 27η Μαρτίου είναι αφιερωμένη στο θέατρο παγκοσμίως. Το Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου (ITI) καθιέρωσε το 1961 – με την υποστήριξη της UNESCO – την ημερομηνία αυτή ως Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου, με στόχο να αναδείξει τον ρόλο του θεάτρου ως παγκόσμιας γλώσσας και πολιτισμού.
Την επόμενη κιόλας χρονιά, το 1962, πραγματοποιήθηκε ο πρώτος επίσημος εορτασμός της διεθνούς θεατρικής κοινότητας ο οποίος συνδέθηκε συμβολικά με την έναρξη της περιόδου του «Θεάτρου των Εθνών» στο Παρίσι. Η διοικούσα επιτροπή του θεσμού πρότεινε στο Εθνικό Θέατρο της Ελλάδας να εγκαινιάσει επισήμως την έναρξη της θεατρικής περιόδου στις 27 Μαρτίου.
«ΤΟ ΒΗΜΑ» της 19ης Ιανουαρίου 1962 έγραφε χαρακτηριστικά:
«Εγνώσθη ότι η διοικούσα επιτροπή του παρισινού “Θεάτρου των Εθνών” επρότεινε, δια του διευθυντού της κ. Κλωντ Πλανσόν, εις το Εθνικόν Θέατρον της Ελλάδος, όπως εγκαινιάση επισήμως την εφετεινήν περίοδον των παραστάσεων του “Θεάτρου των Εθνών” την 27ην Μαρτίου, η οποία και ωρίσθη τη συνεργασία των Διεθνών Ινστιτούτων Θεάτρου, ως “Παγκόσμιος Ημέρα του Θεάτρου”».

«TO BHMA», 24.3.1962, Ιστορικό Αρχείο «TO BHMA» | «TA ΝΕΑ»
Ο εορτασμός προβλεπόταν να πραγματοποιηθεί σε ολόκληρο τον κόσμο, με επίκεντρο το Παρίσι, όπου θα προσλάμβανε ιδιαίτερη επισημότητα, παρουσία σημαντικών προσωπικοτήτων της εποχής, όπως ο στρατηγός Σαρλ ντε Γκωλ και ο υπουργός Πολιτισμού Αντρέ Μαλρώ.
Το Εθνικό Θέατρο στο Παρίσι
Το Εθνικό Θέατρο αποδέχθηκε την τιμητική αυτή πρόσκληση, ως εκδήλωση διεθνούς αναγνώρισης προς το αρχαίο ελληνικό δράμα, και πράγματι, στις 27 Μαρτίου 1962 εγκαινίασε τη θεατρική περίοδο με τρεις τραγωδίες: τις «Φοίνισσες», τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» και την «Αντιγόνη».
Λίγες ημέρες αργότερα, ο ακαδημαϊκός Ηλίας Βενέζης μεταφέρει στο «BHMA» της 3ης Απριλίου 1962 την προσωπική του μαρτυρία για το πώς το ελληνικό θέατρο βρέθηκε στο επίκεντρο ενός διεθνούς εορτασμού που μόλις γεννιόταν.
Όπως σημειώνει ο ίδιος, η επιτυχία υπήρξε άμεση και ουσιαστική:
«Το Εθνικό μας Θέατρο είχε την περασμένη βδομάδα μιάν μεγάλη επιτυχία στο Παρίσι. Κράτησε ψηλά το καλλιτεχνικό όνομα της Ελλάδας και δεν διέψευσε τη φήμη του. Εγκαινίασε στο Θέατρο των Ηλυσίων – το μεγαλύτερο μη Κρατικό Θέατρο της Γαλλίας – την εφετεινή περίοδο του “Θεάτρου των Εθνών” με τρεις τραγωδίες που παρουσίασε: τις “Φοίνισσες”, τον “Οιδίποδα επί Κολωνώ” και την “Αντιγόνη”».
Όταν η κίνηση υπερβαίνει τον λόγο
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίαζε η ματιά των ξένων θεατών απέναντι στο αρχαίο δράμα. Η γλώσσα δεν στάθηκε εμπόδιο. Αντίθετα, η δύναμη της παράστασης εντοπίστηκε αλλού. Γράφει ο Βενέζης:
»Το κοινό επεφύλαξε θερμή υποδοχή στις παραστάσεις του θεάτρου μας, και η κριτική υπήρξε εγκώμιο. Όπως είναι διαπιστωμένο πια […] τους ξένους τους μαγεύει ο χορός και η κίνησή του. Γι’ αυτό και προς το χορό απευθύνεται ύμνος από την αυστηρότερη γαλλική κριτική.
»Ο Διευθυντής του Θεάτρου των Εθνών μας έλεγε χαρακτηριστικά προχτές στο σπίτι του Μορφωτικού Συμβούλου της Πρεσβείας μας κ. Αβέρωφ, που τόσο συνέβαλε στην προετοιμασία της εμφανίσεώς του θεάτρου μας στο Παρίσι:
“Εμείς βλέπουμε τις παραστάσεις του αρχαίου δράματός σας σαν Όπερα. Γι’ αυτό, μή διερωτάσθε για τη μειονεκτική θέση στην οποία βρίσκονται οι ξένοι επειδή δεν μπορούν να παρακολουθήσουν το λόγο. Όχι, δεν το χρειάζονται όσο το νομίζετε. Μήπως παρακολουθείτε στην όπερα το τι λένε οι τραγουδιστές; Το ίδιο είναι. Αλλωστε το κοινό που παρακολουθεί τις παραστάσεις του θεάτρου σας είναι κοινό καλλιεργημένο, ξέρει το μύθο και το κείμενο πηγαίνει παρασκευασμένο. Στη σκηνή παρακολουθεί πώς αυτός ο μύθος γίνεται πλαστική κίνηση και μουσική”.
»Όταν κάποιος συνομιλητής του διερωτήθηκε αν θα μπορούσε να μεταδίδεται στους θεατάς εφωδιασμένους με ακουστικά, γαλλική μετάφραση του και κειμένου που απαγγέλλεται απ ̓ τους ηθοποιούς […] ο Διευθυντής του Θεάτρου των Εθνών, πολύ ορθά, αντέκρουσε την πρόταση:
“Θα κατέστρεφε όλη τη μαγεία της παραστάσεως κάτι παρόμοιο”».
Μια προβληματική έναρξη
Ωστόσο, η βραδιά δεν υπήρξε αψεγάδιαστη. Πριν από την παράσταση των «Φοινισσών», προηγήθηκε ένα εκτενές «Impromptu», μια πολυεθνική σκηνική παρουσίαση που φιλοδοξούσε να αποτυπώσει το πνεύμα της ημέρας. Το αποτέλεσμα, όμως, σύμφωνα με τον Ηλία Βενέζη, υπήρξε προβληματικό.
Στη σκηνή εμφανίστηκαν καλλιτέχνες διαφορετικών ειδών και παραδόσεων — από τον Βιττόριο Γκάσμαν έως εξωτικές χορεύτριες, αλλά και σημαντικές μορφές του ελληνικού θεάτρου όπως η Κατίνα Παξινού. Η διαδοχή ετερόκλητων αποσπασμάτων, όμως, δημιούργησε την αίσθηση ενός άναρχου θεάματος:
«Επρόκειτο για ένα πανηγύρι, όπου κάθε θέατρο είχε κληθή να να αντιπροσωπευθή με ένα νούμερο […] Σε μια ατελείωτη παρέλαση, άρχισαν να περνούν και να κάνουν το μονόλογο ή το διάλογό τους ή να εκτελούν το άσμα τους ή το χορό τους, γνωστοί και άγνωστοι, ηθοποιοί διάσημοι και χορεύτριες εξωτικών χωρών, ο Βιττόριο Γκάσμαν και μια χορεύτρια του Φλαμίγκο, μια μισόγυμνη χορεύτρια της Ταϊτής κοντά στην Κατίνα Παξινού. Έπαιξαν ρόλους τους, ή απάγγελναν κείμενα άλλων, περί του θεάτρου – ένα ατελείωτο πανηγύρι που κράτησε δύο ώρες».
Η κόπωση του κοινού ήταν εμφανής. Ακόμη και η εμφάνιση του Ζαν Κοκτώ, που επέλεξε τελικά να μη μιλήσει, φάνηκε να λειτουργεί λυτρωτικά για ένα ακροατήριο που είχε ήδη δοκιμαστεί:
«Τελευταίος στο πρόγραμμα του Impromptu ήταν να μιλήση περί θεάτρου ο Ζαν Κοκτώ. Κόντευαν μεσάνυχτα. Είχε την έμπνευση να δηλώση ότι παραιτείται του λόγου του και ότι ευχαριστεί το κοινό του Θεάτρου εκ μέρους των συγγραφέων. Χειροκροτήθηκε θερμά – ακριβώς γιατί δεν είπε τίποτα. Και ήταν ένας Κοκτώ! Ο κόσμος είχε απηυδήσει».
Κι όμως, όταν οι «Φοίνισσες» ξεκίνησαν, έστω και αργά τη νύχτα, η ποιότητα της ελληνικής παράστασης ανέτρεψε το κλίμα. Το Εθνικό Θέατρο, όπως σημειώνει ο Βενέζης, «άνθεξε στη δοκιμασία», και στις επόμενες παραστάσεις γνώρισε πλήρη επιτυχία.
Το αρχαίο δράμα στον κόσμο ή στον τόπο του;
Ως απολογισμό ο Ηλίας Βενέζης θέτει ένα ερώτημα που ξεπερνά τον εορτασμό που είχε διεξαχθεί και αγγίζει τη στρατηγική του ελληνικού πολιτισμού:
«Νομίζω ότι θα πρέπει να αρχίσουμε να διερωτώμεθα αν το Εθνικό μας Θέατρο είναι καλό να μεταφέρη στο εξής έξω απ’ την Ελλάδα τις τραγωδίες του. Εδημιουργήσαμε σ’ αυτό το κεφάλαιο, με τη συνεργασία και την αναζήτηση και με το πάθος όλων των αρμοδίων παραγόντων, μια λαμπρή παρακαταθήκη, ένα κεφάλαιο καλλιτεχνικό μοναδικό. Η αναβίωση του αρχαίου δράματος, στην τελειότητα που έχει φτάσει, είναι επίτευγμα μέγα της σημερινής ελληνικής γενεάς.
»Εξ άλλου από απόψεως οργανώσεως, έχουμε επίσης φτάσει σε ζηλευτά αποτελέσματα. Η οργάνωση των παραστάσεων της Επιδαύρου, της διακινήσεως του κόσμου, της άνετης διαμονής και επιστροφής του, είναι υποδειγματική. Γιατί λοιπόν, να μην κρατήσουμε ως ελληνικό γεγονός, ως ελληνικό θέλγητρο, ως έλξη προς την Ελλάδα, τις παραστάσεις του αρχαίου δράματος της Επιδαύρου και του Ωδείου του Ηρώδου του Αττικού; Αφού αυτές οι παραστάσεις στο φυσικό τους χώρο, είναι πράγματι κάτι μοναδικό που θα το φυλάη για πάντα στη μνήμη του ο ξένος που ήρθε στη χώρα μας, και θα το επιθυμή αυτός που δεν ήρθε;»
Εξήντα και πλέον χρόνια μετά, η Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου εξακολουθεί να υπηρετεί τον ίδιο στόχο: να φέρνει κοντά διαφορετικές θεατρικές παραδόσεις και να αναδεικνύει τη σκηνή ως χώρο συνάντησης πολιτισμών. Το δημοσίευμα του 1962 μας θυμίζει ότι αυτή η συνάντηση δεν είναι ποτέ αυτονόητη, αλλά όταν επιτυγχάνεται, μπορεί να αναδείξει με τον πιο καθαρό τρόπο τη διαχρονική δύναμη του θεάτρου.




